σε , ,

Κώστας Γαβράς: Η συνέντευξη της ζωής μου

Παρουσιάζουμε τον σπουδαίο Έλληνα σκηνοθέτη, που επαναπροσδιόρισε παγκόσμια την έννοια του πολιτικού σινεμά, μέσα από τα δικά του λόγια

Η παρακάτω συνέντευξη αποτελεί μια προσεκτικά δομημένη σύνθεση των καλύτερων ερωταπαντήσεων από τις ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις που έδωσε στη ζωή του -από τη δεκαετία του ’90 μέχρι και σήμερα- ο Κώστας Γαβράς. (Οι ερωταπαντήσεις προέρχονται από συνεντεύξεις που ο Κώστας Γαβράς είχε δώσει τις τελευταίες δεκαετίες στα παρακάτω μέσα: Οι Νέοι Φάκελοι / BHmagazino / ΒΗΜΑ/ Καθημερινή / Παρέμβασης / Euronews / ΕΡΤ / ΤΑ ΝΕΑ / Η Μηχανή του Χρόνου)

Ο Κώστας Γαβράς είναι ένας Έλληνας που έφυγε λίγο μετά την εφηβεία του από την Ελλάδα, αναζητώντας την τύχη του στα πέρατα του κόσμου. Ένας κυνηγός της ζωής που δεν ησυχάζει ό,τι και αν κάνει, όσο σημαντικό και αν είναι.

Δεν κάνουμε ό,τι κάνουμε για να πετύχουμε, για να φτάσουμε στην κορυφή ώστε να είμαστε ορατοί για όλους. Κάνουμε ό,τι κάνουμε για να ανέβουμε το επόμενο σκαλοπάτι στη σκάλα της ζωής μας

Γεννήθηκε στα Λουτρά Ηραίας Αρκαδίας στις 12 Φεβρουαρίου 1933 και σπούδασε Συγκριτική Φιλολογία στη Σορβόνη καθώς και κινηματογράφο στην IDHEC. Εργάστηκε ως βοηθός σε διάφορες παραγωγές και συνεργάστηκε με τον Κλερ και τον Κλεμάν, πριν σκηνοθετήσει την πρώτη του ταινία Διαμέρισμα Δολοφόνων το 1965.  Η τρίτη του ταινία, το εμβληματικό «Ζ» (1969), το οποίο κέρδισε δύο Όσκαρ και το βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στις Κάνες, απογείωσε την καριέρα του και αποτέλεσε το εφαλτήριο μιας νέας δυναμικής εκδοχής του παγκόσμιου πολιτικού σινεμά. Ο Κώστας Γαβράς μετέτρεψε τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη από το φασιστικό παρακράτος σε μια πανεθνική ιστορία θυσίας για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία, δοσμένη σε μορφή αγωνιώδους θρίλερ, όπου το σασπένς, οι κινηματογραφικοί κώδικες του γουέστερν και η έντονη δράση συνυπάρχουν ιδανικά με τα ουμανιστικά προτάγματα.

Πριν από μερικά χρόνια, κάτω από τους Κήπους του Λουξεμβούργου, ένας μελαψός, καλοντυμένος άνδρας με καπέλο τον κοιτούσε επίμονα. «Είστε ο κ. Γαβράς;» τον ρώτησε. «Θέλω να σας πω ότι η ταινία σας «Ζ» μού άλλαξε τη ζωή» πρόσθεσε κοιτώντας τον έντονα στα μάτια. Μετά τις ευχαριστίες ο Κώστας Γαβράς τον ρώτησε – αν επιτρέπεται – τι δουλειά κάνει. Η απάντηση τον έκανε να νιώσει περίεργα, όπως τα περισσότερα που έχουν να κάνουν με την ταινία που αποφάσισε να κάνει μαζί με λίγους φίλους του το 1969 για να ενοχλήσει τη χούντα: «Αστυνομικός».

Ο Κώστας Γαβράς δεν σταματάει να εκπλήσσεται από τη δυναμική αυτής της ταινίας
Είναι σαν τα παιδιά που αποκτούν μια αυτόνομη ζωή, φεύγουν από τους γονείς τους και κάνουν ανέλπιστα μια τρομερή σταδιοδρομία. Αυτή η ταινία έχει φύγει από εμένα, δεν μου ανήκει πια, ζει τη ζωή της» εξηγεί με προσεκτικά ελληνικά, μπλεγμένα με μια επίκτητη γαλλική προφορά.

– Πώς γράφτηκε αυτή η υπέροχη μουσική για το «Ζ» από τον Θεοδωράκη;
Ο Μίκης ήταν τότε εξόριστος στη Ζάτουνα. Προσπάθησε η γυναίκα μου να πάει να τον δει, αλλά δεν της το επέτρεψαν. Έστειλα κατόπιν τον Περά, ο οποίος κατάφερε να τον συναντήσει και του εξήγησε τι πάμε να κάνουμε. Ο Μίκης μου έστειλε γραμμένο σ’ ένα πακέτο τσιγάρα μήνυμα που έλεγε: Ο Κώστας να πάρει από τη μουσική μου ό,τι θέλει. Πήρα λοιπόν κομμάτια από τη μουσική του, προσέλαβα έναν Γάλλο μουσικοσυνθέτη, έφερε μπουζουξήδες από την Ευρώπη, είχε πολλούς στο Βέλγιο τότε, και δουλέψαμε. Έψαχνα να ντύσω μουσικά τη σκηνή που χτυπιέται ο Μοντάν και πηγαίναμε μπρος-πίσω το φιλμ. Κατά τη διαδικασία αυτή και ενώ ακούγαμε από το τέλος τη μουσική μου άρεσε. Οπότε λέω στον μουσικοσυνθέτη: γράψε τη μουσική από το τέλος προς τα πίσω, το έκανε και έτσι βγήκε η μουσική του «Ζ».

– Δεν είναι ευρέως γνωστό αυτό, κυριαρχεί η εντύπωση ότι ο Μίκης έγραψε αυτή τη μουσική ειδικά για το «Ζ».
Καθόλου, ήταν αποσπάσματα από εδώ και από εκεί από έργα του Μίκη. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού ήταν εξόριστος. Όταν ήρθε στη Γαλλία και είδε την ταινία, μου λέει αυτή η μουσική ποιανού είναι; Του λέω δικιά σου είναι Μίκη, αλλά από την ανάποδη.

Εκδήλωση προς τιμή του Κώστα Γαβρά που διοργάνωσε η Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Menelaos Myrillas / SOOC

– Υπήρξαν αντιδράσεις από τη Χούντα για την ταινία;
Επισήμως καμία, έκανε μια δήλωση ο Έλληνας πρέσβης στο Παρίσι ότι όλα αυτά είναι ψέματα και αυτό ήταν. Εξάλλου, το φιλμ δεν λέει πουθενά ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται στην Ελλάδα, ούτε υπήρχε τίποτα ελληνικό. Θυμάμαι ότι με το που έγινε πάταγος στην Αθήνα άρχισαν να με ψάχνουν. Το αστείο είναι ότι άρχισαν να ψάχνουν κάποιον με το όνομα Γκαβράς, όπως προφέρεται στα γαλλικά το επώνυμό μου, και όχι Γαβράς. Με τα πολλά, βρήκαν το σπίτι μου στα Κρύα Νερά και πήγαν να με ζητήσουν από τη μάνα μου, μια αγράμματη, αλλά πολύ δυνατή γυναίκα, η οποία τους λέει “πάρτε δρόμο, αν τον θέλετε πάτε να τον βρείτε στη Γαλλία και τους έδιωξε.

– Τι σας ωθεί όμως να κάνετε μια καινούργια ταινία;
Δεν ξέρω πώς ξεκινά κάθε μία. Νιώθω κάποιου είδους ψυχολογικές ωθήσεις. Μπορεί να διαβάσω κάτι ή να ακούσω κάτι που να μου αρέσει πολύ ή να με ενοχλήσει βαθιά και κάτι μέσα μου μετακινείται. Υπάρχουν πράγματα και καταστάσεις που με συγκινούν βαθιά και η πρώτη μου αντίδραση είναι να σκεφτώ πώς θα μπορούσε να γίνει μια ταινία από αυτό… Θυμάμαι είχαμε στη cinemateque την πρώτη χρονιά που ήμουν πρόεδρος τον Όρσον Ουέλς. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη και κάποια στιγμή κάποιος τον ρώτησε «γιατί κάνετε ταινίες»; Θυμάμαι, τον κοίταξε και του είπε «για τα λεφτά, γιατί μου αρέσει να πηγαίνω σε καλά εστιατόρια», και τον χειροκρότησαν όλοι. Αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν ήταν αυτός ο αληθινός του λόγος. Και ασφαλώς δεν είναι ο δικός μου.

– Η επιλογή των σπουδών στη Γαλλία πώς προέκυψε;
Τυχαία. Αρχικά υπήρχε η σκέψη να πάω στην Αμερική, στο Μιλγουόκι, όπου έμεναν κάποιοι θείοι της μητέρας μου που έκαναν περιουσία εκεί. Αλλά δεν με δέχονταν οι ΗΠΑ, ήμουν χαρακτηρισμένος «κομμουνιστής» και εκεί. Αν είχα πάει εκεί, ίσως να είχα ένα σουπερμάρκετ, να είχα βγάλει λεφτά. Στην Αμερική πας για να σπουδάσεις, στο Παρίσι για να μορφωθείς.
Η Ειρήνη Παπά και ο Ιβ Μοντάν στα γυρίσματα του «Ζ» το 1969. «Δεν καταλαβαίναμε τι κάναμε τότε, θέλαμε απλώς να ενοχλήσουμε τη χούντα» λέει σήμερα ο σκηνοθέτης
– Οι Γάλλοι μάς βλέπουν διαφορετικά;

Ναι, στη Γαλλία υπάρχει συμπάθεια άλλου είδους. Είναι ακαδημαϊκή η προσέγγισή τους στην Ελλάδα. Οι Γάλλοι παραδοσιακά ήταν πιο μαλακοί σε σχέση με άλλους Ευρωπαίους, έχουν επέμβει πολύ λιγότερο σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα έχουμε δυναστείες, οικονομικές και πολιτικές. Όλες αυτές οι δυναστείες ανήκουν σε Αμερικανούς, Γερμανούς, Άγγλους αλλά όχι τόσο σε Γάλλους. Σκέφτομαι μερικές φορές ότι ίσως το δράμα μας να είναι αυτές οι δυναστείες, οι πολιτικές και οι οικονομικές. Βλέπω Έλληνες βιομηχάνους να φορολογούνται στο Λουξεμβούργο, βλέπω τους Έλληνες εφοπλιστές να μη φορολογούνται, δεν μπορώ να μην προβληματίζομαι.

–  Τον Μάη του ’68 τον ζήσατε αλλά ήσασταν επιφυλακτικός. Γιατί;
Δεν ξέρω γιατί, δεν το ένιωθα, δεν ήξερα πού μπορεί να πάει όλο αυτό. Αλλά ήταν μια επανάσταση της νέας γενιάς και αυτό και το σημαντικό σε μια επανάσταση είναι τα συνθήματα και οι ιδέες του ξεκινήματος. Μετά ανακατεύεται με την εξουσία και τα πράγματα μερικές φορές γίνονται χειρότερα.

– Πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής; Πόσο κοντά ή πόσο μακριά είναι μεταξύ τους οι δύο αυτές έννοιες; Και πώς εκφράζεται αυτό δημιουργικά;
Η πολιτική θα έπρεπε να είναι τέχνη… Δυστυχώς δεν είναι. Αν ήταν, θα είχε ευαισθησία. Ο ρόλος της πολιτικής είναι να προστατεύει και να καλυτερεύει τη ζωή των ανθρώπων. Δεν νομίζω πως κάτι τέτοιο συμβαίνει. Η τέχνη, από την άλλη, πρέπει να είναι τελείως ελεύθερη από την πολιτική. Να μην είναι υποχρεωμένη να την ακολουθήσει. Και, όσο μπορεί, να είναι «κριτική» σε σχέση με την πολιτική. Η τέχνη δε μπορεί να έχει απαντήσεις. Η τέχνη κάνει τις ερωτήσεις. Προκαλεί προβληματισμό. Τα γιατί και τα πώς… Αυτός είναι ο ρόλος της τέχνης, και ιδίως της τέχνης του κινηματογράφου, που είναι πολύ κοντά στους ανθρώπους. Ο κινηματογράφος μπαίνει μέσα στην κοινωνία και διηγείται την κοινωνία. Ίσως όχι με την ακρίβεια ενός βιβλίου, ενός λογοτεχνικού έργου, αλλά για να εκφράσει την πραγματικότητα μέσα από την δύναμη της εικόνας. Γιατί ο κινηματογράφος είναι εικόνα. Έχει τη δυνατότητα να γίνεται εύκολα αντιληπτός, γι’ αυτό και ταξιδεύει πολύ εύκολα. Μιλάει εύκολα στο μυαλό και στην ψυχή.

H Françoise Bonnot κερδίζει το Όσκαρ στην κατηγορία «Μοντάζ» την ταινία «Ζ»

– Θα ήθελα να μου πείτε δύο λόγια για την ιδιαίτερη σχέση σας με την αριστερά.
Αναρωτιέμαι… τι είναι η αριστερά; Ποιος είναι, τελικά, αριστερός; Η αριστερά για μένα είναι ο σεβασμός του άλλου. Ο σεβασμός για τις ιδέες του, όποιες κι αν είναι αυτές. Είναι η ελευθερία. Η ισότητα απέναντι σε όλους. Είναι μια κοινωνία οργανωμένη έτσι, ώστε να υπάρχουν ίσα δικαιώματα προς όλους.

– Υπάρχει αριστερά σήμερα;
Σε ορισμένα κράτη υπάρχει αριστερά. Ατόφια δεν τη συναντάμε πουθενά. Τη βρίσκουμε όμως κάποιες φορές, σε κάποιο βαθμό, έστω και μεμονωμένα. Τη βρίσκω συχνά στη Γαλλία, για παράδειγμα… Στην Ελλάδα η κατάσταση είναι ρευστή, τα δεδομένα αλλάζουν ανάλογα με το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία. Είμαστε, όμως, υπεύθυνοι για την ελευθερία ή την ισότητα που έχουμε ή που δεν έχουμε. Διότι εμείς ψηφίζουμε. Εμείς διαλέγουμε. Και γι’ αυτό που είναι σήμερα οι πολιτικοί μας, είμαστε υπεύθυνοι. Γιατί θέλουμε τις υποσχέσεις. Τις ζητάμε, κι ας ξέρουμε ότι δε μπορούν να πραγματοποιηθούν. Την υπάρχουσα κατάσταση την προκαλούμε και την διαμορφώνουμε οι ίδιοι, κι ύστερα γκρινιάζουμε γι’ αυτήν. Συνεχίζουμε όμως να στηρίζουμε τους ίδιους ανθρώπους. Και κάπως έτσι, όλα επαναλαμβάνονται.  Έχουμε, όμως, κι ένα άλλο μειονέκτημα. Μας αρέσουν οι δυναστείες. Κι αυτό δεν μας βοηθάει να κάνουμε ένα βήμα πιο πέρα.

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ με τον Κώστα Γαβρά το 1976 στο Παρίσι, κυνηγημένοι από τους φωτογράφους

– Στις ταινίες σας υπάρχει ένας ήρωας που αντιστέκεται μόνος του απέναντι σε ισχυρές δυνάμεις. Είναι ο Αλέξης Τσίπρας ο νέος σας ήρωας;
Στην πολιτική ναι, δεν ξέρω για μια ταινία, θα το δούμε αργότερα αυτό. Όμως ναι. Θεωρώ ότι για τα Ελληνικά δεδομένα είναι μάλλον μια εξαιρετική μορφή. Είναι ένας άνθρωπος που αναδύθηκε από τη μεσαία τάξη, ανήλθε γρήγορα, οι Έλληνες τον εμπιστεύθηκαν και η εμπιστοσύνη παίζει πάντα το μεγαλύτερο ρόλο. Όμως οι άνθρωποι παρεξήγησαν αυτόν και τις σκέψεις τους. Τον είχα συναντήσει πριν εκλεγεί στο Παρίσι, ζήτησε να με δει. Περάσαμε μαζί ένα ολόκληρο βράδυ. Έπειτα από εκείνο το βράδυ μιλήσαμε στο τηλέφωνο δυο ή τρεις φορές. Τον ρώτησα όμως πολλά πράγματα και εντυπωσιάστηκα από την ποιότητα των απαντήσεων του. Από το εύρος των ιδεών του.

– Όμως, αν ας πούμε κρατήσουμε αυτήν την ιδέα του ήρωα, αν ήταν ήρωας, θα μπορούσε να ήταν και κάποιος που βάζει τη χώρα του σε κίνδυνο; Που ρισκάρει πολύ;
Όχι! Η χώρα ήταν ήδη σε άσχημη κατάσταση, ξέρετε σε πολύ άσχημη κατάσταση. Κι ακόμα είναι. Όμως έταξε πράγματα για να εκλεγεί και ακόμα προσπαθεί να κρατήσει τις υποσχέσεις του. Εμένα όμως με συγκίνησε βαθύτατα, όταν έφτασε στις Βρυξέλλες. Σε αυτό το εξαιρετικό μέρος που όλοι έχουμε δει στην τηλεόραση, με απόλυτα απίστευτους ανθρώπους, με τους προβολείς της πολιτικής και της οικονομίας. Και ξαφνικά, σηκώθηκε όρθιος και είπε «όχι, εγώ θέλω αυτό». Με έκανε να σκεφτώ την ταινία «Ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσινγκτον» του Φρανκ Κάπρα με τον Γκάρι Κούπερ που παίζει έναν νεαρό, ο οποίος φτάνει στον περίβολο της Γερουσίας και αντιστέκεται, αντιστέκεται για να αλλάξει την κατάσταση. Με κάνει να σκέφτομαι αυτό, μιας και μιλάτε για ταινίες και ήρωες, πιστεύω ότι είναι αυτό το είδος ήρωα.

– Δεν σας ενοχλεί που ο ΣΥΡΙΖΑ συνεργάστηκε με ένα λαϊκό δεξιό κόμμα με εντελώς διαφορετικές ιδέες όπως είναι οι ΑΝΕΛ; 
Ναι, είναι ενοχλητικό αλλά και απαραίτητο. Δεν θα μπορούσε αυτή τη δεδομένη στιγμή να συμφωνήσει με άλλο κόμμα. Με ποιον να πήγαινε; Με το ΠαΣοΚ, ένα ξεπερασμένο κόμμα που έζησε, μεγάλωσε, κυβέρνησε και τώρα πια πέθανε;

– Αν ήσασταν πρόεδρος, πρωθυπουργός, αν είχατε τη δυνατότητα να λύσετε ένα ζήτημα στην Ελλάδα, ποιο θα ήταν αυτό;
Η Παιδεία. Όλα ξεκινούν απ’ αυτό, όλα τελειώνουν σε αυτό. Έχω προσωπική εμπειρία. Όταν ήρθα στη Γαλλία, στο πανεπιστήμιο μου ζήτησαν να γράψω μια έκθεση για τον Παρθενώνα. Από το σπίτι μας στην Αθήνα τον βλέπαμε. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μας λέει «αυτό είμαστε εμείς», αλλά το σχολείο δεν μας είχε πάει ποτέ. Έπρεπε να μελετήσω στα γαλλικά τον Παρθενώνα και εκεί ξεκίνησε η μεγάλη μου αγάπη. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι σε σύγκριση με τους συμφοιτητές μου βρισκόμουν πολύ πίσω σε θέματα Παιδείας. Εδώ στη Γαλλία κατάλαβα ποιος είναι ο κόσμος. Είναι απαράδεκτος και ο τρόπος με τον οποίο στην Ελλάδα διδάσκεται η Ιστορία, είναι εντελώς στρεβλός, εντελώς πατριωτικός.

– Κάθε χώρα όμως δεν έχει και έναν τρόπο με τον οποίο διηγείται την Ιστορία, τη δική της ιδεολογική ερμηνεία;
Ναι, αλλά στη Γαλλία είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Η γνώση που παράγεται στην Ελλάδα είναι δυσάρεστη γνώση, καταναγκαστική, όλα συνδέονται με την πατρίδα και την Εκκλησία, όχι με την αλήθεια.

– Σε όλες σας τις ταινίες ασχολείστε με την πυραμίδα της δύναμης, είτε είναι θρησκευτική, είτε στρατιωτική, είτε πολιτική. Στην ταινία «Le capital» ο πρωταγωνιστής λέει πως οι αγορές είναι «μια χοντρή πόρνη». Ζούμε έναν οικονομικό πόλεμο;

Ασφαλώς και ζούμε έναν οικονομικό πόλεμο. Απλώς οι μεγάλες δυνάμεις δεν είναι τα κράτη αλλά τα οικονομικά συγκροτήματα. Παλιά τα πράγματα ήταν πιο εύκολα. Αν ήθελες να διαλέξεις στρατόπεδο, ήταν πιο απλό: υπήρχε ο καπιταλισμός και ο κομουνισμός, ο Ψυχρός Πόλεμος. Τώρα είμαστε στο πουθενά, δεν υπάρχει σαφήνεια σε αυτό το οικονομικό, γεωγραφικό και πολιτιστικό σύνορο.

– Υπάρχει εξήγηση;
Νομίζω πως μια εξήγηση για αυτόν τον πόλεμο είναι η επιβολή του αμερικανικού τρόπου ζωής, που έχει επιβληθεί παγκοσμίως: το γεγονός ότι η επιτυχία και τα λεφτά είναι αυτά που κινούν τα πάντα. Και έτσι οι άνθρωποι καταλήγουν να κλείνονται ο καθένας στον εαυτό του. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από μια κοινωνία από ανθρώπους που ενδιαφέρονται μόνο για το ατομικό τους συμφέρον.

Εκδήλωση προς τιμή του Κώστα Γαβρά που διοργάνωσε η Ταινιοθήκη της Ελλάδας

– Η δική σας η σχέση με το χρήμα ποια είναι;
Κοιτάξτε, εγώ έφυγα από την Ελλάδα σε μια πολύ δύσκολη στιγμή της Χώρας, αλλά δεν πήγα στη Γαλλία για να πλουτίσω. Εκείνη την εποχή, αν ήθελες να κάνεις περιουσία θα πήγαινες στην Αμερική ή την Αυστραλία. Εγώ πήγα στη Γαλλία γιατί ήταν το μόνο μέρος που μπορούσες να σπουδάσεις δωρεάν. Όσο για το χρήμα, το βλέπω νομίζω όπως οποιοσδήποτε έχει μια υγιή σχέση μαζί του. Είναι απαραίτητο για να κάνεις μια ζωή κανονική, να μπορώ να αγοράσω ένα βιβλίο όταν το θέλω, ή να μη χρειάζεται να μαζεύω χρήματα για μήνες προκειμένου να αγοράσω παπούτσια, όπως έκανα μικρός. Αλλά ποτέ δεν είχα στόχο να γίνω πλούσιος. Ακόμη και τώρα, όσα χρήματα βγάζουμε τα περισσότερα πηγαίνουν στην εταιρεία παραγωγής μας για να τα χρησιμοποιήσουμε προκειμένου να κάνουμε ταινίες. Όχι μόνο δικές μου. Δεν έχουμε γιοτ στην Κυανή Ακτή, δεν έχουμε σπίτι στην Κυανή Ακτή, ούτε στα βουνά για σκι. Ένα μικρό σπίτι στην Κέα μόνο. Αυτού του είδους οι πολυτέλειες δεν με πολυενδιαφέρουν. Το πάθος μου είναι το σινεμά κι εκεί με θέλω να επενδύω τα χρήματα και την ενέργειά μου.

– Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο άνθρωπο: να μείνει ή να φύγει από την Ελλάδα;
Θα του έλεγα να μείνει, αλλά θα τον καταλάβαινα αν ήθελε να φύγει. Ξέρετε, ακούω συχνά ότι «ο Έλληνας πετυχαίνει στο εξωτερικό» και το θεωρώ άδικο. Ο Έλληνας ή ο οποιοσδήποτε πετυχαίνει όταν πάει σε ένα μέρος που του παρέχει τις συνθήκες να εξελιχθεί. Στην Ελλάδα καταλαβαίνω ότι τώρα τα πράγματα είναι δύσκολα για έναν νέο με φιλοδοξία. Αλλά, να ξέρετε, χωρίς συνθήκες ακραίας κρίσης η ποιότητα ζωής στην Ελλάδα είναι καλύτερη από κάθε χώρα του κόσμου.
– Πιστεύετε ότι ένας άνθρωπος για να έχει ευτυχισμένη ζωή πρέπει να δημιουργεί;
Για να έχεις μια ευτυχισμένη ζωή το πιο σημαντικό είναι η δημιουργία, οποιαδήποτε δημιουργία. Η ζωή της μητέρας μου ήταν αφοσιωμένη στο να σπουδάσουν τα τρία παιδιά της. Εμείς δημιουργηθήκαμε χάρη σε αυτήν, είμαστε η δημιουργία της. Δημιουργία δεν είναι μόνο τα φιλμ, τα βιβλία, τα χρήματα. Δημιουργία είναι η καθημερινότητα. Πρόσφατα είδα ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ. Είχε να κάνει με εργαζομένους σε καθημερινές εργασίες, εφορίες, εταιρείες κ.τ.λ. Και εξηγούσε πως οι εργαζόμενοι στους οποίους έδιναν πρωτοβουλίες, όσοι δεν εκτελούσαν απλά αλλά έπαιρναν μέρος στις αποφάσεις, δεν ζητούσαν καν περισσότερα λεφτά, απλώς έβρισκαν την αξιοπρέπειά τους και αυξανόταν η παραγωγικότητά τους. Αυτό νομίζω πως απαντά το μυστικό της καθημερινότητας: να έχεις έναν στόχο, να νιώθεις χρήσιμος.
Ο Κώστας Γαβράς καθοδηγεί τη Ρόμι Σνάιντερ στα γυρίσματα της ταινίας «Η λάμψη μιας γυναίκας». Αργότερα, ο σκηνοθέτης είπε για την ηθοποιό: «Ηταν ένας μοναχικός και ταλαιπωρημένος άνθρωπος»

– Τι πιστεύετε για τον ελληνικό κινηματογράφο;

Ο ελληνικός κινηματογράφος έχει μεγάλες δυνατότητες, έχει ξεφύγει από την εποχή που ήταν ένας μιμητικός κινηματογράφος, που προσπαθούσε να κάνει ταινίες σαν του Γκοντάρ και του Τρυφό. Οσο πάει βρίσκει την ψυχή του και νομίζω πως ο κινηματογράφος έχει μια αξία όταν είναι εθνικός, όταν βγαίνει από την ψυχή της χώρας.

– Ποια θεωρείτε ότι είναι η εικόνα του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό σήμερα;
Ένας εθνικός κινηματογράφος μπορεί να υπάρξει και να εξελιχθεί, όταν υπάρχει ισχυρή πολιτική θέληση, ώστε να στηρίξει το κράτος κάτι τέτοιο. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε ισχυρή, ούτε σταθερή θέληση. Όλα μεταβάλλονται, ανάλογα με τα πρόσωπα που βρίσκονται κάθε φορά στην εξουσία και ανάλογα με τις καταστάσεις. Όταν όμως η θέληση είναι μεταβαλλόμενη, δε μπορεί να εξελιχθεί ο κινηματογράφος όπως θα έπρεπε. Έτσι, υπάρχουν χρονιές που ο ελληνικός κινηματογράφος πηγαίνει καλά, και χρονιές που δεν πηγαίνει καλά. Είναι αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια αρκετοί νέοι σκηνοθέτες κάνουν ό, τι μπορούν για να κάνουν φιλμ διαφορετικά, για να μελετήσουν και να αποτυπώσουν την σημερινή κατάσταση της κοινωνίας και του κόσμου. Αλλά δεν υπάρχει αρκετή υποστήριξη και ελευθερία, ώστε να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Υπάρχει, δυστυχώς, λογοκρισία ή ακόμη και ασυνείδητη «αυτολογοκρισία». Αν, όμως, υπήρχε μια κρατική, εθνική βούληση υποστήριξης, η αυτοκριτική αυτή, που γίνεται εμπόδιο τελικά, θα μειωνόταν πολύ. Μόνο όταν υπάρχει πραγματική και ουσιαστική ελευθερία, γίνονται αξιόλογα κινηματογραφικά έργα.

– Έχετε καταφέρει τόσα πράγματα, έχετε πετύχει στη ζωή σας. Νιώσατε ποτέ να σας καταλαμβάνει η ματαιοδοξία από τη φιλοδοξία της επιτυχίας;

Υπάρχει ένα απόσπασμα από το ποίημα του Καβάφη «Μάρτιαι Ειδοί» που τα έχει πει καλύτερα από εμένα: «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή. Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις, τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι». Θέλει συνεχή δουλειά για να ρυθμίσεις αυτό το ζήτημα. Οι προτάσεις είναι συνεχείς, τα λεφτά επίσης, πρέπει να μάθεις να λες και όχι. Πρέπει να μάθεις το δύσκολο, να πεις: «Δεν έχω τίποτα να πω». Στο παρελθόν με έχουν καλέσει για κριτή στα καλλιστεία της Μις Γαλλίας, δεν φαντάζεστε πόσο άσχημα ένιωσα. Όταν είχε βγει το «Ζ», ήμουν με τη γυναίκα μου σε ένα ξενοδοχείο. Ήρθε ένας δημοσιογράφος από το «Paris Match» – η απόλυτη δημοσιότητα στη Γαλλία – και μου πρότεινε να φωτογραφηθώ με τον πρέσβη της Ελλάδας εκείνης της εποχής, δηλαδή της χούντας. Ήταν το πρώτο μεγάλο και αυτονόητο «όχι» που είπα και εκεί όπου κατάλαβα πως πρέπει να αρνείσαι, πρέπει να νικάς τους αυτοματισμούς της ματαιοδοξίας. Τα «όχι» είναι πιο σημαντικά από τα «ναι».
Ο Ντάστιν Χόφμαν, ο Τζον Τραβόλτα και ο Κώστας Γαβράς στα γυρίσματα της ταινίας «Mad City»

– Όταν εσείς πήρατε τα όσκαρ και ήσασταν ένας Έλληνας, αυτό πιστεύετε ότι έπαιξε ρόλο και σε σας και στον τρόπο που μεταδόθηκε αυτό το μεγάλο βραβείο στον κόσμο;
Ναι ξέρετε, τα μίντια τα έχουν θεοποιήσει τα όσκαρ. Τα όσκαρ δεν πάει να πει καλής ποιότητας φιλμ, πολύ μεγάλοι σκηνοθέτες δεν έχουν όσκαρ. Ο Τσάρλυ Τσάπλιν δεν είχε ποτέ όσκαρ, ο Όρσον Ουέλς δεν είχε όσκαρ, ο Κιούμπρικ δεν είχε όσκαρ. Λοιπόν, το παρακάνουμε λίγο με τα όσκαρ.

– Κι εσείς ένας Έλληνας του εξωτερικού που κάνετε την Ελλάδα διάσημη, αισθάνεστε πολλές φορές ότι έχετε ένα βάρος, ότι πρέπει να δείξετε ότι είστε ένας Έλληνας που εκπροσωπεί μια χώρα και να την αναδείξετε με τον καλύτερο τρόπο ή αυτό δεν είναι κάτι…;
Νομίζω η συμπεριφορά μας, εμάς των Ελλήνων του εξωτερικού, η συμπεριφορά μας, παίζει έναν μεγάλο ρόλο, κατα κάποιον τρόπο για την εικόνα της Ελλάδας. Αυτό το κατάλαβα πολλά χρόνια πριν, και νομίζω ότι η ιδέα από αυτήν την άποψη είναι πολύ θετική, γιατί όπως έλεγα προηγουμένως, πολλοί Έλληνες έχουν θέσεις πολύ σοβαρές και π.χ.  δεν έχουμε, όπως έοχουν άλλα κράτη, δεν θέλω να τα ονομάσω, ή μπορώ να ονομάσω, όπως οι Αλβανοί, όπως οι Βούλγαροι και άλλοι, έχουν μαφίες, κανείς δεν μιλάει για ελληνική μαφία, για παράδειγμα στο εξωτερικό. Κανένας δε λέει αρνητικά πράγματα για τους Έλληνες που έχουν μεγάλες επιχειρήσεις στο εξωτερικό. Φυσικά, μιλάνε για τις ελληνικές τράπεζες, και την ελληνική οικονομία, εδώ, μα όχι έξω. Θέλω να πω, η μεγάλη ευθύνη που έχουμε εμείς οι Έλληνες του εξωτερικού, επαναλαμβάνω, είναι η συμπεριφορά μας και πως μας βλέπουνε, γιατί αντανακλά κατά κάποιον τρόπο την Ελλάδα.

– Πιστεύετε στη μεγάλη δύναμη της τηλεόρασης;
Τρομακτική η δύναμή της. Ως σήμερα λέγαμε ότι υπάρχουν τρεις εξουσίες: η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική. Και ο Τύπος αναφερόταν ως η τέταρτη εξουσία. Δυστυχώς ο Τύπος δεν είναι πια η τέταρτη εξουσία, σήμερα είναι η πρώτη. Διότι όλοι εξαρτώνται από αυτόν. Κανένας δεν μπορεί να γίνει σήμερα πρόεδρος της Δημοκρατίας ή πρωθυπουργός ή βουλευτής χωρίς να έχει την τηλεόραση μαζί του. Δεν είναι καν ανάγκη να έχει τις δυνατότητες για να κυβερνήσει τη χώρα. Κανένας δεν του ζητάει να έχει δυνατότητες. Η μόνη δυνατότητα που του ζητάνε είναι να βγαίνει όμορφος στην τηλεόραση, να έχει τηλεοπτικό χάρισμα και να απαντά γρήγορα και έξυπνα στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Αυτό που μας ενδιαφέρει όλους πλέον είναι μόνο το θέαμα. Αν δεν δύνασαι να υπηρετήσεις το θέαμα, δεν μπορείς να υπάρξεις.

– Πιστεύετε ότι η τηλεόραση τελικώς θα ισοπεδώσει τα πάντα;
Οχι. Βλέπετε ότι υπάρχει αντίσταση σε αυτή την ισοπέδωση… Να σας πω ένα ενθαρρυντικό; Η μόνη εφημερίδα που ανεβαίνει η κυκλοφορία της στη Γαλλία είναι η «Monde Diplomatique». Τα άρθρα που δημοσιεύει είναι σχεδόν δύο σελίδες το καθένα. Χρειάζεσαι μισή – μία ώρα για να τα διαβάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι βγήκαν κάποια στιγμή τα ταμπλόιντ και με την επιτυχία που είχαν στην Αμερική και κυρίως στην Αγγλία επηρέασαν όλο τον κόσμο. Πιστεύω όμως ότι ο κόσμος τώρα χωρίζεται στα δύο. Αυτοί που αντιστέκονται στα ταμπλόιντ και στην τηλεόραση και οι παραδομένοι σε αυτά. Οταν εμφανίζεται η αντίσταση, εγώ παύω να ανησυχώ. Η ύπαρξη αντίστασης είναι ένδειξη ισορροπίας

– Γιατί ο χρόνος είναι ο καλύτερος κριτής; Γιατί με τα χρόνια το ψέμα ηττάται και νικάει η αλήθεια;
Τις προάλλες μιλούσα με ένα συνάδελφό σας από τη «Nouvel Observateur». Μου λέει: «Οταν βγήκε η «Ομολογία», είχαμε γράψει κακά πράγματα εναντίον της. Λίγο καιρό προτού σας συναντήσω, την ξαναείδα μαζί με τον γιο μου και άλλαξα τελείως γνώμη· ο χρόνος την έχει αλλάξει την ταινία». Του είπα ότι είναι θέμα κόσκινου ­ ο χρόνος είναι το κόσκινο· το κουνάς και τα πιο χοντρά πράγματα μένουν, τα άλλα φεύγουν. Νομίζω ότι ο χρόνος παίζει αυτόν τον ρόλο. Δηλαδή η αυτόματη άποψη, η αυτόματη γοητεία ή το μίσος ξεχνιούνται. Τον Ντε Γκωλ τον έδιωξαν· το ’69 όλοι οι Γάλλοι ήταν εναντίον του. Σήμερα όλοι λένε: «Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος…». Το ότι δεν είχε καμία προσωπική περιουσία, το ότι όταν έφυγε ­ επειδή δεν τον εξέλεξαν ξανά οι Γάλλοι ­ δεν πήρε τον μισθό του προέδρου αλλά έζησε απλώς με τον μισθό του στρατηγού, είναι πράξεις που με το πέρασμα του χρόνου παίρνουν την πραγματική τους αξία. Ολα αυτά είναι καταπληκτικά πράγματα… Είναι μικρά αλλά δείχνουν πόσο σπουδαίος άνθρωπος ήταν. Αλλωστε οι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι από τα μικρά φαίνονται. Η σπουδαιότητα στις λεπτομέρειες της ζωής κρύβεται. Επειδή ήταν πρώην πρόεδρος ο Ντε Γκωλ, η βενζίνη του αυτοκινήτου του ήταν δωρεάν. Αυτός την πλήρωνε όμως και ο σοφέρ του έλεγε ότι πήγαινε πού και πού κρυφά στο βενζινάδικο, χωρίς να το ξέρει ο στρατηγός, και έβαζε τσάμπα βενζίνη γιατί δεν μπορούσε να χωνέψει ότι ένας πρώην πρόεδρος πλήρωνε τη βενζίνη του αυτοκινήτου του. Επειτα ο Ντε Γκωλ σταμάτησε τον πόλεμο στην Αλγερία, πήγε ενάντια στους Αμερικανούς, προσπάθησε να δημιουργήσει την ενιαία Ευρώπη. Θέλω να πω δηλαδή ότι το κόσκινο του χρόνου έπαιξε ένα ρόλο πολύ σημαντικό. Φυσικά υπάρχουν και πράγματα που χάνονται και δεν πρόκειται ποτέ να δικαιωθούν από τον χρόνο… αλλά αυτή είναι η ζωή. Πόσοι άνθρωποι έμειναν από τον περασμένο αιώνα; Γι’ αυτό όταν ακούω τους ανθρώπους να μιλάνε για αιωνιότητα και τέτοια πράγματα, με κάνουν να γελώ».

Ο Κώστας Γαβράς φωτογραφημένος στο σπίτι του στο Παρίσι την Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

– Εσείς δεν πιάνετε ποτέ τον εαυτό σας να αναρωτιέται αν οι άνθρωποι θα βλέπουντις ταινίες σας έπειτα από 50 χρόνια;
Αστειεύεστε; Εδώ ήμουν στη Σινεματέκ πέντε χρόνια και από όλους τους παλαιούς σκηνοθέτες ανακαλύψαμε τα καλύτερα φιλμ τους, τα ξαναβγάλαμε από τα κουτιά, τα ξαναδείξαμε στους σινεφίλ, είπαμε «τι καταπληκτικά φιλμ…» και μετά ξαναμπήκαν στα κουτιά τους για άλλα 50 χρόνια. Οχι… Νομίζω ότι ζούμε πολύ με ανθρώπους σαν τον Πικάσο ή με τους μεγάλους καλλιτέχνες του παρελθόντος, τον Μπετόβεν και άλλους. Αν όμως πάει κανείς στην εποχή του Μπετόβεν, θα δει ότι υπήρχαν δεκάδες εκατοντάδες άνθρωποι που έγραφαν καλή μουσική τότε. Εμειναν ένας, δύο, τρεις μόνο… Γιατί αυτό τελικά που μένει στον χρόνο δεν είναι το καλό… Το καλό πρέπει να έχει και κάτι ακόμη για να διεκδικήσει την αιωνιότητα.

– Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Από μια ηλικία και μετά ο μεγάλος φόβος είναι να λειτουργούν το μυαλό και το σώμα. Από σώμα πάμε καλά. Αλλά το μυαλό το φοβάμαι. Εχω φίλους που στα 93 τους είναι διαυγείς, καθαροί. Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ξυπνήσω μια μέρα και το μυαλό να μη λειτουργεί».
– Ποια είναι η άποψή σας για το Ιnternet;
Είναι μια επανάσταση σε όλους τους τομείς, στον κινηματογράφο, στην επικοινωνία, στην πληροφορία. Αλλά πρέπει να κοντρολαριστεί, δεν ξέρω από ποιον, δεν ξέρω πώς, αλλά θα είναι μια απαραίτητη ιστορική εξέλιξη. Θα φτάσουμε σε ένα σημείο όπου οι ηγέτες θα είναι υποχρεωμένοι να σκεφθούν λύσεις και να δουλέψουν όλοι μαζί, όπως έγινε με την τρομοκρατία».

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

1 point
Upvote Downvote

Total votes: 1

Upvotes: 1

Upvotes percentage: 100.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%

Ενα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Αφήστε μια απάντηση