σε , ,

Τι είναι η «Φωλιά» του Ηλία Δούλη;

O σκηνοθέτης μιλά, λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα της ταινίας του στην Αθήνα

«Γεννήθηκα το 1992 στην Αθήνα και ύστερα από σπουδές στο Deree πάνω στη Ψυχολογία, συνέχισα με σπουδές πάνω στον Κινηματογράφο και τη Δημιουργική Γραφή στο University of Wolverhampton στην Αγγλία», μου λέει ο Ηλίας Δούλης λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα της πρώτης ταινίας μεγάλου μήκους του στην Αθήνα.

Ο Ηλίας Δούλης (φωτο: Γιώργος Τσιρογιάννης)

Ο 25χρονος σκηνοθέτης, φωτογράφος και ποιητής θα παρουσιάσει τη Φωλιά στις 20 Μαΐου στον κινηματογράφο Άστορ, και μου μιλά για το πώς ξεκίνησαν όλα.

«Πριν ολοκληρώσω τις σπουδές μου εκεί, ανακάλυψα το πάθος μου για τη Φωτογραφία και συμμετείχα στην 4η έκθεση του Civil Disobedience με το πρώτο μου φωτογραφικό project και στα εγκαίνια της ίδιας έκθεσης παρουσίασα τον πρώτο μου θεατρικό μονόλογο, «Θυματοποιούμαι άρα υπάρχω», τον οποίο ερμήνευσε ο Ηλίας Σαπουντζάκης. Στη πορεία ακολούθησαν σειρές φωτογραφίας. Έχοντας λάβει το πτυχίο μου, μετακόμισα στο Λονδίνο, όπου και εργάζομαι έως και σήμερα. Το 2016 κυκλοφόρησα τη σειρά Sheltered (2016), μέρος της οποία έχω μοιραστεί και στη LIFO, και εργάστηκα ως βοηθός σκηνοθέτιδας στη μικρού μήκους ταινία History of Our Touches (2016) της Μαριάννας Παπαγεωργίου. Την επόμενη χρονιά, γύρισα την μικρού μήκους ταινία «Ωδή στον Πρίγκιπα», μια ταινία-αφιέρωμα στη ποίηση του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, η οποία βρίσκεται σε τελικό στάδιο παραγωγής πια. Μάλιστα, η φωτογραφική μου σειρά Ode to Prince (2017), βασισμένη στο προαναφερθέν φιλμ, δημοσιεύτηκε σε έντυπη μορφή και κατά αποκλειστικότητα στο περιοδικό THE OPÉRA.»

Still από τη Φωλιά

«Φτάνοντας στο 2018 και το τώρα, ολοκληρώθηκε το τελικό στάδιο παραγωγής της πρώτης μου μεγάλου μήκους ταινίας με τίτλο Η Φωλιά, πάνω στην οποία εργαζόμουν για δυόμιση χρόνια. Φέτος, κυκλοφόρησε και η σειρά φωτογραφίας Dead End (2018), αποκλειστικά για την έντυπη μορφή του περιοδικού CARPARK και προσφάτως παρουσιάστηκε η καμπάνια για τη σειρά ρούχων RRL αποκλειστικά για τον οίκο μόδας Ralph Lauren. Με την «Φωλιά» να προβάλλεται για πρώτη φορά σε λίγες μέρες, τα επόμενα μου βήματα θα είναι η κυκλοφορία της «Ωδής στο Πρίγκιπα», δύο φωτογραφίσεις με τον Colby Keller και μία σχετικά με τα ερωτικά σινεμά του Παρισιού και τέλος, η συγκέντρωση των ποιημάτων μου για πιθανή δημοσίευση».

Το τρέιλερ της Φωλιάς

«Παρότι δε ταυτίζομαι με το Greek Weird Wave, συμφωνώ απόλυτα με τον πυρήνα της θεματολογίας του, δηλαδή την οικογένεια» εξηγεί ο Ηλίας Δούλης. «Συμπορεύομαι με αυτό το κίνημα, είμαι συνταξιδιώτης του, αν θέλεις, καθώς η οικογένεια είναι η βάση και του δικού μου παρθενικού φιλμ. Η οικογένεια με τις όποιες δυσλειτουργίες και νευρώσεις της, που οι Αρχαίοι Έλληνες έβαζαν κάτω από το πέπλο μιας μεταφυσικής κατάρας.

Ωστόσο, οι επιρροές μου για το συγκεκριμένο θέμα είναι διασκορπισμένες πάνω στον χάρτη της κινηματογραφικής ιστορίας. Από την Ιταλία και τον «Πατέρα Αφέντη» των αδελφών Taviani, στην τριλογία του Άγγλου Bill Douglas πάνω στην παιδική του ηλικία, στην Ρωσία με «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» του Ταρκόφσκι, τα «Μητέρα και Γιος» και «Πατέρας και Γιος» του επίγονου του, τον Sokurov. «Δύσκολοι Αποχαιρετισμοί: Ο Μπαμπάς Μου» της Παναγιωτοπούλου, που με είχε συγκινήσει βαθιά, αλλά και πολλά άλλα ελληνικά φιλμ που περιπλέκουν τα ζητήματα της οικογένειας με αυτά της σεξουαλικής αφύπνισης και κατεύθυνσης, όπως οι ταινίες του Γιάνναρη και του Κούτρα και φυσικά ο «Άγγελος» που με έχει στιγματίσει.»

«Οι καλλιτεχνικές καταβολές μου ξεπηδούν από το Underground Cinema του Paul Morrissey και Andy Warhol, ο πρώτος ως σκηνοθέτης και ο δεύτερος ως σκηνοθέτης και παραγωγός, που στην δική μου ταινία οι δύο αυτές ιδιότητες συνενώθηκαν γιατί ήθελα να έχω τον πλήρη έλεγχο πάνω στο δημιούργημά μου. Ένα δημιούργημα άλλοτε όμορφο και παγερό σαν μια Γαλάτεια κι άλλοτε φρικώδες και βαθιά πληγωμένο όπως το πλάσμα του Φρανκεστάιν. Έτσι, διπλή φύση, με διονυσιακές ρίζες, αποκτά και το πλάσμα της ταινίας μου. Ο Gregory Markopoulos είναι μια άλλη σημαντική μορφή του πρωτοποριακού σινεμά των sixties με τα αλλεπάλληλα αισθητικά ερεθίσματα του. Στην ταινία μου στόχευα κι εγώ σε ερεθίσματα οπτικά που να συνομιλούν και να μάχονται με τα ακουστικά και ο λόγος, λαβωμένος ή μη, να φτάνει στη καρδιά του θεατή.

Το πολανσκικό αίσθημα εγκλεισμού, η κισλοφσκική απώλεια, η αγγελοπουλική ματαίωση με έχουν επηρεάσει κι αυτά στον τρόπο που βλέπω το σινεμά και δη το δικό μου που καταπιάνεται με τέτοια θέματα. Ο προκλητικός Trier, ο ενοχικός Haneke, ο ηδονικά απαθής Dolan, ο βασιλιάς του σύγχρονου queer Almodóvar, o ποιητικός Jarman και χίλιοι δυο άλλοι των οποίων η υπογραφή ως auteurs γίνεται απευθείας αντιληπτή.»

«Τέλος, η ταινία σκηνοθετικά και φωτογραφικά έχει επηρεαστεί από όσα έργα με έχουν αγγίξει σπουδαίων φωτογράφων όπως ο George Platt Lynes και οι αγαλματώδεις στάσεις σωμάτων σε φωτοσκιασμένο πλαίσια ή ο Mapplethorpe με τον νωχελικό ερωτισμό και τις ηδονοβλεπτικές του τάσεις ως δημιουργού. Αυτές οι επιρροές μου από τον χώρο της Φωτογραφίας γίνονται φανερές και στον τρόπο που φιλμογραφώ το σώμα. Ένα σώμα που το παρατηρώ από μακριά κι άλλοτε τόσο κοντά που να νιώθω την αισθησιακή ανάσα του, τον φόβο ότι παρατηρείται και κρίνεται. Ο Peter Hujar και η επιστροφή στη μήτρα ή το υποκατάστατο της που είναι το κρεβάτι, η θλιμμένη αγάπη της Nan Goldin, o Duane Michals που είναι για μένα από τους σημαντικότερους storytellers της Φωτογραφίας.

Και περνώντας από τον Michals, μπορώ να φτάσω στο σενάριο μου, που γράφτηκε στην πιο σκοτεινή περίοδο της ζωής μου. Μια περίοδο που είχα αποκλειστεί από τα πάντα, δοκιμάζοντας πρώτος τις εικόνες που είχα για τις σκηνές του πλάσματός μου. Οι εικόνες φανερώνονταν στο χαρτί και το αντίστροφο μπορώ να πω για τα λόγια του κειμένου. Σωτήριο για τη δημιουργία του φιλμ ήταν για μένα ο νόστος για το πατρικό σπίτι και την ποίηση της μητρικής μου γλώσσας. Από αυτούς τους δύο πόλους αντλήθηκαν τα κομμάτια του έργου. Βιώματα και ποιήματα. Σκληρές εικόνες, συμβολικά δοσμένες και ποιήματα που είχα ως παρακαταθήκη ως τότε. Θα μπορούσα να αφιερώσω και κάθε σκηνή πιστεύω σε κάποιον αγαπημένο μου ποιητή μιας και ορισμένες σκηνές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και αυτόνομα. Η μια να δοθεί στην Πολυδούρη και στην ακλόνητη προσμονή της, η άλλη στον κατατρεγμένο Λαπαθιώτη, η άλλη στον Χριστιανόπουλο και πάει λέγοντας. Αντίστοιχα, η κάθε σκηνή κάνει μια κινηματογραφική στροφή και όλα μπλέκονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μη δίνονται απαντήσεις αλλά να δημιουργούνται ερωτήματα για τον θεατή και να κληθεί εκείνος να τα λύσει. Αυτός άλλωστε είναι και ο στόχος του σινεμά. Να ανοίγει τη συζήτηση, να αναπτύσσει την ενσυναίσθηση, να μην βάζει όρια σε έναν κόσμο που έχει ήδη ασφυχτικά πολλά.»

«Τα γυρίσματα της Φωλιάς διήρκησαν τρεις ημέρες, όσες και οι ημέρες που παρουσιάζονται στη ταινία. Ήταν απαραίτητο για πολλούς λόγους. Η αληθοφάνεια είναι σαφώς ο κυριότερος, το να αναμετρηθούμε με τα όρια του νατουραλισμού. Το budget, το ότι χρειαζόμουν το πλάσμα άτριχο και καχεκτικό και διάφοροι άλλοι λόγοι, που ωστόσο δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία γιατί πιστεύω πως η ταινία μου αν είχε φτιαχτεί υπό άλλες συνθήκες θα δίνονταν ευκολότερες λύσεις που λιγότερο θα τριβέλιζαν την φαντασία μου ως δημιουργό και λιγότερο θα άγγιζαν τον θεατή, τον οποίο θέλω να συμπαρασύρω στον κόσμο μου δίχως να σκοντάφτει σε σκηνοθετικούς ελιγμούς για να καλυφτεί ένα ψέμα και να αποπροσανατολίζεται από την ιστορία.

Αναφορικά με τον ηθοποιό μου, εντάξαμε τη θεατρική φόρμα μέσα σε αυτό το παιχνίδι ρόλων που παρουσιάζεται στο φιλμ και την οποία είχαμε πρωτοσυνθέσει για την παρουσίαση του θεατρικού μου μονόλογου «Θυματοποιούμαι άρα υπάρχω», το οποίο αποτέλεσε και μέρος του σεναρίου. Δόθηκε βάση στην σωματικότητα και την πλαστικότητα της κίνησης, στον ρυθμό ομιλίας-απαγγελίας και στα δυσκολότερα τμήματα του έργου, ο λιγοστός διαθέσιμος χρόνος για πρόβες δεν άφηνε περιθώρια για απαλές συζητήσεις. Τα γυρίσματα ήταν, επομένως, βίαια κατά περιπτώσεις για χάρη της αληθοφάνειας. Ήξερα ότι ο Ηλίας (Σαπουντζάκης) πίστευε με πάθος στο έργο μου και πως είχα την εμπιστοσύνη του για να τον οδηγήσω σε αυτά τα σκοτεινά βάθη του κειμένου.

Τέλος, η χρήση προσωπικών και οικογενειακών αντικειμένων ή αναφορών από τη δική μου ζωή ήταν προαποφασισμένη μιας και αυτό το φιλμ αποτελεί ένα φόρο τιμής στην αγάπη, μια ελεγεία στη χαμένη αθωότητα και το ραγισμένο οικογενειακό πορτρέτο, μια νυκτωδία για το μέλλον.»

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

6 points
Upvote Downvote

Total votes: 2

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 2

Downvotes percentage: 100.000000%

Αφήστε μια απάντηση