σε , ,

Ανακαλύπτοντας ξανά το εκπληκτικό φωτογραφικό έργο του Γιάννη Στυλιανού

Λίγα λόγια και πολλές φωτογραφίες του ξεχωριστού καλλιτέχνη, με αφορμή μια νέα έκθεση στη Θεσσαλονίκη

Το θείο μου το Γιάννη τον θυμάμαι ως ένα μεγάλο πειραχτήρι, με καυστικό χιούμορ, άπειρες γνώσεις και ωραία δώρα την Πρωτοχρονιά – συνήθως τα ολοκαίνουργια μοντέλα των σπορτέξ Strike. Τον θυμάμαι ως «εργοστασιάρχη» (ήταν ο επικεφαλής της Αλυσίδας, εξ ου και τα Strike) πράγμα που ποτέ δε θα φανταζόσουν λόγω της απλότητάς του. Τον θυμάμαι να είναι η φωνή της λογικής, αλλά και να λαγοκοιμάται μετά τα οικογενειακά τραπέζια.

Ο Στυλιανού τη δεκαετία του ’60

Μόνο μετά το θάνατό του το 1996, όταν ήμουν 18, έμαθα για το φωτογραφικό του έργο, το οποίο μεγαλώνοντας είχε εγκαταλείψει για να διαχειριστεί την οικογενειακή επιχείρηση.

Και ξαφνικά, γύρω στο 2001, βρέθηκα μαζί με πολύ κόσμο στα εγκαίνια της μεταθανάτιας έκθεσής του στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης και δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Μακάρι να είχα προλάβει να του πω πόσο τον εκτιμούσα και ως καλλιτέχνη πέρα από άνθρωπο.

Με αφορμή την Thessaloniki PhotoBiennale (στο πλαίσιο της οποίας έργα του παρουσιάζονται μέχρι τις 25 Οκτωβρίου στην Γκαλερί Ειρμός), ξεφύλλισα ξανά τον κατάλογο εκείνης της μεγάλης έκθεσης του Μουσείου Φωτογραφίας, και παρουσιάζω μερικά λόγια και εικόνες απ’ αυτόν…

Από τον πρόλογο του Pierre Devin:

«Ο Γιάννης Στυλιανού αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο αξιοπρεπή ακόμη και όταν οι καταστάσεις συμβαίνει να είναι σουρεαλιστικές. Ανήκει σε αυτήν την οικογένεια φωτογράφων του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, στους επιδέξιους δηλαδή διαχειριστές της ακαριαίας σύλληψης του χρόνου και του χώρου. Είναι άριστος στην έκφραση του μετεωρισμού, της προσδοκίας με τη μεταφυσική της διάσταση. Προαισθάνεται επίσης το τι θα απογίνει η κενή προσδοκία της κοινωνίας του θεάματος, πράγμα το οποίο εκρήγνυται σήμερα.

Εάν η ορμή του δεν είχε συντριβεί, ο Γιάννης Στυλιανού είχε τα πάντα για να εξελιχθεί σε πολύ μεγάλο καλλιτέχνη. Μέσα σε αυτό που ήδη αντιπροσωπεύει η καλλιτεχνική δημιουργία, ανιχνεύουμε όλα τα στοιχεία εκείνου που θα μπορούσε να συγκροτήσει πλήρη και ολοκληρωμένη δραματουργία. Μια συμπαγή σχέση με τον κόσμο, φυσικό και μεταφυσικό. Φόρμες αρκούντως επεξεργασμένες ώστε να είναι ικανές να προβληματίσουν το συλλογικό μας ασυνείδητο, πίσω από το βλέμμα, πίσω από τον λόγο.

Γερά ριζωμένος στη ζωή, ο Γιάννης Στυλιανού, παρά τη νεανική και σύντομη καριέρα του στη φωτογραφία, πέτυχε πάντως να κατασκευάσει έναν ορισμένο αριθμό συνταρακτικών εικόνων, που μας χαρίζουν πλούτο και που τις διατηρούμε στη μνήμη. Τους αξίζει να περάσουν στην ανθολογία των λατρευτικών εικόνων ως μαρτυριών του καιρού τους.»

Ο Γιάννης Σκαρίμπας, απ’ τη φωτογράφηση που κόσμησε το βιβλίο του Τόλη Καζαντζή «Μια Μέρα με τον Σκαρίμπα»
Ο Γιάννης Σκαρίμπας, απ’ τη φωτογράφηση που κόσμησε το βιβλίο του Τόλη Καζαντζή «Μια Μέρα με τον Σκαρίμπα»

Από τον πρόλογο του Άρη Στυλιανού:

«Η φωτογραφία είναι εικόνα. Η πιο έντονη ανάμνηση που έχω από μικρός για τον πατέρα μου είναι η εικόνα ενός νέου άντρα που εξαφανίζεται για ολόκληρα μερόνυχτα μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωματιάκι του σπιτιού μας. -Που είναι ο μπαμπάς; -Έχει δουλειά. Παθιασμένος με τις μηχανές και τους φακούς, φωτογραφίζει, εμφανίζει, εκτυπώνει. Και πάλι απ’ την αρχή. Κι όταν επιτέλους κάθεται στο σαλόνι, διαβάζει διαρκώς ξένα φωτογραφικά βιβλία και περιοδικά. Η φωτογραφία αποτέλεσε το μεγάλο του πάθος για κάποια χρόνια, όχι πολλά. Ωστόσο, τα χρόνια της φωτογραφίας ήταν μάλλον η πιο φρενήρης και έντονα βιωμένη περίοδος της ζωής του. Την εποχή εκείνη φωτογράφιζε και εμάς, την οικογένειά του, με μεγάλη τρυφερότητα, αφοσίωση και αγάπη. Συχνά οι γνωστοί και φίλοι ζήλευαν τις ασπρόμαυρες “καλλιτεχνικές” φωτογραφίες της παιδικής μας ηλικία, τραβηγμένες από το μαγικό χέρι του πατέρα.

Αν έπρεπε να βρω μία και μόνη λέξη που να χαρακτηρίζει τον Γιάννη Στυλιανού, θα έλεγα ότι επρόκειτο για άνθρωπο με ύφος. Από πολύ νέος αποφάσισε να ζήσει με βάση το δικό του ιδιαίτερο, ύφος και στύλ. Εξάλλου, ίσως δεν ήταν σύμπτωση που είχε επιλέξει ως χιουμοριστικό καλλιτεχνικό ψευδώνυμο το “Τζων Στυλ”. Μόλις τον συναντούσε, διέκρινες το απόλυτα προσωπικό ύφος, την ξεχωριστή του προσωπικότητα. Αδιόρατα εσωστρεφής κι όμως τόσο φιλέταιρος, πάντοτε μετρημένος, κι όμως τόσο έντονος. Απ’ έξω ήρεμη δύναμη προστασίας για όλους τους άλλους, από μέσα, φλόγα δημιουργίας σε διαρκή εγρήγορση.

Όπως δινόταν ολόκληρος, ψυχή και σώμα, σε ό,τι έκανε, έτσι και στη φωτογραφία. Με τη διαφορά, ίσως, ότι εκεί ήξερε πώς να κάνει κάτι καινούργιο και πρωτοποριακό. Τουλάχιστον έτσι εκτιμούν οι ειδικοί.»

Από το κείμενο του Ηρακλή Παπαιωάννου:

«Ο Γιάννης Στυλιανού, μέσα σ’ αυτό ακριβώς το θετικό κλίμα που τον ενθάρρυνε ανοιχτά να συνεχίσει με μεγαλύτερη πίστη και δημιουργική όρεξη, πήρε τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψει τη φωτογραφία. Η αιτία γι’ αυτό δεν διαγράφεται με ακρίβεια, ενώ δεν φαίνεται επίσης να είναι μονοσήμαντη. Σημαντικό ρόλο έπαιξε οπωσδήποτε η κλιμακούμενη εμπλοκή του με την οικογενειακή επιχείρηση, της οποίας κάποια στιγμή ανέλαβε την πλήρη διεύθυνση, γεγονός που σήμαινε αυξημένο φορτίο ευθυνών και σκληρά ωράριο εργασίας. Παρότι όμως εργάστηκε δημιουργικά και επιτυχώς στην επιχείρηση για τρεις δεκαετίες, δεν φαίνεται να προσαρμόστηκε ποτέ πραγματικά στον κόσμο της επιχειρηματικής λογικής και της τεχνοκρατικής οικονομίας, που ήταν ξένος προς τη βαθύτερη φύση και την προσωπικότητά του.

Μια άλλη αιτία πρέπει να υπήρξε η συνειδητοποίηση, ύστερα από τη βιβιλιογραφική επαφή του με την ευρωπαϊκή και αμερικανική σκηνή, του πλάτους και βάθους που διέθετε η φωτογραφία ως τέχνη, παρότι σχετικά νεότερη. Διαπίστωσε από την ουσιαστική του εμπλοκή πως η εμβάθυνση και η τελειοποίηση της προσωπικής έκφρασης απαιτούσαν όχι μόνο την ύπαρξη δημιουργικού ταλέντου, αλλά και σκληρή δουλειά, αφοσίωση και υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, συνθήκες που ο Στυλιανού μάλλον ένιωθε πως, εξαιτίας των οικογενειακών και επαγγελματικών του υποχρεώσεων, αδυνατούσε να ικανοποιήσει, παρά την επιθυμία του.Με το γρήγορο άλμα που έκανε άλλωστε η φωτογραφική του ματιά και αισθητική, το φωτογραφικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του ’60 πρέπει να φάνταζε στα μάτια του αρκετά ασφυκτικό. Στην ίδια κατεύθυνση φαίνεται πως συνήργησε επίσης το σοβαρότατο αυτοκινητιστικό ατύχημα που είχε τον Σεπτέμβριο του 1968 στην περιοχή της σημερινής Σλοβενίας, επιστρέφοντας από ένα οδικό ταξίδι στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, ατύχημα το οποίο σηματοδότησε μάλλον κάποιες αλλαγές και μετατοπίσεις στην ψυχολογία αλλά και τις προτεραιότητες της ζωής του.

Με βάση όλα τα παραπάνω, η ενασχόλησή του με τη γεωπονία και το αγρόκτημα που έφτιαξε τη δεκαετία του ’70 στα Λουτρά Θέρμης υπήρξε καθοριστική για αρκετά χρόνια: η καθημερινή, ζωντανή επαφή με τη φύση είχε ευεργετική επίδραση πάνω του ως προς το άγχος του γραφείου και της πόλης, ενώ του έδινε τη δυνατότητα να περιποιείται τα δέντρα, τα φυτά και τα ζώα χωρίς να απομακρύνεται από την οικογένειά του. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, επιδόθηκε με μεγάλο ενδιαφέρον στο προσωπικό του στοίχημα μια ζωής αρμονικά ισορροπημένης ανάμεσα στις ιδιότητες του αστού επιχειρηματία και του γαιοκτήμονα για μια περίπου δεκαετία, φτιάχνοντας μέσα σε λίγα χρόνια έναν μικρό επίγειο παράδεισο. Από την άλλη πλευρά, οι υπάρχουσες μαρτυρίες ανθρώπων του περιβάλλοντός του συγκλίνουν στην άποψη πως καμιά επαγγελματική ή δημιουργική δραστηριότητα δεν τον συνεπήρε ξανά με την ίδια ένταση, όπως συνέβη με τη φωτογραφία.

Ο Στυλιανού της μεταφωτογραφικής εποχής στράφηκε ξανά στο σχέδιο, με χρώμα αυτή τη φορά, επιστρέφοντας μάλιστα στο ενδιαφέρον του για την αφαίρεση χρησιμοποιώντας περιπόκότερη τεχνική αλλά καταλήγοντας σε πιο συμμετρικά, λιγότερο ίσως τολμηρά αποτελέσματα.
Μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘ 80 οι υποχρεώσεις της εργασίας πύκνωσαν ακόμη περισσότερο. Η υπευθυνότητά του τον οδήγησε σε ακόμη σκληρότερα ωράρια εργασίας, κάτι που τον απομάκρυνε ακόμη και από την ενεργό περιποίηση του αγροκτήματος, που στο μεταξύ αποτελούσε από τη δεκαετία του ’70 τη μόνιμη κατοικία της οικογένειας Στυλιανού. Το διάστημα 1985-1995 καμιά καλλιτεχνική ή δημιουργική δραστηριότητα δεν φαίνεται να κερδίζει το ενδιαφέρον ή τον λιγοστό ελεύθερο χρόνο του. Σταδιακά απέχει όλο και περισσότερο από κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, εμφανίζοντας σαφή αναχωρητική διάθεση.

Ο Γιάννης Στυλιανού πεθαίνει τον Φεβρουάριο του 1996.»

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Αφήστε μια απάντηση