Ο Κώστας Βάρναλης έγινε γνωστός για τα ποιήματα του και όχι μόνο. Από τα μέσα της δεκαετίας του `30 ως και τη δεκαετία του 50, ο ποιητής εργάστηκε σε εφημερίδες ως χρονικογράφος/δοκιμιογράφος, καλύπτοντας θέματα που αφορούσαν την καθημερινότητα στις γειτονιές της Αθήνας, το αστυνομικό δελτίο, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις. Πρόσφατα, ο συγγραφέας/λογοτέχνης και μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος επιμελήθηκε της μεταφοράς των δοκιμίων του Βάρναλη σε σύγχρονες εκδόσεις. Το παρακάτω δοκίμιο έχει ανέβει στο ιστολόγιο του.
Αξίζει να τονίσουμε ότι διαδραματίζεται σε μια εποχή που ο γερμανικός στρατός δεν έχει αποχωρήσει από την Ελλάδα, αν και ο ΕΑΜ έλεγχε ήδη ένα μεγάλο τμήμα της ορεινής Ελλάδας και περιοχές της Αττικοβιωτάς. Η αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα ολοκληρώθηκε στα τέλη Αυγούστου 1944.
«Έρως
«Ιδού το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει…». Το φέρανε όχι τα χελιδόνια παρά οι κάμπιες. Ωστόσο, αν γυμνωθήκανε τα πεύκα από τα χρυσά τους κρόσσια και τα κλαριά τους ανεμίζονται στον αέρα σκελετωμένα, ζωντάνεψε η γης, οι λεύκες γεμίσανε φύλλα κι οι δαμασκηνιές λουλούδια. Κι ο έρωτας; Είναι κι αυτός κάμπια, που την φέρνει η Άνοιξη για να τρώγει τις καρδιές. Βέβαια, δεν κάνει διάκριση, προτιμάει όμως τις καρδιές των νέων. Τις τρώγει για να πλημμυρίσουνε άνθη! Αν έλειπε αυτή η κάμπια, θα σταματούσε η ζωή.
Τα αίματα των νέων αρχίζουνε να βράζουν. Η ανάσα γίνεται πιο γρήγορη. Ο ύπνος δύσκολος. Τα μάτια γεμίζουν οράματα, το στόμα αναστεναγμούς, κι η ψυχή, νοσταλγία του απείρου. Μελαγχολία που εγκυμονεί θυέλλας!
Τι γίνεται λοιπόν;
Οι περισσότεροι νέοι δεν περιμένανε τον Καζαμία να τους δώσει το σύνθημα του ξεκινήματος για τη μεγάλη υπόθεση. Από το χειμώνα χτυπάνε τα πόδια τους όπως τα δεμένα άλογα που ζητάνε διάστημα… Αλλά μονάχα τώρα μπορούνε να τρέξουν. Όλη η πλάση, όπως θα λέγανε οι παλιοί ρομαντικοί, γιορτάζει και τους περιμένει σημαιοστόλιστη. Όλο το ύπαιθρο σκεπάστηκε με πράσινο ουρανό και κάτου απ’ αυτήν τη τραγουδίστρα σκεπή, που μοσκομυρίζει, δημιουργήθηκε πλήθος άντρα των Νυμφών και των Σατύρων.
Πρωί πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, σούρουπο, νύχτα, όλοι οι δρόμοι φέρνουνε στο δάσος. Φαντασία και καρδιά! Και την άλλη μέρα το πρωί το δάσος μυρίζει… στάχτη. Από κει πέρασε η φωτιά… Άφησε μονάχα τη μυρωδιά της, αλλά δεν καίει τίποτε άλλο από τον εαυτό της. Τουναντίον ανασταίνει ό,τι αγγίζει!
̶ Αυτή είναι η μόνη διέξοδο του έρωτα των σημερινών νέων, έλεγε παλιός παρατηρητής των εγκοσμίων. Άλλοτες παίρνανε το τραμ και τα λεωφορεία και κατεβαίνανε στα Φάληρα, στη Γλυφάδα, στη Βουλιαγμένη ή ανεβαίνανε στην Αγία Παρασκευή, στο Χαλάντρι, στο Μαρούσι. Παντού υπήρχανε εξοχικά κέντρα για να καθίσουνε, να φάνε, να πιούνε, να φλυαρήσουν και να ζαχαρώσουν. Όλη αυτή η ιστορία δεν κόστιζε και πολλά πράματα. Κι ο τελευταίος υπάλληλος μπορούσε να προσφέρει στην αγάπη του αυτήν τη στοιχειώδη περιποίηση. Κι ύστερα ακουμπώντας τα ζαλισμένα μέτωπά τους ο ένας στον ώμο του αλλουνού, οδεύανε σα μαγεμένοι το πεπρωμένο τους προς τις πλαγιές και την εξοχή.
Τώρα όμως η σκηνοθεσία έχει πολύ απλουστευθεί. Από ανώτερη βία. Δεν μπορεί ένας νέος να προσφέρει κάθε τόσο στην αγάπη του ένα γεύμα. Όλο του το μηνιάτικο δεν φτάνει για ένα τέτοιο απονενοημένο διάβημα. Πήγαινε, αν θες, στις κοσμικές ή στις λαϊκές ταβέρνες. Θα ιδείς μονάχα… γέρους. Δηλαδή παραλήδες. Κι αν δεις και καμιά γυναίκα, θα είναι με τον άντρα της. Όλοι αυτοί έχουνε τον τρόπο να πάνε να γλεντήσουν. Οι νέοι όχι. Γι’ αυτό παίρνουνε κι αυτοί τα βουνά και τα δάση, όπου όλες οι χαρές δίνονται τζάμπα: μεθύσι, αισιοδοξία, πάθος, λυρισμός και μουσική. Για όλα εφρόντισε η Φύση, το μεγάλο αυτό εργοστάσιο των ηδονών.
̶ Αυτή είναι η καλύτερη λύση, απήντησε ο άλλος. Άμποτε να μπορούσαμε κι εμείς να… μεθάμε με τον αέρα…»
*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Γιατί πηδούσαν οι ερωτευμένοι απ’ αυτό το βράχο στη Λευκάδα;


Ο Βάρναλης έγινε γνωστός ως ποιητής αλλά παρέμεινε γνωστός ως ποιητής μέλος του ΚΚΕ. Το μαρτυρά αυτό το βραβείο Λένιν που του απονεμήθηκε το 1959. Άλλοι, ξεχασμένοι σήμερα ποιητές, περί έρωτος κι αυτοί ετύρβαζαν είτε αυτός είναι ο (πασέ στις μέρες μας) Παλαμάς είτε είναι ο Κρυστάλλης είτε ο Ουράνης. Ας πούμε δυο λόγια για τον Βάρναλη που δεν συνηθίζεται να λέγονται στις μέρες μας. Ο Βάρναλης ήταν από το σημερινό Μπουργκάς που είναι το εκβουλγαρισμένο Πύργος. Καταγωγή είχε από τη Βάρνα, εξού και το Βάρναλης. Σπούδασε δε τα πρώτα του γράμματα στο σημερινό Πλόφντιβ, δηλαδή στη Φιλιππούπολη, στα Ζαρίφεια… Διαβάστε περισσότερα »