σε , ,

Η απόλαυση του να ακούς τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο να μιλά

Μια βραδιά στην Θεσσαλονίκη γεμάτη κρασί, σινεμά και συζητήσεις

Πρώτη δημοσίευση: Νοέμβριος 2015

«Όταν με κάλεσαν να δώσω αυτήν την ομιλία για τη σχέση του κρασιού με τον κινηματογράφο, σκέφτηκα πως ίσως δεν ήμουν ο καταλληλότερος.» Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος έχει μόλις ανέβει στο βήμα. Βρισκόμαστε στις πλαγιές της Επανομής, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, δίπλα στον αμπελώνα που περιβάλλει το σύγχρονο οινοποιείο, όπου παράγονται τα γνωστά κρασιά του Κτήματος Γεροβασιλείου.

Είναι το Κτήμα Γεροβασιλείου που κάλεσε τον Θοδωρή για να μιλήσει στο κοινό. «Ήταν ένα θέμα που δεν κατέχω πολύ», εξηγεί αυτός, «αλλά ίσως είναι και καλύτερα. Αν ξέρεις κάτι πολύ καλά, στο τέλος το βαριέσαι και μηχανικά επαναλαμβάνεις όλα αυτά που έλεγες πάντοτε. Η πρόσκληση με κινητοποίησε να ψάξω και να μάθω…»

Πλάι του υπάρχει μια μεγάλη οθόνη που συμπληρώνει, και φωτίζει ενίοτε, τα λεγόμενά του. Σε όλη τη διάρκεια της ομιλίας βλέπουμε ξεχωριστές σκηνές από ετερόκλητα φιλμ, στις οποίες το κρασί παίζει το ρόλο συμπρωταγωνιστή, ή συχνότερα κομπάρσου.

«Το κρασί κατέχει συμπτωματική και διακοσμητική θέση στην ιστορία του σινεμά, με μερικές εξαιρέσεις φυσικά. Απορώ, γιατί δεν έχει ασχοληθεί το σινεμά περισσότερο ενώ όλοι το απολαμβάνουμε σε κάποιες στιγμές της ζωής μας. Κι όταν λέω όλοι εννοώ όλοι – ακόμα κι αυτός εδώ» δείχνει με το χέρι την οθόνη, και βλέπουμε τον Δράκουλα, απ’ την ομώνυμη ταινία του Κόπολα με το ποτήρι στο χέρι, να ετοιμάζεται να μεθύσει τον Κιάνου Ριβς. «Το κρασί είναι ένα μεταβατικό στάδιο, το πρώτο στάδιο φιλοξενίας για να σπάσει ο πάγος και να ακολουθήσει κάτι σημαντικότερο. Είναι δηλαδή ο καταλύτης».

Βλέπουμε ένα απόσπασμα απ’ το Νοτόριους του Χίτσκοκ οι ήρωες είναι σε ένα κελάρι και κατά λάθος ρίχνουν ένα μπουκάλι που πέφτει και σπάει. Αποκαλύπτεται ότι δεν είχε κρασί μέσα, αλλά ουράνιο, κάτι που μόνο προς το τέλος του φιλμ θα παίξει ξανά ρόλο…»

Οι ιστορίες που αφηγείται ο Κουτσογιαννόπουλος για τις ταινίες είναι καθηλωτικές. Έχει έναν τρόπο, απροσποίητο και άμεσο, να εμπλέκει τον θεατή/ακροατή στην αφήγησή του, που κάνει τον κόσμο να θέλει να συμμετέχει – και να θέλει να τον γνωρίσει και να συζητήσει μαζί του.

«Πάμε στο Μάτριξ τώρα», λέει, «όπου οι ήρωες συναντούν τον Μεροβίγγειο και την Περσεφόνη σε ένα χάι τεκ εστιατόριο, και τους προσφέρεται ένα ποτήρι κρασί που φαίνεται να είναι εκλεκτό, αλλά δεν είναι (εξάλλου στο μάτριξ τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται). Θα έχετε προσέξει πως οι Αμερικανοί βάζουν στις περισσότερες ταινίες τους Άγγλους ηθοποιούς να παίζουν τους κακούς, για να τους εκδικηθούν επειδή είναι καλύτεροι ηθοποιοί» λέει χαμογελώντας. «Επίσης βάζουν τους Γάλλους που θεωρούνται εκλεπτυσμένοι και είναι γνώστες των κρασιών και της καλής ζωής, για να κάνουν τους Κακούς με κρασί.» (Λίγο αργότερα θα βλέπαμε και μια τρίτη ταινία με κρασί και Κιάνου Ριβς, το Walk in the Clouds, που«έχει ωραίες εικόνες, αλλά κατά τα άλλα είναι αμήχανη ταινία, κυρίως λόγω του παιξίματος του πρωταγωνιστή της. Ο Κιάνου Ριβς έχει μεγάλη κινηματογραφική παρουσία, όταν όμως δεν μιλάει…!»)

Σε πολλές ταινίες το κρασί είναι ο φίλος και σύντροφός μας, που βοηθά να ξεμπλοκάρουμε και να πούμε πράγματα, ή να ξεχαστούμε. Η Μπρίτζετ Τζόουνς ας πούμε, πίνοντας κρασί καταπολεμά τη μοναξιά της, καθώς παίζει το All By Myself στην αρχική σκηνή της ταινίας. «Λίγο κρασί μπορεί να σε κάνει σταρ στο δικό σου κόσμο» λέει ο Θοδωρής, «μέχρι να πέσεις ξερός – έτσι γίνεται και με την Mπρίτζετ Tζόουνς ξεχνά την μοναξιά της και την παίρνει ο ύπνος…»

Ελληνικά παραδείγματα δεν υπάρχουν; Πώς, ας θυμηθούμε τον Ντίνο Ηλιόπουλο στο Φωνάζει ο Κλέφτης, που για να πάρει θάρρος και να κάνει τις αποκαλύψεις του χρειάζεται ένα ποτήρι (ή μάλλον περισσότερα) κρασί. Στον δε Μεθύστακα δεν είναι και τόσο κολακευτικό το πορτρέτο του Έλληνα που πίνει. Ενώ πχ. ο Ζορμπάς έπινε για να έρθει στο κέφι, ο μεθύστακας είναι ένα λούμπεν στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας, που το κρασί αρχικά τον βοηθούσε αλλά στην πορεία άρχισε να τον καταστρέφει.

Πολύ ενδιαφέρουσα ήταν η παρατήρηση του Θοδωρή για την Ελλάδα εκείνης της περιόδου: «Τότε ακόμα, όλοι έπιναν κρασί, στα καπηλειά, τις ταβέρνες, τα νυχτερινά κέντρα. Απ’ τη δεκαετία του ’60, κυρίως λόγω ξενομανίας, ήρθε το ουίσκι στη μόδα και όλοι ήθελαν να πίνουν το «σκατς» τους, και το κρασί παραμερίστηκε. Και στη ζωή αλλά και στις ελληνικές ταινίες. Και, μιλώντας για το σινεμά, ποτέ δεν επανήλθε ιδιαίτερα. Ακόμα περιμένουμε ένα ελληνικό Πλαγίως.»

Αναφέρεται φυσικά στο φιλμ Sideways (Πλαγίως) του Ελληνοαμερικανού Αλεξάντερ Πέιν, την πιο γνωστή ταινία αφιερωμένη στο κρασί – και την πιο επιδραστική.

Στο απόσπασμα που βλέπουμε, ο πρωταγωνιστής λέει στον φίλο του πόσο μισεί το Μερλό, που το πίνουν όλοι σαν πρόβατα, λόγω μόδας, και πώς αυτός προτιμά το Πινό Νουάρ που το θεωρεί πιο ιδιαίτερο και όχι τόσο μαζικό.

«Δε χρειάζεται να πιεις Μερλό εσύ» του λέει ο φίλος του.
«Δεν μου αρκεί! Αν παραγγείλει κανείς στο τραπέζι κανα γαμημένο Μερλό, εγώ θα φύγω!»
«Εντάξει, κανένας δεν θα πάρει Μερλό» τον καθησυχάζει ο φίλος του. «Έφερες τα ζάναξ σου; Μην πιείς πολύ κρασί».

Το ενδιαφέρον είναι, λέει ο Θοδωρής, πως αυτή η όρεξη του πρωταγωνιστή να ξεχωρίσει με το Πινό Νουάρ αλλά και το μίσος του για το Μερλό, είχε διεθνή αντίκτυπο στον πραγματικό κόσμο. Ήταν τόσο πειστικός, που μετά την επιτυχία της ταινίας, μειώθηκαν σημαντικά οι πωλήσεις του Μερλό, περισσότερο στην Αμερική -αλλά περιέργως και στον υπόλοιπο κόσμο!- και αυξήθηκαν οι πωλήσεις του Πινό Νουάρ.

Άλλη ωραία ιστορία: «Ο μοναδικός Τζέιμς Μποντ που έχει γυριστεί στην Ελλάδα, βρίσκει τον ήρωα να πίνει ελληνικό κρασί. Αν νομίζετε ότι ο πιο χάι πράκτορας όλων εποχών είναι τόσο σμνομπ που παραγγέλνει μόνο το μαρτίνι του και με τον τρόπο που του αρέσει, κάνετε λάθος. Ξέρει να προσαρμόζεται στην περίσταση και να μην ξεχωρίζει, ειδικά αφού είναι μυστικός πράκτορας. Σε ένα δείπνο στο καζίνο, δεν μπορεί φυσικά να ζητήσει μαρτίνι, και όταν κάποιος του προτείνει ένα συγκεκριμένο κρασί, αυτός (παιγμένος απ’ τον Ρότζερ Μουρ) αρνείται, και επιλέγει να ζητήσει κρασί Θεοτόκης, με την αστεία του προφορά, επειδή ξέρει πως με το συγκεκριμένο φαγητό, ταιριάζει το συγκεκριμένο κρασί. Ξέρει δηλαδή πως το κρασί και η σωστή επιλογή του, σου ανοίγουν πόρτες και δεν σε προδίδουν ποτέ.»

Λίγο πριν το τέλος, ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος εξηγεί πώς στην προσπάθειά του να βρει κι άλλα πράγματα για τη σύνδεση κρασιού και κινηματογράφου, ρωτούσε φίλους και γνωστούς – ακόμα και σκηνοθέτες. Όταν βρέθηκε να παίρνει συνέντευξη απ’ την Νάνσι Μέγιερς για το φιλμ «Ο Αρχάριος» με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, πρόσεξε την οινοποσία και έκανε σχετική ερώτηση στη σκηνοθέτιδα.

Γελάμε για το πώς έφερε την κουβέντα εκεί, σχεδόν στο άσχετο – όπως θα λέγαμε «κι αυτός το βιολί του». Το βρήκα τέλειο πως απ’ τα έξι λεπτά που είχε μαζί της χαράμισε το ένα για να ρωτήσει σχετικά με το κρασί, και το πώς οι ηρωίδες νιώθουν πίνοντάς το.

Βλέπουμε το απόσπασμα της συνέντευξης στην οθόνη. Η Μέγιερς εκπλήσσεται κάπως με την κουφή, αλλά ενδιαφέρουσα ερώτηση, και αφού περιγράφει το πώς «ξεκλειδώνονται» οι γυναίκες στις ταινίες της καταλήγει: «Τώρα για το κρασί… Δεν ξέρω τι να πω. Δεν θυμάμαι και δεν ξέρω καν αν πίνουν κρασί στην ταινία, ίσως να υπάρχει ένα ποτήρι κρασί, κι αυτό ήταν. Ξέρω γω, ήπιε ένα ποτήρι ο χαρακτήρας, επειδή έτσι κάνουν οι άνθρωποι.» Γελάσαμε και πάλι, ξέροντας το inside joke που υπήρχε πίσω απ’ την στιχομυθία.

Και αυτό ήταν το ωραίο στην αφήγηση του Θοδωρή. Το χιούμορ έμπαινε απ’ την πίσω πόρτα, χωρίς να εκβιάζει το γέλιο, με μια φυσικότητα χαρακτηριστική των ευγενών και χαλαρών ανθρώπων. (Όταν σε κάποια στιγμή ο ήχος είχε χαλάσει και έπαιζε η σκηνή απ’ το Les Miserable χωρίς να ακούγεται το τραγούδι, σχολίασε, «έχουμε αυτοπεποίθηση πάντως, δείχνουμε μιούζικαλ χωρίς ήχο!»)

Υποστηρίζω πως θα έπρεπε να έχει τη ολόδική του εκπομπή με συνεντεύξεις στην τηλεόραση: Σεμνός και ευγενικός, μπορεί να μιλάει με την ίδια άνεση με τον Σάκη Ρουβά ή και με την Κική Δημουλά, βγάζοντας τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία τους. Χτες βράδυ πάντως, στο Κτήμα Γεροβασιλείου, με το Μουσείο Οίνου του και τους αμπελώνες του, απέδειξε πως δεν χρειάζεται να έχει απαραίτητα συνομιλητή για να σου κρατήσει το ενδιαφέρον.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Total votes: 0

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%

Αφήστε μια απάντηση