Στις αρχές του 20ου αιώνα, τα υπερατλαντικά ταξίδια γίνονταν από τρεις διαφορετικές εταιρείες: Τις Cunard, White Star Line και French Line Compagnie Générale Transatlantique (CGT). Η White Star Line, ναυτιλιακή εταιρεία συμφερόντων του John Pierpont Morgan, ενός ακόρεστα φιλόδοξου επενδυτή, ο οποίος είχε μεταξύ άλλων δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά και με τις εταιρείες General Electric και U.S Steel, είχε στις τάξεις τα πλοία Olympic, Titanic και Britannic.
Παρά το γεγονός ότι ένα μέσο υπερατλαντικό ταξίδι διαρκούσε από πέντε μέρες ως και δύο εβδομάδες (για τη διαδρομή Λονδίνο – Νέα Υόρκη), δεν ήταν λίγοι οι Ευρωπαίοι που επένδυαν τεράστια ποσά σε αυτό το εντυπωσιακό ταξίδι. Άλλωστε η αεροπορία εκείνη την εποχή υπήρχε μόνο στα φιλόδοξα σχέδια λίγων και τολμηρών.
Όσοι επέλεγαν τα πλοία της White Star Line για το ταξίδι τους, απαιτούσαν να έχουν τις ίδιες ανέσεις εν πλω, με αυτές που συναντούσαν στα πεντάστερα ξενοδοχεία των προορισμών τους. Δηλαδή, εκτός από χαμάμ, πολυτελή σαλόνια φαγητού και γήπεδα σκουός, οι επισκέπτες ζητούσαν – και απολάμβαναν – τις υπηρεσίες γυμναστηρίων!
Το γυμναστήριο του Τιτανικού είχε στατικά ποδήλατα και κωπηλατικά μηχανήματα. Μοιάζει μ’ ένα κανονικό γυμναστήριο, αν εξαιρέσουμε ότι υπήρχαν ξεχωριστές ώρες προσέλευσης για άντρες (το απόγευμα) και για γυναίκες (το πρωί). Επικεφαλής του γυμναστηρίου ήταν ο Thomas McCauley, o οποίος ήταν στη θέση του ακόμα και το βράδυ της 15ης Απριλίου 1912, όταν ο Τιτανικός βυθίστηκε για πάντα.





