Κείμενο και πορτραίτο του ποιητή: Βάσια Αναγνωστοπούλου
Ήμουν 16 χρονών. Είχα κόψει τη φυσική απ’ τη ζωή μου, γιατί πίστευα ότι αν ασχοληθώ περισσότερο θα τρελαθώ. Το αμέσως πιο ηδονικό πράγμα, μετά τα κβάντα, ήταν η ποίηση.
Πυκνός λόγος -ο αγαπημένος μου- και έντονο συναίσθημα, μέσα από προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, φωτισμένη έμπνευση και καλοδουλεμένες τεχνικές. Διάβαζα πολύ. Την ανέλυα τεχνικά ακόμα πιο πολύ, τόσο που με τρόμαζε και δεν έγραφα, όμως τότε, ήταν ό,τι πιο κοντά στον έρωτα μπορούσα να φανταστώ. Αυτό, με οδήγησε σε μία ρομαντική ιδέα!
Είχα πάρει έναν τηλεφωνικό κατάλογο, εκείνον τον κίτρινο, τον παχύ, και βρήκα τις διευθύνσεις όλων των αγαπημένων μου εν ζωή ποιητών. Έγραψα στον καθένα ένα γράμμα, προσωπικό, όχι φασόν, τα έβαλα στα πορτοκαλί μου φακελάκια, και τα ταχυδρόμησα. Μεταξύ άλλων, εξέφρασα την επιθυμία μου να τους συναντήσω, προφασιζόμενη το περιοδικό του σχολείου μου, που δεν υπήρχε, αλλά θα ήθελα να υπήρχε, και μία συνέντευξη που θα ήθελα να τους πάρω.
Και κάπως έτσι άρχισα να λαμβάνω φακελάκια με απαντήσει, είτε θετικές, είτε αρνητικές ως προς τη συνέντευξη, αλλά όλες θερμές. Αφιέρωσα ένα όμορφο κουτί στην αλληλογραφία με “τους ποιητές μου” και απέκτησα ένα παράδοξο εξωσχολικό χόμπι!Κάθε Σάββατο έβαζα τον καημένο τον πατέρα μου, να με τρέχει σε καφέ και σπίτια αγνώστων κυρίων, και να με περιμένει στο αυτοκίνητο, με τρόμο στην καρδιά, φαντάζομαι! Κάθε Σάββατο συναντούσα έναν ποιητή!
Με άλλους αλληλογραφούσαμε, άλλοι μου έστελναν τα βιβλία τους, με κάποιους κρατήσαμε επαφή για καιρό. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, τη θλίψη μου για το χαμό κάποιων από τους ποιητές μου, πρόσφατα, και τον απεριόριστο ελεύθερο χρόνο που μας έχει προσφέρει η καραντίνα, βρήκα την ευκαιρία να κάνω κάτι που λέω χρόνια, αλλά ποτέ δεν κάνω, να απομαγνητοφωνήσω ένα μέρος από τις κασετούλες μου, αυτό που είχα καταφέρει να κάνω ψηφιακό και αν θυμηθώ, όσα περισσότερα μπορώ. Εδώ να πω ότι κάθε συνέντευξη συνοδεύεται και από μία φωτογραφία. Τα πρώτα μου πορτραίτα.
Αυτές τις μέρες που χρειαζόμαστε λίγη συντροφιά, θα ήθελα να μοιραστώ αυτές τις συζητήσεις, ελπίζοντας ότι θα είναι αφορμή να διαβαστεί λίγη ποίηση.
Καλή ανάγνωση.
Αθήνα 2003
Ο πιο νέος, ο πιο γοητευτικός, ο πιο σύγχρονος και αγαπημένος μου, ως ποιητής. Ο Χάρης Βλαβιανός, ήταν υπεύθυνος των εκδόσεων Νεφέλη τότε, όπου και τον συνάντησα στο γραφείο του. Πλέον, είχα γίνει πιο έμπειρη στις συνεντεύξεις μου, με αποτέλεσμα να τις απολαμβάνω περισσότερο! Θυμάμαι ότι ήταν πολύ ευχάριστη η κουβέντα μας, και θυμάμαι έντονα το ”πέρασμα” του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, ο οποίος έλεγε κάτι καταπληκτικές ιστορίες, που μακάρι να είχα καταγράψει, τότε που τις θυμόμουν.
-Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν ποιητή και έναν κοινό άνθρωπο;
Ότι αυτός θέλει να καταγράψει, να κάνει γλώσσα, τις εμπειρίες του και τις εμπειρίες των εμπειριών του, δηλαδή τις σκέψεις και τα συναισθήματα που αυτές δημιουργούν. Δεν νομίζω ότι είναι σωστό αυτό που λέγεται συνήθως ότι ο ποιητής είναι πιο ευαίσθητος από άλλους «κοινούς θνητούς». Υπάρχουν άνθρωποι που είναι πολύ ευαίσθητοι αλλά αυτή την ευαισθησία την αποτυπώνουν με άλλους τρόπους.
-Χρειάζεται ένα δυνατό συναίσθημα ή μία έντονη εμπειρία για να γραφτεί ποίηση;
Χρειάζεται μια δυνατή σκέψη πάνω στην εμπειρία. Η σκέψη και το συναίσθημα είναι η άμεση αντίδραση στο εξωτερικό ερέθισμα. Από κει και πέρα η ποίηση είναι μία τέχνη. Το ποίημα είναι ένα αρχιτεκτόνημα. Πρέπει να φτιαχτεί. Άρα ο ποιητής στοχάζεται πάνω σε αυτό το πράγμα, που σιγά-σιγά κατασκευάζει. Χρειάζεται επομένως και μια δεύτερη σκέψη. Εμένα προσωπικά με ενδιαφέρει η δευτερογενής αυτή εμπειρία. Το πώς φιλτράρεται, δηλαδή, μέσα μου μία συγκεκριμένη εμπειρία και γίνεται ποίημα. Και το λέω αυτό επειδή γνωρίζω (και όποιος γράφει το γνωρίζει ή οφείλει τουλάχιστον να το γνωρίζει), ότι η γλώσσα, επεμβαίνοντας βίαια πάνω στην εμπειρία, εκτοπίζει ένα μεγάλο κομμάτι της. Η ποίηση είναι μία διαρκής πάλη ανάμεσα στην εμπειρία και τη γλώσσα στην οποία καταφεύγει ο ποιητής για να την εκφράσει. Η ποίηση, ας μη το ξεχνάμε, είναι η κατασκευή ενός εννοηματωμένου κόσμου. Ο καθένας μας φτιάχνει έναν τέτοιο κόσμο και, είτε στοχάζεται πάνω σ’ αυτόν είτε όχι, εντός του ζει. Από τη στιγμή που οι ποιητές καταγράφουν τις κατασκευές τους είναι αδύνατον να υποδύονται πως δεν έχουν συνείδηση του τι ακριβώς κάνουν.
-Ένας άνθρωπος γεννιέται ποιητής ή γίνεται;
Νομίζω ότι γίνεται. Γιατί μπορεί να είναι ένας άνθρωπος μιας συγκεκριμένης πάστας, δεν ξέρω αν αυτό που λέμε ιδιοσυγκρασία είναι τόσο προσδιορισμένο γονιδιακά, να έχει μια γενική ευαισθησία, αλλά παίζει ρόλο και το κοινωνικό περιβάλλον. Μπορεί να βοηθήσει ας πούμε το να μεγαλώσεις σε περιβάλλον που οι άνθρωποι γύρω σου αγαπούν τα βιβλία και έχουν ποιητική παιδεία. Τώρα, από κει και πέρα, είναι μακρύς ο δρόμος. Δηλαδή είναι μια τέχνη που θέλει πολλή δουλειά. Το ταλέντο είναι κάτι που μπορείς να έχεις, αλλά αν δεν το καλλιεργήσεις δεν σε βγάζει πουθενά. Η ιστορία της ποίησης είναι γεμάτη από περιπτώσεις “ταλαντούχων” ποιητών που άφησαν πίσω τους μικρό ή αδιάφορο έργο, επειδή ακριβώς επαναπαύθηκαν στο “έμφυτο” ταλέντο τους, και μείναν στα μισά του δρόμου.
-Εσείς με ποιόν τρόπο καταλάβατε ότι έχετε αυτή την κλίση προς την ποίηση;
Δεν το κατάλαβα ακριβώς. Ήμουν ένα παιδί πολύ μόνο και, μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη, το διάβασμα ήταν κάτι πολύ φυσικό. Όχι τόσο το γράψιμο. Το διάβασμα. Κάποια στιγμή όμως, γύρω στα 22-23, ένιωσα την ανάγκη να εκφραστώ μέσα από τις λέξεις. Στην αρχή με γοήτευε η εικόνα του εαυτού μου, να κάνω κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τις κυρίαρχες αξίες και επιλογές των δικών μου. Είχα αφοσιωθεί σε ένα πράγμα το οποίο ήταν, με τη καλή έννοια, εντελώς περιττό, μη παραγωγικό, κάτι που δεν το θέλει κανείς ή ελάχιστοι. Σιγά σιγά όμως καλλιέργησα την αγάπη μου γι’ αυτό το κάτι, την ποίηση, και επένδυσα όλη μου τη δύναμη στο να καταφέρω να γράψω και εγώ μερικά ποιήματα που να έχουν κάποια αξία.
-Τι είναι η ποίηση για σας;
Έκφραση είναι. Κοίταξε, στην αρχή ίσως θέλεις να το ορίσεις, μετά όμως δε σε νοιάζει πολύ. Είναι σα να σου πω τι είναι η αναπνοή για σένα. Είναι τόσο μέρος του εαυτού σου που δεν το σκέφτεσαι. Όπως κι εσύ δεν σκέφτεσαι ότι πρέπει ν’ αναπνέεις για να ζήσεις. Αλλά, βέβαια, δεν είναι τόσο ανώδυνο όπως το να αναπνέει κανείς, γιατί είναι αυτό το διαρκές κονταροχτύπημα με τη λευκή σελίδα. Και όσο μεγαλύτερο διάστημα γράφεις, τόσο πιο δύσκολο είναι να συνεχίζεις να γράφεις, γιατί κατανοείς τη σημασία και το βάρος αυτής της πράξης.
-Η ποίηση είναι ένα μέσο που οδηγεί τον άνθρωπο στη γνώση;
Νομίζω ότι είναι ένα είδος αυτογνωσίας. Είναι μια συνομιλία με τον εαυτό σου. Είναι σαν την προσευχή, σε απελευθερώνει. Δεν σημαίνει όμως πως ότι είναι αναγκαίο για σένα είναι και αναγκαίο για την Ποίηση, με “Π” κεφαλαίο. Εκεί αρχίζει όλο το δράμα. Διότι πολλοί, όπως ξέρουμε, γράφουν ποιήματα, αλλά ελάχιστοι γράφουν τα ποιήματα εκείνα που θα κερδίζουν μια θέση στην ιστορία της Ποίησης.
-Άρα το ζητούμενο είναι μια θέση στην ιστορία της Ποίησης;
Για μένα το ζητούμενο είναι ν’ αφήσω πίσω μου καμιά δεκαριά ποιήματα που θ’ αντέξουν στον χρόνο. Καθένας που γράφει αυτό θέλει στο τέλος. Το στοίχημα που βάζει είναι με τον χρόνο. Με μία έννοια είναι και η υστεροφημία. Επομένως ούτε πισίνες, ούτε βίλες, ούτε… Θέλεις να κάνεις κάτι που θα διαρκέσει. Μπορεί ν’ ακούγεται αλαζονικό, αλλά όποιος το αρνείται απλώς ψεύδεται.
-Τι είναι αυτό που κάνει ένα έργο να αντέχει στον χρόνο;
Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση. Πρέπει να περιέχει στοιχεία που να μπορούν να εκτιμηθούν από την επόμενη γενιά. Όμως τι μας λέει ότι, αν το εκτιμήσει η επόμενη, θα το εκτιμήσει και η μεθεπόμενη;
-Υπάρχει κάποιο στοιχείο που να χαρακτηρίζει την ποίησή σας;
Υπάρχει μία εμμονή με το θέμα της μορφής. Με ποιο τρόπο θα αποτυπώσω στο χαρτί, όσο πιο δραστικά μπορώ εννοείται, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που συγκεκριμένες εμπειρίες -και αναγνωστικές φυσικά- μου προκαλούν. Με απασχολεί επίσης πολύ και το ζήτημα της ιστορίας. Η διαπλοκή ανάμεσα στο δρον υποκείμενο και την ιστορία, την προσωπική αλλά και τη γενική.
-Έχετε επηρεαστεί από τους ποιητές τους οποίους έχετε μεταφράσει;
Ναι, βέβαια. Τους μεταφράζω επειδή ακριβώς με αφορούν ποιητικά. Νιώθω να έχω μαζί τους μια εκλεκτική συγγένεια, που θα έλεγε και ο ήρωας του Γκαίτε.
-Ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ ευχαριστώ.
*Διαβάστε και τις συνεντεύξεις των άλλων πέντε ποιητών: Κλείτος Κύρου / Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ / Χριστόφορος Λιοντάκης / Γιάννης Δάλλας / Αντώνης Φωστιέρης /

