σε , ,

Μαλβίνα Κάραλη: Η συνέντευξη της ζωής μου

Παρουσιάζουμε την σπουδαία συγγραφέα, σεναριογράφο, δημοσιογράφο και παρουσιάστρια μέσα από τα δικά της λόγια

Η παρακάτω συνέντευξη αποτελεί μια προσεκτικά δομημένη σύνθεση των καλύτερων ερωταπαντήσεων από τις ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις που έδωσε στη ζωή της η Μαλβίνα Κάραλη. (Οι ερωταπαντήσεις προέρχονται από συνεντεύξεις που η Μαλβίνα Κάραλη είχε δώσει τις τελευταίες δεκαετίες στους Ν. Μαστοράκη, Χ. Φερεντίνο, στην Τ. Στεφανίδου, στην Ελένη Ξένου και στο Περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ)

– Όσοι ακούνε να σε λέω φίλη μου θα φρικάρουνε. Ξέροντας ότι εσύ βγαίνοντας κάθε απόγευμα στον Σκάι κάνεις πόσους, 100 εχθρούς την ημέρα; 

Ούτε μισό! Δεδομένου ότι ο καθένας έχει μια ιδεατή εικόνα για τον εαυτό του, αλλά είναι εικόνα και το ξέρει, είναι μόνο προς τα έξω. Οι πολιτικοί, τους οποίους περιλαμβάνω στις νυχάρες μου, ξέρουν πολύ καλά τι συμβαίνει. Και όχι απλώς δεν είναι εχθρικοί αλλά είναι φιλικότατοι.

– Μου ακούγεται λίγο περίεργο δεδομένου ότι στην Ελλάδα, μπορεί να είμαστε υπέρ της πλάκας αλλά σπάνια είμαστε υπέρ της σάτιρας.

Καταρχήν εγώ πιστεύω ότι κάνω περισσότερο πλάκα παρά χιούμορ. Γιατί Ελληνίδα είμαι, στη Μεσόγειο πατάω, το φλέγμα δεν το ξέρω. Είναι μια ιστορία που θα μπορούσα να την είχα ασκήσει, αλλά δεν μου πολυταιριάζει. Μ’ αρέσει η άγρια θορυβώδης πλάκα, ο ορυμαγδός της πλάκας. Από εκεί και πέρα, ναι, έχει συμβεί πάρα πολλοί πολιτικοί, δε θα ξεχάσω την ημέρα που ο Καμμένος, που τον έλεγα και τι δεν τον είχα πει τον άνθρωπο, τι γιαουρτά, τι ο φαλατζής, τι καμένη γη, τι ένα με τα κούτσουρα, με βρήκε και μου είπε «Αχ καταπληκτικό, γουστάρω, πεθαίνω από τη χαρά μου». Όταν κάποτε έπαψαν να σχεδιάζουν τον Τσάτσο με την κότα, πήρε τηλέφωνο και είπε «σας παρακαλώ, γιατί με κόψατε;» που εμένα να με βγάλεις με μια κότα, που δεν μου πάει με το χαρακτήρα που έχω, θα πέσω να πεθάνω βεβαίως – βεβαίως.

– Εσύ, αν σε σατίριζε κάποιος ανηλεώς και κάθε μέρα, θα πειραζόσουν ή θα το θεωρούσες κολακευτικό;

Σ’ αυτά παθαίνεις έναν μιθριδατισμό και δε σε ενοχλεί. Πιστεύω θα μου ήταν παγερά αδιάφορο. Όπως μου είναι παγερά αδιάφορο όλο το πράγμα που μπορεί να μου έρθει απ’ έξω και να χρειαστεί να το εισπράξω. Δε με αφορά. Δεν έχω παγιδευτεί από την εικόνα, γιατί ξέρω πόσο πρόσκαιρη είναι, ξέρω πόσο του χρόνου θα μπορώ να κάνω κάτι άλλο και να είναι, δεν ξέρω τι, αγιογραφία ή να γράφω τροπάρια ή να πάω να ξαναρχίσω σπουδές. Μου είναι πάρα πολύ αδιάφορα όλα αυτά για να παγιδευτώ από την εικόνα.

-Τους φίλους σου, τους προστατεύεις από τη σάτιρα σου Μαλβίνα;

Μα εννοείται! Σ’ αυτήν τη ζωή, για τους φίλους μου ζω, δε ζω για τη δουλειά μου

-Άρα οι φίλοι σου έχουν εξασφαλίσει το απυρόβλητο από εσένα.

Εννοείται! Αυτό είναι δοσμένο με τα χίλια. Αυτό μου ΄λειπε. Αν γίνω αυτό το κτήνος, αυτό το γελοίο υποκείμενο. Μα εκεί αρχίζει ο παραγοντισμός. Εκεί που λες «Α, εγώ με συγχωρείς θα κάνω αμερόληπτα τη δουλειά μου». Δεν ξέρει πόσο γελοίο υποκείμενο είναι εκείνη τη στιγμή που το λέει. Και θα πιάσεις το άτομο που σου ‘χει σταθεί τις νύχτες, τις άγρυπνες που έχεις πιει ένα ποτήρι κρασί μαζί του, θα πιάσεις να τον ξεσκίσεις; Τόσο μαλάκας άνθρωπος δηλαδή; Δε θα σε εμπεριέξει αυτή η ζωή. Δε θα έχεις καλό τέλος…

– Σου έχει συμβεί ποτέ να βγεις εκτός εαυτού και να πλακωθείς με κάποιον;

Ναι. Όταν ο πρώην άντρας μου, ήμουν πολύ παιδί όμως, ήμουν 18 χρονών, είχα παντρευτεί για πλάκα, για να φύγω από το οικοτροφείο του Αρσακείου, που όντως τα κατάφερα και έφυγα και πήγα και τρεις μήνες νυχτερινό στην Χαλκίδα, έγκυος ούσα. Όταν δε μου έδινε διαζύγιο. Τότε δεν υπήρχε ακόμα το αυτόματο. Του έσπασε μια καρέκλα στο κεφάλι και του πέταξα αφού έφυγε από το σπίτι και βγήκε έξω ένα σίδερο στο κεφάλι. Και τον σακάτεψα. Κανονικά. Θα μπορούσα να τον έχω σκοτώσει, κανονικά. Γιατί, είναι μια από τις αρχές της ζωής μου, είμαι ήσυχη σαν την κατσίκα, φτάνει να μην επιχειρήσουν να με δέσουν.

– Παραδέχτηκες ότι, τότε, ήσουν σαν ένα φίδι που μαλακώνει την τροφή του πριν την καταπιεί. 

Ένα φίδι που έτρωγε με τάκτ…(γέλια). Eίναι και η απειρία, είναι το ότι πιστεύεις πως κάτι θα κρατήσει για πάντα. Δεν πρέπει να κινδυνεύει μια σχέση από υπερβολική σιγουριά.

– Την εκπομπή σου την βλέπεις;

Όχι, ποτέ δεν έχω ούτε μια βιντεοκασέτα. Το έκανα πάντοτε αυτό, δεν κράτησα ποτέ περιοδικά. Είναι αυτό που λέει ο Σαββόπουλος «Δεν υποφέρω τα τραγούδια μου και προπαντός όσα μου μοιάζουν». Εγώ δεν υποφέρω, να βλέπω αυτό που κάνω. Αυτό το πράγμα τελειώνει εκεί. Από εκεί και πέρα και ψυχολογικά αν το πάρω, εάν εγώ συνεχίσω και μπω μέσα στη λογική «α κοιτάξτε με εδώ πέρα, τι καλά που τα έλεγα την προηγούμενη εβδομάδα, ελάτε να δούμε φίλοι μου τις κασέτες», θα γίνω ένα γελοίο υποκείμενο απ’ αυτά που έχω δει κατά καιρούς να κυκλοφορούν στην πιάτσα που «εαυτέ μου σ’ αγάπησα και σε λάτρεψα τόσο». Υπάρχουν άλλοι άνθρωποι να αγαπήσεις εκτός από τον εαυτό σου.

– Πες μου για τον Έβερτ γιατί σε εμπνέει τόσο πολύ αρνητικά;

Πρώτον είναι τα Ελληνικά του που είναι σαν να είναι ΠΑΣΟΚ. Πασόκικα Ελληνικά.

– Τον Σημίτη γιατί τον συμπαθείς τόσο πολύ;

Δεν έχω ξεφύγει απ’ αυτά που διέβλεψα αρχικά γι’ αυτόν. Αντιπροσωπεύει την αμείλικτη μετριοπάθεια και ένας αμειλίκτως μετριοπαθής άνθρωπος, ό,τι και αν κάνει στο βάθος εκεί θα υπάρχει μια κρυμμένη κακία φοβερή. Ανυπόφορη.

– Δεν είναι όμως γουρούνια το «τάπερμαν»;

Θα ήταν τεράστια γουρουνιά εάν ο ίδιος ο κύριος Σημίτης δεν είχε πει τον Μίλτο τον Έβερτ χοντρό στην προεκλογική του. Από τη στιγμή λοιπόν που κατέλυσε το πολιτικώς ορθό λέγοντας «αφήστε τον χοντρό να λέει ό,τι θέλει», από εκεί και πέρα μπορώ και εγώ να τον πω κοντό. Τάπα.

– Γιατί πιστεύεις ότι είναι ο πλέον ακατάλληλος για πρωθυπουργός;

Γιατί απέτυχε δυο φορές ως υπουργός και γιατί δεν ήθελε να τον δει στα μάτια του ούτε ο Παπανδρέου.

– Δεν είσαι ποτέ, ούτε μια γραμμή παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει αλλά δε χαρίζεσαι όμως σε κανέναν με την ευγένεια της γλώσσας που συνήθως χαρακτηρίζει τους επικριτές. 

Προσπαθώ να είμαι επί ξυρού ακμής πάντα. Νομίζω ότι εγώ κρατάω έναν άξονα. Βλέποντας τη στάση ενός ανθρώπου παύει να με ενδιαφέρει και ο στόχος του ακόμα. Η στάση μετράει. Το «από εκεί και πριν» είναι πάρα πολύ βασικό. Είναι πράγματα που δεν παραγράφονται και κάνω αυτήν τη νοητή σύνδεση αν θέλεις, το παρελθόν σε σχέση με το μέλλον.

– Το «καρατσεκάρω», η «πολεμόχαρη φυλή μου», «καρακαργιολέ», πώς δημιουργήθηκαν;

Κάποιοι νεολογισμοί με επιθεωρησιακό χαρακτήρα. Και δε χρειάζεται να ανατρέξω στην Φραγκουδάκη η οποία είχε γράψει ένα εξαίσιο άρθρο προχθές στα «Νέα», αυτή μ’ αρέσει πάρα πολύ, όπως μ’ αρέσει και η Πατρίτσια Αδαμοπούλου πάρα πολύ και είχε γράψει ακριβώς για το ότι διαμαρτύρονται για τη γλώσσα αυτοί που η καινούργια γλώσσα δεν τους εμπεριέχει. Ε, είναι μερικοί που θα μείνουν απ’ έξω. Η γλώσσα πάντοτε αλλάζει, και δε φθείρεται, δεν είναι φθορά της γλώσσας, η αλλαγή της. Τα νέα στοιχεία που μπαίνουν μέσα δεν είναι φθορά. Κάποτε, όταν ήμουν εγώ πιτσιρίκα στο δημοτικό λέγαμε «απίθανο». Βεβαίως είχα οξύτατη κόντρα από το σπίτι, «τι λέξη είναι αυτή, τι γλώσσα είναι αυτή, είναι Ελληνικά αυτά;». Μετά έγινε αργότερα με το «αλούτερω», δεν είπε κανείς τίποτα γιατί είναι επιθεωρησιακή γλώσσα της Ελεύθερης Σκηνής. Δεν καταλαβαίνω δηλαδή γιατί πρέπει να πουν για το δικό μου «καρατσεκάρω».

– Αν είχαμε ένα κάλαθο απορριμμάτων πες μου τρία – τέσσερα πράγματα που θα έριχνες μέσα από το χώρο της τηλεόρασης.

Τίποτα, γιατί εγώ αγαπώ πάρα πολύ το χώρο της τηλεόρασης. Μου αρέσει πάρα πολύ το trash tv. Μου αρέσει πάρα πολύ η τηλεόραση να έχει τα σκουπίδια της, είναι το πιο ακίνδυνο. Το λιγότερο μολυσματικό. Αντιθέτως, μπορώ να σου πω ότι θα πέταγα με μεγάλη μου χαρά κάποιους ανθρώπους που επαγγέλλονται τους μεγάλους εαυτούς, τους κήνσορες, έναν Νάσο Αθανασίου τον έβλεπα στον πάτο ας πούμε. Νομίζω ότι είναι ένα συμπίλημα όλων όσων δε θέλω να είμαι και δε θα ήθελα ένας δικός μου άνθρωπος να είναι και να το κάνει αυτό. Να φωνάζει ας πούμε τη Βίκυ Καγιά για να την επιπλήξει και να της έχει απέναντι ένα παιδί με ειδικές ανάγκες που κάνει αθλητισμό και να της λέει ότι αυτό είναι σωστό παιδί και εσύ είσαι λάθος. Μου φαίνεται τελείως αναποτελεσματικός αυτού του είδους  ο διδακτισμός και πάρα πολύ ανήθικος. Βαθιά ανήθικος. Θεωρώ μερικούς ανθρώπους, οι οποίοι έτσι βγαίνουν δίκη ταρτούφου εξαιρετικά ανήθικους. Αμοράλ, πέρα για πέρα.

– Τελικά, η τηλεόραση μπορεί να απορροφήσει τα πάντα εκτός από την ποίηση.

Ό,τι θέλεις κάνεις στην τηλεόραση. Μόνο την υψηλή τέχνη δεν μπορούμε να μεταφέρουμε εκεί. Δεν μπορούμε στην τηλεόραση να δούμε το «8 ½ » του Φελίνι. Όποιος καθίσει και τη δει στη μικρή οθόνη είναι για φτύσιμο.

– Tην γιαγιά σου την αγαπούσες ή σε τρόμαζε; 

Kαι τα δύο. Άλλωστε μόνο αυτούς που με τρόμαζαν αγάπησα. Ίσχυε για μένα το αρχαιοελληνικό «είναι τρομερό να πέσεις στα χέρια ζωντανού Θεού». Aπό την άλλη μεριά ήταν και οι μόνοι που με ενδιέφεραν.

– Έστω κι’ αν δεν σε καταλάβαιναν; Έστω κι’ αν η γιαγιά σου, πχ ήθελε να ξυπνάς με Tόσκα ενώ εσύ πέθαινες για Tσιτσάνη; 

Έστω. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν που με πήγαινε η φύση μου γιατί είχανε ορίσει ένα κλισέ στο κεφάλι τους που έλεγε ότι για να ακούσεις πχ Tσιτσάνη έπρεπε να ζεις σε ένα χαμαιτυπείο. Eγώ όμως ήθελα να είμαι συνδεδεμένη μ’ όλα τα πραγματικά γεγονότα που συνέβαιναν. Γι’ αυτό κι’ αν μεγάλωσα σε ένα σπίτι ακροδεξιό.

– Eίχες ποτέ την τάση να θέλεις άλλα απ’ αυτά που ζούσες; 

Mα βέβαια κι’ αυτό είναι η βλακεία της ανθρωπότητα, να θέλει άλλα απ ’αυτά που ζεί. Πώς θα διέφευγα από το κανόνα; O σοφός ψάχνει να βρει το θετικό σ’ αυτό που ζει κι’ όχι σ’ άλλα.

– H ευτυχία έχει ορισμό; 

H ευτυχία είναι, για μένα, σαν ένα παλιό κινέζικο βάζο που θέλει συνεχώς να το σμιλεύεις. O ορισμός της ευτυχία είναι να μην την ψάχνεις προς την πρόστυχη κατεύθυνση. Nα σου αρκεί ο ευδαιμονισμός αυτού που σου προσφέρεται.

– Γιατί τώρα δίπλα στο «σ’αγαπώ» επιμένεις πάντα να βάζεις και ένα «γιατί με συμφέρεις»;  

Γιατί είναι η βάση της σχέσης. Mε συμφέρει γιατί κοντά σου έχω βγάλει ό, τι καλύτερο έχω μέσα μου.

– Aυτό είναι το συμφέρον; 

Mόνο αυτό. Eκεί που σου δίνει, ο άλλος, όπλα να λειτουργείς καλύτερα. Γι’ αυτό ένα «σ’ αγαπώ γιατί με συμφέρεις» είναι πολύ πιο ειλικρινές από ένα σκέτο σ’ αγαπώ.

– Tελικά τι είναι αυτό που μας τσακίζει στον έρωτα; 

Tο γεγονός ότι θέλουμε να τσακιστούμε για να εξανθρωπιστούμε. Στον έρωτα εμείς στήνουμε τα σκηνικά, εμείς υποδεικνύουμε στον εαυτό μας ποιον θα ερωτευτεί, εμείς βλέπουμε τον άλλον σαν ιδεατή εικόνα, εμείς του αποδίδουμε ιδιότητες που δεν έχει, εμείς τις αποσύρουμε…

– Εσύ σα γυναίκα ένιωσες ποτέ αυτό το μαγικό που είπε κάποτε ένας φιλόσοφος: «Είσαι τόσο πιστός και μονογαμικός. Αυτό καταντάει ύβρις σας προς όλο το γυναικείο φύλο». Ένιωσες ποτέ ότι αν ήσουν μονογαμική, πρόδιδες το υπόλοιπο αντρικό φύλο; 

Δεν είναι το ίδιο, δεν λειτουργούν το ίδιο οι άντρες με τις γυναίκες. Μια γυναίκα αυτό που επιζητεί από τη σχέση της με έναν άντρα είναι η άλωση. Από τη στιγμή που αυτό που επιζητεί είναι η άλωση, το να χαθεί μέσα στον άλλον, αυτό το πράγμα σημαίνει ότι η γυναίκα αν πάει με έναν άλλον άντρα έχει φύγει από τον προηγούμενο.

– Θεωρείς δηλαδή ότι δεν υπάρχουν γυναίκες που πιστεύουν «στο ένα και στα γρήγορα»·

Πιστεύω ότι υπάρχουν πάρα πολλές γυναίκες, αλλά είναι ακριβώς οι γυναίκες που έχουν αναπτύξει την αντρική πλευρά του εαυτού τους περισσότερο και που δεν επιζητούν την άλωση, δε θέλουν να αλωθούν. Δε θέλουν να χαθούν ο ένας στον άλλον. Θέλουν να διατηρηθούν, ακέραιες και ανεξάρτητες. Μόνες τους. Αλώβητες. Με τους άντρες όμως δε συμβαίνει αυτό. Ένας άντρας μπορεί πραγματικά να πάει με μια άλλη γυναίκα και να θεωρεί εαυτόν μονογαμικό. Ο άντρας τον οποίον εγώ γνωρίζω, θέλει να πάει με μια άλλη γυναίκα μόνο και μόνο για να αυξήσει τις εντάσεις του απέναντι στη γυναίκα που γουστάρει. Δηλαδή πιστεύω στη δική μου ζωή, ένας άντρας για να πάει με μια άλλη γυναίκα θα πρέπει να έχει νιώσει πολύ αδύναμος από εμένα.

– Θα μπορούσες να ήσουν ποτέ με έναν οικοδόμο;

Όχι, δε θα μπορούσα ποτέ να είμαι με έναν οικοδόμο. Όπως δε θα μπορούσα να είμαι ποτέ με έναν γιατρό, με ένα δικηγόρο. Θα μπορούσα να είμαι μόνο με έναν άντρα που εκφράζεται. Με έναν δημιουργό. Θα μπορούσα να ήμουν με έναν άνθρωπο που φτιάχνει σταυρούς πάνω σε τάφους. Με έναν μαρμαρά, αυτός εκφράζεται. Πρέπει κάτι να τον τρώει, κάτι να του καίει τα σπλάχνα αυτού του ανθρώπου, να του ροκανίζει την ψυχή. Να είναι καταραμένος δηλαδή.

– Σε τι ποσοστό πιστεύεις ότι ο σύγχρονος μέσος Έλληνας κατατρώγεται ή κατακαίγεται από κάτι σήμερα;

Από τον πόθο για το γεμάτο ψυγειοκαταψύκτη, από τον πόθο να κάνουμε όλα τα παιδιά αντί να τα στείλουμε να γίνουνε περουκιέρηδες, δικηγόρους και γιατρούς, από το πόθο να διασφαλίσει τη θλιβερή του, πυρηνική, μικρή οικογενειούλα πίσω από την πόρτα κι όσους κλείνει η πόρτα και από εκεί και πέρα όλους τους άλλους να τους έχει χεσμένους και από το πόθο να μην ξαναβρεθεί το χαμένο ψυχικό έρμα, γιατί δεν το θέλουνε. Θέλουν τα σκουπίδια, τον ψυγειοκαταψύκτη, να φάνε πάρα πολύ, να πετάξουν πολλά πράγματα και να κάνουν πολλά σκουπίδια. Και αυτό δε μου αρέσει καθόλου.

– Πες μου ένα ιστορικό γεγονός που θα’ θελες να το παρακολουθήσεις από κοντά.

Χωρίς καμία αμφιβολία, τότε που όλη η Ευρώπη είχε ισοπεδωθεί από το Χίτλερ και ξαφνικά βγήκε ένας άνθρωπος που τους φαινότανε τρελός και άρχισε να τους μιλάει για αντάρτικό. Να πάρουν τα όπλα και τα βουνά. Εποχή Άρη Βελουχιώτη. Θα τον ακολουθούσα παντού.

– Έχεις πάει σε πανηγύρια;

Πριν από πέντε χρόνια για πρώτη φορά. Γιατί εγώ νόμιζα ότι Ελλάδα είναι η Μύκονος, μέχρι πριν από πέντε χρόνια. Πραγματικά. Δεν ήξερα τι ήταν η Ελλάδα. Δεν είχα ταξιδέψει στην Ελλάδα και δη προς βουνά μεριά. Πήγα και τα λάτρεψα με το ζήλο της μουτζαχεντίν κανονικά και ακόμα έτσι βρίσκομαι σ’ αυτήν τη φάση που λατρεύω τα πανηγύρια, έχω μελετήσει, τις φωνές τους, πώς μετά από 3-4 ώρες παίρνουν τις στακάτες τις ανάσες. Με τρελαίνει αυτό το πράγμα. Όπως μου αρέσει πάρα πολύ και το σκυλάδικο, είναι ένας μαγικός χώρος. Γεναισιουργός αρχή της έμπνευσης για εμένα. Μιλάμε για σκυλάδικα της Ιεράς οδού, Πέτρου Ράλλη, Τεν – Τεν, Αραπάκια, Αλεπού Τρικάλων, Φάληρο Λαρίσσης.

– Για ποιο λόγο δεν έγινες ηθοποιός;

Πρώτον, δεν με ενδιέφερε ποτέ να βγω σε μια σκηνή και να παίξω. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να τραγουδάω ακόμα και κακόφωνα, σε μπουλούκια ή κάτι τέτοιο.

– Υπάρχουν σενάρια τα οποία πρέπει να σου αρέσουν. Η «Ευδοκία», ας πούμε.

Ναι. Ρόλοι που εκ των πραγμάτων δεν μπορώ να τους παίξω: Όπως αυτόν στην «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων», ή στην «Ευδοκία», που είμαι η Ευδοκία. Γιατί δε δοκιμάζω να γίνω ηθοποιός; Γιατί πρώτον δεν έχει συμβεί αυτό μέχρι σήμερα, δε βγήκε δηλαδή κανείς για να μου πει σου δίνω τον πρώτο ρόλο, αλλά και να μου το έλεγε αμφίβολο αν θα δεχόμουν. Σε ένα πάλκο όμως θα δεχόμουν να βγω. Θα γούσταρα να τραγουδήσω: «Αυτός που μου υποσχέθηκε πως θα μου αλλάξει τη ζωή, αυτός δεν είχε μέσα στα στήθια του ψυχή». Ένα τραγούδι τριών λεπτών, το οποίο με ακρίβεια λέει αυτό που δεν μπορεί να πει μια ταινία.

–  Πως αποκτάει μια γυναίκα, πατρίδα;

Αγαπώντας έναν άντρα –πατρίδα μου είναι ο τόπος του αγαπημένου μου- σημειολογώντας τα τραγούδια της χώρας της, ξέροντας τι σημαίνει «σέρνω τον χορό» – πολύ βασικό πράγμα διότι είναι η μόνη στιγμή όπου μπορείς να κάνεις τις φιγούρες σου- και το βασικότερο: Έχοντας μάτια. […] Δεν θα μπορούσα να πάω σε ένα μέρος και να γίνω Γαλλίδα, γιατί όταν πας σε κάποιον τόπο πρέπει να είσαι αυτή. Στο Παρίσι πρέπει να είσαι Παριζιάνα.-

– Με τις φεμινίστριες γιατί δεν είχες ποτέ σχέση;

Γιατί η επανάσταση είναι μοίρα του σκλάβου. Εγώ δεν ένιωσα ότι θέλω να διεκδικήσω κάτι. Είναι θέμα καθαρά θέμα του προνόμιου του να έχεις γεννηθεί κάπως. Συγκεκριμένα, του να σ’ έχουν χαϊδέψει κάπως στη ζωή σου. Δεν έχω γεννηθεί και στη Νότια Καρολίνα, να χρειαστεί να το κάνω, να αγωνιστώ κατά του ρατσισμού, που θα’ ταν και πιο αποτελεσματικό. Και επίσης γιατί πιστεύω ότι πριν από το φεμινισμό θα πρέπει να γίνει κάτι άλλο. Θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν οι ρόλοι του άντρα και της γυναίκας, γιατί αυτήν τη στιγμή γίνεται ένα μπάχαλο ακριβώς γιατί ο άντρας έχασε το ρόλο του. Ο άντρας είχε ένα ρόλο παλιά στην κοινωνία. Ήταν αυτός που τα κουβαλούσε στο σπίτι, που έφερνε το κρέας. Όχι όπως τώρα που φέρνεις με τις σακούλες από τον Μαρινόπουλο και τον Βασιλόπουλο, αλλά τότε το έφερνε γιατί η γυναίκα δεν έπρεπε να περάσει το κατώφλι της. Ωραία σημειολογία. Μου άρεσε αυτό. Την προστάτευε και ίσχυε το πάνσοφο και πανάρχαιο «εγώ θα σε σώσω». Και η άλλη του έλεγε «εγώ θα σου διασφαλίσω ένα χώρο ιδεώδη για να μπορείς να ζήσεις εδώ μέσα», στη μυθολογία του το πράγμα. Έμένα μου αρέσει αυτό το πράγμα.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Total votes: 0

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%

2 Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση
  1. » – Εσύ σα γυναίκα ένιωσες ποτέ αυτό το μαγικό που είπε κάποτε ένας φιλόσοφος: «Είσαι τόσο πιστός και μονογαμικός. Αυτό καταντάει ύβρις σας προς όλο το γυναικείο φύλο». Ένιωσες ποτέ ότι αν ήσουν μονογαμική, πρόδιδες το υπόλοιπο αντρικό φύλο;

    Δεν είναι το ίδιο, δεν λειτουργούν το ίδιο οι άντρες με τις γυναίκες. Μια γυναίκα αυτό που επιζητεί από τη σχέση της με έναν άντρα είναι η άλωση. Από τη στιγμή που αυτό που επιζητεί είναι η άλωση, το να χαθεί μέσα στον άλλον, αυτό το πράγμα σημαίνει ότι η γυναίκα αν πάει με έναν άλλον άντρα έχει φύγει από τον προηγούμενο.

    – Θεωρείς δηλαδή ότι δεν υπάρχουν γυναίκες που πιστεύουν «στο ένα και στα γρήγορα»·

    Πιστεύω ότι υπάρχουν πάρα πολλές γυναίκες, αλλά είναι ακριβώς οι γυναίκες που έχουν αναπτύξει την αντρική πλευρά του εαυτού τους περισσότερο και που δεν επιζητούν την άλωση, δε θέλουν να αλωθούν. Δε θέλουν να χαθούν ο ένας στον άλλον. Θέλουν να διατηρηθούν, ακέραιες και ανεξάρτητες. Μόνες τους. Αλώβητες. Με τους άντρες όμως δε συμβαίνει αυτό. Ένας άντρας μπορεί πραγματικά να πάει με μια άλλη γυναίκα και να θεωρεί εαυτόν μονογαμικό. Ο άντρας τον οποίον εγώ γνωρίζω, θέλει να πάει με μια άλλη γυναίκα μόνο και μόνο για να αυξήσει τις εντάσεις του απέναντι στη γυναίκα που γουστάρει. Δηλαδή πιστεύω στη δική μου ζωή, ένας άντρας για να πάει με μια άλλη γυναίκα θα πρέπει να έχει νιώσει πολύ αδύναμος από εμένα.». Πιστεύω ότι, δυστυχώς, ακόμα και η Μεγάλη Μαλβίνα δεν είχε σε αυτό το ζήτημα το θάρρος να μιλήσει για το ζήτημα που θα πρέπει να απασχόλησει τις γυναίκες: Το τρίτο πρόσωπο στην αντρική απιστία, την «άλλη γυναίκα». Μια γυναίκα γιατί επιλέγει να κάνει » ένα στα γρήγορα» με έναν δεσμευμένο άντρα;

  2. » – Πως αποκτάει μια γυναίκα, πατρίδα;

    Αγαπώντας έναν άντρα –πατρίδα μου είναι ο τόπος του αγαπημένου μου- σημειολογώντας τα τραγούδια της χώρας της, ξέροντας τι σημαίνει «σέρνω τον χορό» – πολύ βασικό πράγμα διότι είναι η μόνη στιγμή όπου μπορείς να κάνεις τις φιγούρες σου- και το βασικότερο: Έχοντας μάτια. […] Δεν θα μπορούσα να πάω σε ένα μέρος και να γίνω Γαλλίδα, γιατί όταν πας σε κάποιον τόπο πρέπει να είσαι αυτή. Στο Παρίσι πρέπει να είσαι Παριζιάνα.-

    – Με τις φεμινίστριες γιατί δεν είχες ποτέ σχέση;

    Γιατί η επανάσταση είναι μοίρα του σκλάβου. Εγώ δεν ένιωσα ότι θέλω να διεκδικήσω κάτι. Είναι θέμα καθαρά θέμα του προνόμιου του να έχεις γεννηθεί κάπως. Συγκεκριμένα, του να σ’ έχουν χαϊδέψει κάπως στη ζωή σου. Δεν έχω γεννηθεί και στη Νότια Καρολίνα, να χρειαστεί να το κάνω, να αγωνιστώ κατά του ρατσισμού, που θα’ ταν και πιο αποτελεσματικό. Και επίσης γιατί πιστεύω ότι πριν από το φεμινισμό θα πρέπει να γίνει κάτι άλλο. Θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν οι ρόλοι του άντρα και της γυναίκας, γιατί αυτήν τη στιγμή γίνεται ένα μπάχαλο ακριβώς γιατί ο άντρας έχασε το ρόλο του. Ο άντρας είχε ένα ρόλο παλιά στην κοινωνία. Ήταν αυτός που τα κουβαλούσε στο σπίτι, που έφερνε το κρέας. Όχι όπως τώρα που φέρνεις με τις σακούλες από τον Μαρινόπουλο και τον Βασιλόπουλο, αλλά τότε το έφερνε γιατί η γυναίκα δεν έπρεπε να περάσει το κατώφλι της. Ωραία σημειολογία. Μου άρεσε αυτό. Την προστάτευε και ίσχυε το πάνσοφο και πανάρχαιο «εγώ θα σε σώσω». Και η άλλη του έλεγε «εγώ θα σου διασφαλίσω ένα χώρο ιδεώδη για να μπορείς να ζήσεις εδώ μέσα», στη μυθολογία του το πράγμα. Έμένα μου αρέσει αυτό το πράγμα.» Ίσως αυτά που λέει η Μαλβίνα έχουν μία βάση, αλλά πιστεύω πραγματικά ότι ο φεμινισμός αγορά όλες τις γυναίκες γιατί, δυστυχώς, καμία δεν μπορεί να γλιτώσει όσο ζούμε σε μια πατριαρχική κοινωνία. Άλλωστε, αν δεν υπήρχαν οι φεμινίστριες να διεκδικήσουν κάποια πρώτα δικαιώματα τα τα παλιότερα χρόνια, ούτε η Μαλβίνα θα μπορούσε να έχει δημόσιο λόγο, εφόσον ήταν γυναίκα.

Αφήστε μια απάντηση