σε , ,

Ο Evripidis and his Tragedies γράφει για ένα αγαπημένο του τραγούδι

O μουσικός Ευριπίδης Σαμπάτης μιλά για το Sunday Morning των Velvet Underground

Από τον Βαγγέλη Ρίσσου

Με τον Ευριπίδη βρισκόμασταν συχνά στα τέλη των 90s, στις ίδιες παρέες, σ’ ένα bar στα εξάρχεια που έπαιζε μουσική, σε κάποια πάρτι σε σπίτια φίλων ή στη Μαβίλη αργά το βράδυ στα ίδια παγκάκια μέχρι να ξημερώσει.

Ένα βράδυ στη Θεσσαλονίκη, σ’ ένα μπαρ της παραλίας, μου είπε πως θα μετακομίσει στη Βαρκελώνη, και η επόμενη φορά που μιλήσαμε ήταν για μια συνέντευξη σ’ ένα τεύχος του περιοδικού SOUL, το καλοκαίρι του 2007. Είχε ήδη κυκλοφορήσει ο πρώτος του δίσκος, γεμάτος με ιστορίες από τους φίλους του, και παραμύθια με όμορφα φωνητικά.

Να κάτι καινούργιο του:

Του ζήτησα να διαλέξει ένα αγαπημένο του τραγούδι και μια ιστορία γι’ αυτό:

Velvet Underground – Sunday Morning

Νομίζω πως το αγαπημένο μου τραγούδι όλων των εποχών είναι το Sunday Morning των The Velvet Underground. Ανοίγει το δίσκο που άλλαξε τη ζωή μου, έναν δίσκο όπου, ανάμεσα σε γλυκιές μελωδίες και υπνωτιστικούς βόμβους, κακόφωνες κιθάρες και τρυφερές φωνές, μια βιόλα που στριγγλίζει και πρωτόγονα κρουστά, τα δαιμόνια ξεμυτίζουν με τα παραμορφωμένα κεφάλια τους, με τις ουρές τους, με φτερά και με νύχια σαν αυτά της νυχτερίδας, και χαμογελούν, δείχνοντας ένα προς ένα τα μυτερά τους δόντια. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πώς ένιωσα την πρώτη φορά που άκουσα αυτόν τον δίσκο. Ήταν σα να άνοιγε η γη κάτω από τα πόδια μου, σα να βρισκόμουν μπροστά από τις πύλες ενός υποχθόνιου κόσμου, σαν η άβυσσος να μου χαμογελούσε, ψιθυρίζοντάς μου  υποσχέσεις για μια ζωή έντονη, βίαιη, εκστατική. Το Sunday Morning ήταν το τραγούδι των σειρήνων, τόσο ήρεμο και τυλιγμένο σε ένα αγγελικό ήχο από σελέστα και ένα reverb που αποκοιμίζει, ηρεμεί, σε αποπλανεί, σε διαβεβαιώνει ότι it´s nothing at all, δεν είναι τίποτα, όλα θα πάνε καλά. Αν αφεθείς στη σαγήνη του, χάθηκες. Αμέσως μετά, στο επόμενο κιόλας τραγούδι, η κόλαση ανοίγει τις πύλες της και δεν θα είσαι ποτέ πια ο ίδιος.

Εγώ μέχρι τότε δεν έβγαινα, δεν κάπνιζα, δεν έπινα αλκοόλ, ο χειρότερος εθισμός μου ήταν να μιλάω στο τηλέφωνο. Μιλούσα τόσες ώρες που μας ερχόντουσαν κάτι λογαριασμοί απίστευτοι. Η μητέρα μου έφτασε στο σημείο να κλαίει και να με παρακαλεί να μην περνάω τη ζωή μου κολλημένος σε ένα ακουστικό, κι εγώ της απαντούσα ότι καλύτερα να είμαι εθισμένος στο τηλέφωνο παρά στην ηρωίνη όπως οι ήρωες μου, ο Lou  Reed , η Nico και όλοι οι υπόλοιποι, και ότι αν δε με άφηνε σε ησυχία θα το έσκαγα από το σπίτι, θα κατέβαινα στο κέντρο της  πόλης, στην Ομόνοια και στα Εξάρχεια, θα έμπλεκα με τον υπόκοσμο και θα δοκίμαζα τον λαχταριστό απαγορευμένο καρπό της αμαρτίας. Σίγουρα εκείνη την εποχή μου έλειπε η εμπειρία αλλά όχι και το θράσος.

Ο πρώτος δίσκος λοιπόν των The Velvet Underground  ήταν ένα παράθυρο προς τη μεγάλη πόλη, ένας τρόπος να δραπετεύω από το παραθαλάσσιο προάστιο όπου ζούσαμε και τη βαρετή ρουτίνα του. Μερικά χρόνια αργότερα πήρα χαμπάρι πως στη Βάρκιζα από όλα είχε ο μπαχτσές, τύφλα να έχει η θεματολογία όλων των δίσκων των The Velvet Underground μαζί: συμμορίες εμπόρων ναρκωτικών, πιστολίδια μέρα μεσημέρι (“Bronx γίναμε! “ φώναζε μια φορά ένας οργισμένος δημότης), ομοφυλόφιλους (μέχρι κάποια στιγμή νόμιζα πως ήμουν the only gay in the village όπως στη σειρά Little Britain), πρεζάκια, μαχαιροβγάλτες, επιδειξίες, μισότρελους, αυτοκτονίες, δολοφονίες , παρτούζες (και ανηλίκων μάλιστα) ακόμη και μια 70αρα χίπισσα που περιφερόταν μισόγυμνη στους δρόμους.

Όταν άρχισα επιτέλους να βγαίνω, να πίνω και να αλητεύω στο κέντρο της πόλης, το Sunday Morning άρχισε να αντιπροσωπεύει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που αντιπροσώπευε ο υπόλοιπος δίσκος. Γυρνώντας σπίτι, άλλοτε με ταξί και άλλοτε, όταν έμενα άφραγκος, με το λεωφορείο, το έβαζα στο walkman ξανά και ξανά και βυθιζόμουν, μισοκοιμισμένος, στη γλυκά του. Φάνταζε στα αυτιά μου σαν το κύκνειο άσμα του Σαββατοκύριακου και της επαναστατικότητας χωρίς αιτία. Αντιπροσώπευε την επιστροφή μου στην ασφάλεια, στο κρεβάτι με τα καθαρά σεντόνια, στον θόρυβο της ηλεκτρικής σκούπας και της κυριακάτικης φασίνας που με νανούριζε γλυκά, στο τιτίβισμα των πουλιών στον κήπο, στη μυρωδιά του φαγητού της μαμάς. Μπορεί να είχα υπάρξει όσο άτακτος ήθελα τις προηγούμενες μέρες αλλά τώρα γινόμουν για άλλη μια φορά ο νεαρός των νοτίων προαστίων, που θα περνούσε μια ακόμα εβδομάδα διαβάζοντας, παίζοντας πιάνο, ακούγοντας μουσική, κάνοντας εργασίες για τη σχολή και μιλώντας στο τηλέφωνο ώρες. Πολλές ώρες μέχρι το λαρύγγι του να πει “Φτάνει πια!”. Ο νεαρός, που θα έπληττε και θα ασφυκτιούσε στο διαμέρισμα των γονιών του και στην προαστιακή Βάρκιζα, θα περνούσε ώρες ονειρευόμενος τα φώτα της μεγάλης  πόλης (τι Αθήνα, τι Νέα Υόρκη, στην τελική, στα 18 μου δεν φανταζόμουν καν ότι θα μπορούσα κάποια μέρα να διασχίσω τον ωκεανό) και τα ξέφρενα πάρτυ όπου όλοι οι θαμώνες φορούν ριγέ μπλουζάκια, στενά παντελόνια, μπότες και μαύρα γυαλιά, και είτε λικνίζονται νωχελικά, είτε ερωτοτροπούν ασύστολα, είτε επιδίδονται στις πιο εξωφρενικές συζητήσεις μέχρι να χαράξει και να είναι, ακόμη μια φορά, Κυριακή πρωί. και υπό τους ήχους του Sunday Morning η παράνοια να εξαϋλώνεται μαζί με το σκοτάδι και η γαλήνη να επανέρχεται μέσα από τις βελούδινες φωνές του Lou Reed και της Nico.

Ακολουθήστε τα Μικροπραγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε