Ο Κώστας Ταχτσής ήταν διακεκριμένος Έλληνας λογοτέχνης της μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1927 στην Θεσσαλονίκη με τους γονείς του να κατάγονται από την Ανατολική Ρωμυλία. Τον Αύγουστο του 1988, η αδελφή του τον βρίσκει δολοφονημένο υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό. Η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να διαλευκάνει το έγκλημα. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε μόνον ότι ο θάνατος είχε επέλθει από στραγγαλισμό περί τα δύο εικοσιτετράωρα νωρίτερα.
Λίγα λόγια για το έργο του
Ο Ταχτσής εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα στις αρχές της δεκαετίας του 1950 με τις ποιητικές συλλογές Ποιήματα (1951), Μικρά ποιήματα(1952) και Περί ώραν δωδεκάτην (1953), που αργότερα αποκήρυξε. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές Συμφωνία του «Μπραζίλιαν»(1954) και Καφενείο «Το Βυζάντιο»κι άλλα ποιήματα (1956). Με πολλές δυσκολίες, το 1962 εξέδωσε με δικά του έξοδα το μυθιστόρημα «Το τρίτο στεφάνι», το οποίο και είναι η σημαντικότερη προσφορά του στην Νεοελληνική λογοτεχνία και με το οποίο αργότερα καθιερώθηκε ως ένας από τους καλύτερους πεζογράφους της γενιάς του.
Ο Ταχτσής θεωρείται ολιγογράφος συγγραφέας ο οποίος καταγράφει την καθημερινότητα του μικροαστού Νεοέλληνα, τη μιζέρια της μικροαστικής συνοικίας ενώ αφήνει να διαφανεί και ο μικρόκοσμος του υπόκοσμου. Πολλά από τα πεζογραφήματα του έχουν αυτοβιογραφική βάση.
Παρακάτω συγκεντρώσαμε 9 ξεχωριστά μας ποιήματα του Κώστα Ταχτσή
* * *
1. Η συμφωνία του Μπραζίλιαν
Αν πεθάνω
δεν θα ξανάρθει ο ταχυδρόμος
δεν θα μου στείλεις πια βιβλία
ή την καρδιά σου σʼ ένα φάκελο
δεν θα σε δω να φεύγεις
ή να ΄ρχεσαι
δεν θα καθίσω πια ποτέ στο μπαρ
και συ στο πλάι μου
ή απέναντι κατάμονος
να με κοιτάς
αν πω πως πέθανα;
θα κολλήσω στο στήθος σου
ένα νεκρώσιμο με τʼ όνομά μου
στους δρόμους θα γυρνάς μʼ ένα νεκρό
Τασία – έναν καφέ παρακαλώ
αν ξάφνου μʼ αντικρίσουν ζωντανό
θα ε κ π λ α γ ο ύ ν
η ώρα είναι μία παρά τέταρτο
ο τραυματισμός των ωρών
Τασία – παρακαλώ έναν καφέ
Θʼ ανάψω τη ζωή μου
και θα κάψω τα βιβλία
τι όμορφα που καίγεται η φράση σʼ α γ α π ώ
αναδιπλώνεται στον εαυτό της
σαν να βάζει στο πρόσωπο το χέρι της
από ντροπή
λίγο νερό παρακαλώ
και πλένε το ποτήρι μου καλύτερα
κυρά μου
εγώ έριξα προχθές νερό
κι έσβησα τα όνειρά μου
ο καφές σας κύριε
η στάθμη της αγάπης σου
κατέρχεται
διψάω
λίγο νεράκι κύριοι
λίγο νερό καλοί μου κύριοι
και είναι λ έ ε ι ποιητής
μα πού είναι οι φωνές των παιδιών;
αιτούμεθα ποίηση στα σκοτεινά
η ποίηση φίλε πέθανε
η καλοσύνη σου –
η καλοσύνη σου είναι Κύριε
μια καμινάδα
στους δρόμους βλέπω να περνούν
ζητιάνοι μʼ εξαπτέρυγα ονείρων
μια προσευχή
μια προσευχή
για να βρεθεί ένα ποίημα
η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε
μα δεν γνωρίζεστε;
ο κύριος είναι ποιητής
ναι είναι παχύς
πολύ παχύς
και παίζει στον Ιππόδρομο
η ώρα είναι μία
ο θάνατος των ωρών
βρέχει
πότε θα πάψει πια να βρέχει;
αφʼ ότου έφυγες
δεν έπαψε να βρέχει
ήσουν περίεργος να μάθεις
τι υπάρχει πίσω από το θάνατο
θ ά ν α τ ο ς
τι άλλο θέλεις να υπάρχει;
ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΖΩΗ!
σου ΄λεγα μείνε
θα βρω καρφιά να σε σταυρώσω
λόγχες να σε τρυπήσω
σʼ ένα καλάμι θα ΄δενα
σφουγγάρι την καρδιά μου
για να σε φτάσω τώρα πρέπει
να πάω κοντά στη θάλασσα
γράφω λοιπόν κι εγώ χαρτιά
ομοιώματα διαβατηρίων
κι απέ τα ρίχνω στο νερό
δεν θέλω να τα δούνε άνθρωποι
που δεν γνωρίζουνε να σκαρφαλώνουν
στον καπνό των καραβιών
οι άνθρωποι οι άνθρωποι
παίρνουν τα γράμματά μας και μʼ αυτά
ανάβουνε φωτιά το χειμώνα
πότε θα πάψει πια να βρέχει;
φθινόπωρο
τα φύλλα των δέντρων
πάθανε πάλι ελονοσία
την άνοιξη θα πάρω DDT
φύγε
ο τρόπος που μιλάς –
δεν ξέρει
πως ο δικός μου τρόπος είναι
σιωπητήριο
ο τρόπος που χτενίζεσαι
ο τρόπος που γελάς –
δεν ξέρει
τίποτα δεν ξέρει
φοβού τους ποιητάς
και ποίησιν φέροντας
μου επιτρέπετε να σας συστήσω;
τι ποιήματα συνθέτετε;
ποιήματα
λυρικά; σατυρικά;
π ο ι ή μ α τ α
ο κύριος είναι κίναιδος
αιδοίον χωρίς κίονα
κύων χωρίς αιδώ
Άνθρωπος
ποτέ δεν θα ξεχάσω τον Αλέξαντρο
στο στήθος του καθότανε
ένας αητός
ήτανε δύσκολη εποχή
στους δρόμους
γύριζαν ωχροί εσταυρωμένοι
κι οι μανάδες μας
δεν χρειαζόντουσαν άλλα ορφανά
μια καληνύχτα
γινόταν εύκολα αντίο
στο στήθος του
στο στήθος του καθότανε ο αητός
ο κύριος είναι κίναιδος
ά ν θ ρ ω π ο ς
χαίρετε χαίρετε
να με ξεχνάτε
υπήρξα άφρων δεν τʼ αρνιέμαι
μα σεις φίλε ξεχάσατε να βάλετε
λάδι στο λύχνο σας
ιδού ο Νυμφίος έρχεται
προσπέρασε
για πάντα
η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε
και πότε η κηδεία;
η κηδεία των ωρών
μα η ζωή αντέχει ακόμα
σε κάμποσες ανησυχίες
σε αρκετές μετάνοιες
και στο θάνατο
δεν θα μιλήσω πια ποτέ
δεν θα μιλήσω
ο θάνατος
ο θάνατος
θα τον εκμηδενίσω
αντίο σας
φεύγε δίχως να κοιτάζεις πίσω
βαρέθηκα
η ποίηση της ποίησης την ποίηση
τη ζωή σας
α υ τ ή τι την κάνατε;
δεν θέλω πια άλλο καφέ
όταν μιλάω στο θάνατο
του δίνω τʼ όνομά σας
ο θεός να μας φυλάει απʼ την αισθητικοποίηση
της ατομικής βόμβας
εγώ πηγαίνω τώρα στη ζωή
στον Ιλισσό
να πιω τις σκέψεις μου πιο καθαρές
δεν έχεις πια καμιά ελπίδα
δεν έχω πια ελπίδα
δεν έχω πια καμιά ελπίδα
άλλη απʼ την αδελφή μου την Ελπίδα
δεν έχω άλλο σώμα
απʼ το σώμα που θα κάνω
με το καλώδιο
δεν έχω άλλο θάνατο απʼ τη ζωή
είμʼ ολοστρόγγυλος
σαν τέλειος κύκλος
θʼ αρχίσω να τσουλάω
είμαι μια ρόδα για παιδιά
διότι κύριε
η ζωή κυλάει πάνω σε ρόδες
κάτω απʼ τις ρόδες είνʼ ο θάνατος
πάψε
δεν θέλω να σʼ ακούω
θα σʼ αγαπήσω
δεν θέλω να σε βλέπω πια
θα βάλω τις παλάμες μου στʼ αυτιά
να μη σε βλέπω
και θα ζήσω
έρχομαι έρχομαι ζωή
ζωή τον θάνατο πατήσας
μάθετε να περιφρονείτε
ό,τι αγαπάτε
ο ήλιος ο ήλιος η ζωή
έρχομαι φίλε έρχομαι
είμαι δικός σου εσαεί
τι ωραία που γίνηκαν οι ναύτες ξάφνου
τι ωραίο το πρωινό της Κυριακής
κι η σκιά των δέντρων
που κι η αβεβαιότης των καιρών μας
χάνει κάτι
απʼ το απαίσιο κύρος της
κι όλα μας φαίνονται
ντυμένα ήλιο
μα ενώ κοιτάζω αφηρημένος κι ευτυχής
νομίζοντας πως τίποτα
δεν θʼ αγαπήσω πια
αυτός
διαπερνάει το λεπτό τοίχο του κορμιού
και πάει και σφηνώνεται σαν σφαίρα
στην καρδιά!
* * *
2. Το κλειδί
Κάποτε είχα ένα φίλο, θα ΄ταν ως είκοσι χρονών
και τʼ άρεσε να ταξιδεύει. Μου ΄λεγε: φίλε
τα όνειρα έρχονται, φεύγουν, έρχονται
με τα καράβια. Κι όταν θύμωνε: αυτό
που είναι για μένα ένα καράβι
ποτέ δεν θʼ αρμενίσει την καρδιά σου!
Εγώ φοβόμουνα τη θάλασσα και τα καράβια
Ένας θεός ξέρει τι υπόφερα για χάρη του
τι κλάματα της μάνας μου και παραινέσεις
για ολέθριες φιλίες απʼ τον πατέρα μου
Τέλος μεταχειρίστηκαν τεχνάσματα: μου πήραν
το κλειδί της πόρτας, να με κάνουνε,
συχνά που γύριζα μεσάνυχτα εξαιτίας του,
να σκαρφαλώνω από τη μάντρα
Κάποτε είχα ένα φίλο, θα ΄ταν ως είκοσι χρονών
και τʼ άρεσε να ταξιδεύει…
Το βράδυ εκείνο γύρισα νωρίς στο σπίτι
με δέχτηκαν σαν άσωτο υιό
βάλανε το γραμμόφωνο και σφάξανε μια κότα
μου επέστρεψαν και το κλειδί
* * *
3. Αθήνα (Ελλάς) 1957
Ένα κοινό πρωινό με λίγα σύννεφα
σε κάποια μεγαλούπολη
όλες μας οι φροντίδες αποβλέπουν
στο ευσυνείδητο σφουγγάρισμα
των εθνικών μνημείων
ηλεκτρικοί λαμπτήρες αναμμένοι ακόμα
έξω από τόπο κι από χρόνο οι απερίσκεπτοι
καθώς εμείς και τα παιδιά μας κι η ζωή μας
και παρακάτω η ειρωνεία των ανθρώπων
που βγήκαν με την πίκρα τους στα μάτια
ένα κοινότατο πρωινό
* * *
4. Ολυμπία, Καθαρή Δευτέρα
Δεν ήρθα εδώ για να θαυμάσω
σαν ένας ξένος
όσα δεν είναι πια δικά μας
είδα παρέες που ανηφόριζαν
κρατώντας ανεμώνες
κι είπα να κόψω λίγες
έτσι
απʼ ανεμώνη σʼ ανεμώνη
προβάλαν μπρος μου ένα ένα
όλα
όσα απόμειναν ανάμεσα στα πεύκα
και τις ελιές
κι όταν πια μάζεψα τις ανεμώνες
όσες
μπορούσε να κρατήσʼ η φούχτα μου
κάθισα
έξω απʼ τα ερείπια
και κοίταζα
δειλά τους νέους που πέταγαν
τους αετούς
* * *
5. Απόψε
Απόψε δεν υπάρχουν
νεώτερα απʼ το μέτωπό μου
κανείς δεν έθεσʼ επʼ αυτού τα χείλη του
ίσως μεθαύριο γραφτεί ο θάνατός μου
εντός του στήθους φέρω βόμβα εγκαιροφλεγή
όπου και να ΄ναι θα εκραγεί
* * *
6. Δεν ντρέπομαι
Μια μέρα θα με πουν φακίρη
μες απʼ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια
μες απʼ τα μάτια μου καπνό
πέρασα ξίφη στα όνειρά μου
διέπραξα κλοπές διʼ υποβολής
από αγάπη, σας τʼ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως
μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο
εκείνον ευγενή κι ομοφυλόφιλο
εμένα πονηρό απλώς
θα με πουν οχιά: ένα κοινό προδότη
εμπρηστή!
οι τίμιοι συμπολίτες μου
θα ΄ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)
μα τα παιδιά τους – α, οι έφηβοι!
αυτοί θα μʼ αναστήσουνε, και θα με πούνε ποιητή
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ
* * *
7. Ποιος
Ποιος να μου τόλεγε
ότι σήμερα
θα γράψω αυτό το ποίημα
τόσο μικρό ποίημα
για να γιορτάσω την απουσία σου…
………………………………………..
μα ξάφνου
η μουσική σταμάτησε
ο σκοπός π’ αγαπούσες
π’ αγαπούσες
π’ αγαπούσες
γυρίζει μονάχος στους δρόμους
και κλαίει
ποιος έφυγε
ποιος έφυγε για πάντα.
* * *
8. Κοιτάζοντας για τελευταία φορά
Το πλοίο μας σαλπάρισε. Σιγά σιγά
θ’ αφήσουμε τώρα και το λιμάνι. Ο ήλιος
βυθισμένος στον ορίζοντα, χρυσίζει
για στερνή φορά, ποιος ξέρει, τη γη
όπου πρωτόειδαμε το φως του. Σε λίγο
η απόσταση και το σκοτάδι ίσως για πάντα
θα τη σβήσει. Φεύγουμ’ απ’ την ανόητη
κατακραυγή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τόπο
οι άνθρωποι δεν ξέρουν να εκτιμήσουν
τους λεπτοτάτους στίχους μας. Τους θίγουν,
ισχυρίζονται, τ’ αθώα μας καμώματα,
δεν βλέπουν, δεν το νιώθουν, πως τα καμώματα
αυτά είναι των στίχων μας η αιτία.
Μακριά από την ενοχλητική μας παρουσία
ίσως τους στίχους μας καλύτερα εκτιμήσουν
ίσως μεγάλους ποιητές μάς πούνε κιόλας.
Μα προ παντός, στα ξένα εκεί – οι ξένοι
είναι πάντοτε επιεικείς στους ξένους –
πιο λεύτεροι, πιο ξένοιαστοι
στις μυστικές συνήθειες θα δοθούμε.
Τι γρήγορα που νύχτωσε. Δεν μπορεί πια κανείς,
μ’ αυτή την ψύχρα, στο κατάστρωμα να μένει.
Γη της πατρίδας, γη αγαπημένη, καληνύχτα.
* * *
9. Έλασσον
Κανένα σύννεφο δεν πέρασε
καμιά φωνή δεν ζήτησε βοήθεια
η απελπισία του τόπου αυτού εκφράζεται
πιο ζωντανά με τη σιωπή
και το πολύ-πολύ τον ψίθυρο
του σκοταδιού που πέφτει-πέφτει
(στις ψυχές μας!..)

