
Σ’ αυτό ο συγγραφέας Βασίλης Παπαθεοδώρου αφηγείται με τρόπο συναρπαστικό ιστορίες με μορφές των σταδίων και των γηπέδων που, ακόμα κι αν δεν κατάφεραν να πάρουν κάποιο μετάλλιο, ακόμα κι αν δεν κατάφεραν καν να λάβουν μέρος στον τελικό του αγωνίσματός τους, έμειναν στο μυαλό και στην καρδιά των ανθρώπων ως παραδείγματα ήθους και μαχητικότητας. Ως παραδείγματα ζωής.
Από τον Τσικλητήρα και τον Τζέσε Όουενς μέχρι τον Μοχάμεντ Άλι, οι αφηγήσεις συγκινούν και εμπνέουν.
Απ’ όλες αυτές επέλεξα μία, του Ματίας Στάινερ, και με την άδεια του συγγραφέα την αναδημοσιεύω εδώ.
ΜΑΤΙΑΣ ΣΤΑΪΝΕΡ – ΠΕΚΙΝΟ 2008
Όταν ο Ματίας έμαθε πως η γυναίκα του σκοτώθηκε, βρισκόταν στην προπόνηση. Για κάποια δευτερόλεπτα άφησε τα βάρη να αιωρούνται από πάνω του, σκεφτόταν πως ήθελε να πέσουν και να τον πλακώσουν, να χαθεί κι αυτός μαζί με τη Σούζαν. Κατόπιν, σαν να μην μπορούσε να τα βαστήξει άλλο, τα άφησε να πέσουν κάνοντας έναν φοβερό θόρυβο, και ξέσπασε σε κλάματα. Μαθαίνοντας λεπτομέρειες για το τρομερό τροχαίο που κόστισε τη ζωή στην αγαπημένη του γυναίκα, ένιωσε ότι βυθίζεται σε μια τεράστια τρύπα, σε ένα κενό τόσο μεγάλο, που ρουφούσε με δύναμη τα σχεδόν εκατόν πενήντα κιλά του.
Χωρίς να αλλάξει κουβέντα με κανέναν, έφυγε σαν κυνηγημένος από την αίθουσα προπονήσεων. Η καλοκαιρινή ζέστη του Ιουλίου τον αποχαύνωνε ακόμα περισσότερο, πρόσθετε σωματική κούραση στο αβάσταχτο πένθος του.
«Και τώρα τι; Έτσι θα μείνεις; Χωρίς να το παλέψεις; Εσύ έχεις νικήσει όλους σου τους δαίμονες στο παρελθόν», του είπε μετά από μέρες ο Φρανκ Μάντεκ, ο ομοσπονδιακός προπονητής και μέντοράς του.
Τι κι αν είχε νικήσει το διαβήτη μικρός; Τι κι αν έφυγε από την Αυστρία, αφήνοντας πίσω του οικογένεια και φίλους; Τι κι αν πάλευε σε όλες τις διεθνείς διοργανώσεις; Για τον Ματίας τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε πλέον σημασία. Τον ένοιαζε μόνο αυτό που βίωνε, ο αβάσταχτος πόνος του χαμού της αγαπημένης του.
Πέρασαν έτσι φρικτά οι πρώτες μέρες. Ο Ματίας έχανε βάρος από τη στενοχώρια και την κατάθλιψη, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα, δεν ήθελε να βλέπει άνθρωπο.
Μέχρι που μια μέρα, κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη, δεν άντεξε ούτε ο ίδιος με την εικόνα που αντίκριζε.
«Τίποτα δεν θα τη φέρει πίσω. Πρέπει να συνεχίσω. Αυτή είναι η στιγμή που πρέπει να πάρω την απόφαση της ζωής μου. Αν δεν συνεχίσω, θα το μετανιώνω για μια ζωή».
Άρχισε σιγά σιγά να πηγαίνει στις προπονήσεις. Και, σαν από θαύμα, την ένιωθε κοντά του, μαζί του, να του ψιθυρίζει κάθε φορά που σήκωνε βάρη, να τον κοιτά από μακριά, από τις κερκίδες, και να του χαμογελά, να του ψιθυρίζει στα αποδυτήρια. Κι όσο το αισθανόταν αυτό, τόσο και αποκτούσε περισσότερη δύναμη και πίστη στον εαυτό του.
Τον Ιανουάριο του 2008 πήρε τη γερμανική υπηκοότητα. Οι συναθλητές του και ο προπονητής έκαναν ένα μικρό πάρτι για χάρη του. Ο Ματίας χαμογελούσε, προσπαθούσε να δείξει πως ένιωθε τη ζεστασιά από τους φίλους του. Έφαγαν τούρτα, ήπιαν μια μπύρα, γέλασαν. Όταν όμως γύρισε στο άδειο διαμέρισμά του, ο αρσιβαρίστας έβαλε τα κλάματα. Σαν μικρό παιδί. Θυμήθηκε τη γνωριμία του με τη Σούζαν. Όταν εκείνη τον είχε δει στην τηλεόραση σε αγώνες άρσης βαρών και τον ερωτεύτηκε αμέσως. Όταν του έστειλε ένα μήνυμα ζητώντας του να γνωριστούν, έχοντας πάρει την ηλεκτρονική του διεύθυνση από τους αθλητικούς ρεπόρτερ του καναλιού, ενοχλώντας τους επί μέρες κι εβδομάδες για να της τη δώσουν. Ναι, η Σούζαν ήταν μαχήτρια, ήξερε τι ήθελε και το διεκδικούσε. Έπρεπε να κάνει κι αυτός το ίδιο. Κλαίγοντας πάνω από τη φωτογραφία της, αποφάσισε να αλλάξει για τα καλά σελίδα στη ζωή του, χωρίς να ξεχάσει την αγάπη του. Σκούπισε τα δάκρυά του κι έβαλε τη φωτογραφία στον αθλητικό του σάκο.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Πεκίνου ήταν ένα πρωτόγνωρο γεγονός γι’ αυτόν. Όχι τόσο επειδή ήταν μια τεράστια διοργάνωση, είχε πάει και σε άλλους μεγάλους αγώνες, όσο γιατί ένιωθε περίεργα. Ένιωθε μόνος. Και ήξερε πως έπρεπε να βγάλει όλες αυτές τις σκέψεις από το μυαλό του για να καταφέρει να διακριθεί. Ο Ματίας ήταν καλός αθλητής, εξαιρετικός αθλητής. Όμως δεν ήταν μέσα στα φαβορί του αγωνίσματος, όπως ο Εβγκένι Τσιγκίσεφ και ο Βίκτορς Σερμπάτιχς, ο Ρώσος και ο Λετονός πρωταθλητής στην κατηγορία υπερβαρέων βαρών αντίστοιχα.
Την 19η Αυγούστου του 2008, ο Ματίας μπήκε στον αγωνιστικό χώρο με διαφορετική ψυχολογία.
«Αυτή τη στιγμή θέλω να τη ζήσω», σκέφτηκε βλέποντας τους άλλους αθλητές να είναι αγχωμένοι, να κοιτάνε συνοφρυωμένα και άγρια δεξιά κι αριστερά. Ήταν πολύ περίεργο όλο αυτό. Αλλά δεν φοβήθηκε, δεν δίστασε. Ούτε στιγμή.
«Δείξ’ τους πως είσαι ο καλύτερος!» του είπε ο Φρανκ Μάντεκ. «Γιατί είσαι».
Την ένιωθε, ένιωθε πως ήταν εκεί. Στον κόσμο, στις κερκίδες, στα αποδυτήρια, στο προθερμαντήριο, παντού. Δεν την έβλεπε, δεν πίστευε με τη λογική του ότι αυτό μπορεί να ίσχυε, παρόλα αυτά την ένιωθε. Δεν ήταν μόνος τελικά…
Όταν άρχισε ο τελικός, ο Ματίας ένιωθε πολύ καλά, υπερβολικά καλά. Στην κίνηση του αρασέ σήκωσε εύκολα τα 198 κιλά, όμως μετά, στα 207, απέτυχε και στις τρεις προσπάθειές του. Ήταν τέταρτος μετά την ολοκλήρωση αυτής της κίνησης και μπροστά του τα δυο φαβορί, ο Ρώσος και ο Λετονός.
Στο ζετέ τα πράγματα δεν πήγαν καλά στην αρχή. Σήκωσε το πρώτο βάρος, αλλά απέτυχε μετά στα 235 κιλά.
«Θα τα αφήσουμε, θα πάμε για τα 246» του είπε ο προπονητής του.
«Μα πώς; Δεν μπορώ να αναπνεύσω, δεν σήκωσα ούτε τα 235. Πώς θα πάω παραπάνω;»
«Μην το σκέφτεσαι. Βγαίνεις!» του είπε ο Φρανκ και τον έσπρωξε να πάει να σηκώσει τα κιλά.
Ο Γερμανός απέτυχε. Για άλλη μια φορά. Του έφυγαν τα κιλά προς τα πίσω, δεν άντεξε, κόντεψε να τραυματιστεί.
«Ως εδώ ήταν. Τέλειωσε…» σκέφτηκε απογοητευμένος.
Ο Φρανκ Μάντεκ έπρεπε να πάρει μια γρήγορη απόφαση. Έμενε μια τελευταία προσπάθεια. Να επαναλάβει στα 246 κιλά; Να πάει παραπάνω; Δεν ήξερε τι συνέβαινε με τον αθλητή του, είχε προετοιμαστεί πολύ καλά για εκείνη τη στιγμή, είχε σηκώσει στις προπονήσεις πολύ περισσότερα κιλά. Το τώρα όμως ήταν εδώ. Και δεν έμοιαζε με τις προπονήσεις.
Το τώρα χρειαζόταν μια γρήγορη απόφαση. Και θάρρος.
«Θα βάλουμε 248 κιλά. Έτσι κι αλλιώς είσαι τρίτος, έχεις το χάλκινο μετάλλιο».
Ο Ματίας δεν το ήξερε αυτό κι ανακουφίστηκε ακούγοντάς το. Τίποτα δεν είχε πάει χαμένο.
Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια βγήκε στο τερέν και σήκωσε τα 248 κιλά και το αργυρό μετάλλιο υπό τις επευφημίες του κόσμου.
Αλλά δεν του αρκούσε αυτό. Ήθελε πλέον να κυνηγήσει το χρυσό. Γι’ αυτόν. Και για τη Σούζαν. Θυμήθηκε τα λόγια του προπονητή του στην αρχή των Αγώνων: «Όλοι οι αθλητές παίρνουν μέρος σε πολλές διοργανώσεις. Σε ελάχιστες όμως υπάρχει αυτή η μία προσπάθεια που τα κρίνει όλα. Και σου αλλάζει τη ζωή. Και αυτή πρέπει να την κάνεις. Αυτό ξεχωρίζει τους μεγάλους αθλητές από τους καλούς αθλητές».
Ο Ματίας βγήκε αποφασισμένος. Έβαλε δέκα κιλά πάνω από το ρεκόρ του. 258 κιλά.
Και τα σήκωσε. Ήταν πλέον χρυσός Ολυμπιονίκης.
Όταν άφησε τα κιλά να πέσουν, έπεσε κι αυτός πάνω από την μπάρα. Χτυπούσε το πάτωμα με τα χέρια του κλαίγοντας. Σηκώθηκε και πηδούσε από τη χαρά του, ενώ έπεσε στην αγκαλιά του προπονητή του. Ήταν σαν να είχε σπάσει χίλιες αλυσίδες, τέτοιο βάρος ένιωθε από το άγχος. Έκανε σαν μικρό παιδί, άνοιγε τα χέρια του, αγκάλιαζε τον κόσμο, συνέχιζε να κλαίει. Και κοίταζε προς τον ουρανό. Προς τη Σούζαν. Ίσως τον έβλεπε. Σίγουρα τον έβλεπε.
Στην απονομή, όταν του φόρεσαν το χρυσό μετάλλιο στον λαιμό, ο Ματίας έβγαλε τη φωτογραφία που είχε φέρει από τη Γερμανία στο Πεκίνο, που είχε πάντα μαζί του στον αγωνιστικό του σάκο, εκείνη της αγαπημένης του, και φωτογραφήθηκε με το μετάλλιο. Οι δυο τους μαζί με το χρυσό.
Η στιγμή που πέφτει κλαίγοντας πάνω στην μπάρα και η απονομή του μεταλλίου, με τη φωτογραφία που έπαιρνε πάντα μαζί του, ήταν από τις πιο συγκινητικές στιγμές των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου.
«Ήθελα να δείξω σε όλο τον κόσμο πως δεν ήμουν μόνος μου», είπε μετά στους δημοσιογράφους.
Και σίγουρα δεν ήταν. Κάποιος τον έβλεπε. Από ψηλά. Από δίπλα. Από παντού.
***

*Το βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου «Με ταχύτητα, με δύναμη, με πάθος» κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη.


