Η εβδομαδιαία στήλη «Καρτ ποστάλ θανάτου» εξετάζει λιγότερο γνωστές ανεξιχνίαστες υποθέσεις (δείτε εδώ την πρώτη ιστορία). Τι αντίκρισαν οι αστυνομικοί; Τι ρόλο έπαιζε η οικογένεια του θύματος; Γιατί δεν έχει αποδοθεί ακόμα δικαιοσύνη; Ποιος τελικά σκότωσε το θύμα;
Τις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να δώσει ο Βαγγέλης Γιαννίσης, συγγραφέας της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων με τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα) και περήφανος γατομπαμπάς του Jax. (Γνωρίστε καλύτερα τον Βαγγέλη εδώ
Υπόθεση #17 – Η δολοφονία της Kyllikki Saari
Isojoki, Μάιος 1953
Ο ήλιος είχε δύσει μόλις πριν από μισή ώρα και το λυκόφως είχε αρχίσει να εκτοπίζεται από το σκοτάδι. Τα δύο κορίτσια έκαναν αργά πετάλι στο χωματόδρομο, ο οποίος πλαισιωνόταν και από τις δύο πλευρές του με αιωνόβια έλατα. Οι φανοί των ποδηλάτων έριχναν το αδύναμο, αλλά κάπως παρηγορητικό φως τους πάνω στο δρόμο, ο οποίος μερικά μέτρα παρακάτω συναντούσε το τοπικό γαλατάδικο. Στο σημείο αυτό τα κορίτσια σταμάτησαν για να χαιρετηθούν, καθώς οι δρόμοι τους θα χώριζαν. Η Kyllikki θα κατευθυνόταν βόρεια για να επιστρέψει στο σπίτι της, στη μικρή κοινότητα του Heikkilä, ενώ η Maiju θα συνέχιζε μέχρι το Kauhajoki.
Τα κορίτσια είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος του απογεύματος μαζί, παρακολουθώντας μαθήματα στο κατηχητικό του Kortteenkylä. Η Maiju είχε προσέξει πως η φίλη της ήταν κάπως ανήσυχη και την καταλάβαινε. Το σκοτάδι και η ερημιά του δάσους είναι τρομακτικές, ειδικά όταν είσαι ένα έφηβο κορίτσι. Ωστόσο, η Kyllikki την καθησύχασε. «Μη φοβάσαι, θα επιστρέψω μια χαρά, όπως κάθε φορά. Αντίο για την ώρα, Maiju».
Η Maiju Yli-Hietala παρακολούθησε τη φίλη της να απομακρύνεται, δίχως να φανταστεί πως δεν θα την ξανάβλεπε ζωντανή. Σύντομα το σκοτάδι κατάπιε την Kyllikki και θα την κρατούσε φυλακισμένη στα σωθικά της για έξι μήνες, προτού της επιτρέψει να εμφανιστεί ξανά.
Η Auli Kyllikki Saari ήταν το δεύτερο νεότερο από τα έξι παιδιά της Vilhelmiina και του Eino Saari. Έμενε μαζί με την οικογένειά της σε μία αγροικία και εργαζόταν ως γραμματέας στην τοπική εκκλησία. Είχε πάει σχολείο μονάχα για δύο τάξεις, προτού σταματήσει έπειτα από ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη, ενώ έκανε ποδήλατο. Η Kyllikki ήταν μία ντροπαλή έφηβη, η οποία σε αντίθεση με τους συνομηλίκους της, δεν διατηρούσε κάποια ρομαντική σχέση και σπάνια διασκέδαζε. Έβγαινε από το καβούκι της μονάχα όταν έκανε παρέα με γνωστούς —τότε, η συνεσταλμένη δεκαεφτάχρονη μετατρεπόταν σε ένα χαρούμενο και ζωηρό κορίτσι. Η πίστη έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή της Kyllikki, η οποία συχνά καβαλούσε το ποδήλατό της μέχρι την εκκλησία και τις Κυριακές απολάμβανε να συμμετάσχει στα μαθήματα του κατηχητικού. Την Κυριακή 17 Μαΐου, ωστόσο, η νεαρή δεν έδειχνε τον ίδιο ενθουσιασμό λίγο προτού φύγει με το ποδήλατο για το κατηχητικό. Οι γονείς της αργότερα θα κατέθεταν ότι παρόλο που έλεγε πως ήθελε να πάει, φοβόταν να γυρίσει μόνη της το βράδυ.

Όταν η Kyllikki δεν επέστρεψε σπίτι, οι γονείς της δεν ανησύχησαν, καθώς η κοπέλα αρκετές φορές συνήθιζε να περνάει τα βράδια της στο σπίτι της Maiju. Το 1953, άλλωστε, μία εποχή που η ύπαρξη των κινητών απείχε αρκετές δεκαετίες από την εισβολή στην καθημερινότητα, οι γονείς, δίχως να έχουν άμεση επικοινωνία με τα παιδιά τους σε περίπτωση που αργούσαν —και πιστεύοντας πως ο κόσμος γύρω τους ήταν πιο ασφαλής, ιδίως στις αγροτικές περιοχές— δεν έβαζαν αμέσως στο νου τους το κακό. Το πρώτο σκίρτημα αγωνίας στην καρδιά τους, ωστόσο, ήρθε όταν υπάλληλοι της ενορίας επικοινώνησαν μαζί τους, προκειμένου να τους ενημερώσουν πως η κόρη τους δεν είχε εμφανιστεί στη δουλειά και αμέσως οι γονείς δήλωσαν την εξαφάνιση της Kyllikki στην αστυνομία.
Στις 20 Μαΐου η αστυνομία, με τη βοήθεια τριάντα ντόπιων, θα ερευνήσει το μέρος στο οποίο η Maiju και η Kyllikki είχαν χωριστεί, δίχως ωστόσο να βρουν κάτι. Οι αστυνομικοί, οι οποίοι αρχικά είχαν υποψιαστεί πως η κοπέλα ίσως είχε εμπλακεί σε τροχαίο δυστύχημα, τώρα πια άρχισαν να φοβούνται για το χειρότερο: αν η δεκαεφτάχρονη είχε πεθάνει σε δυστύχημα, το πτώμα της θα βρισκόταν κάπου κοντά. Η απουσία του, ωστόσο, σήμαινε ότι πιθανότατα είχε πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας. Την επόμενη ημέρα θα καταφτάσει στην περιοχή ένας αστυνόμος ανθρωποκτονιών από τη Vaasa, προκειμένου να ηγηθεί της έρευνας. Σύντομα το πρόσωπο της εξαφανισμένης κοπέλας θα εμφανιστεί στις τοπικές κι έπειτα στις πανεθνικής κυκλοφορίας εφημερίδες της χώρας.
Οι πρώτες μαρτυρίες άρχισαν να καταφτάνουν. Ο Jaakko Lähteenmäki, ένας ντόπιος εργάτης, θα καταθέσει πως το βράδυ της 17ης Μαΐου, γύρω στις 22.40 θα δει μία νεαρή κοπέλα να κάνει ποδήλατο περίπου ενάμισι χιλιόμετρο από το σημείο που τα δύο κορίτσια χωρίστηκαν. Περνώντας από τον ίδιο δρόμο νωρίς το επόμενο πρωί, μεταφέροντας γάλα με την άμαξά τους, ο Oskari Forsby και ο γιος του Vilho θα δουν ίχνη από βήματα, ρόδες ποδηλάτου και λάστιχα αυτοκινήτου. Κομμάτια από γυαλί είχαν σκορπιστεί στον χωματόδρομο. Οι δύο άντρες έσπευσαν να καταθέσουν στην αστυνομία μαθαίνοντας για την εξαφάνιση της κοπέλας, ωστόσο μέχρι τότε η διερχόμενη κίνηση είχε εξαφανίσει τα όποια στοιχεία υπήρχαν. Μία εβδομάδα έπειτα από την εξαφάνιση ένα δωδεκάχρονο κορίτσι ισχυρίστηκε πως είδε ένα κρεμ αμάξι, από το πορτμπαγκάζ του οποίου ξεπρόβαλλε ένα ποδήλατο, να περνάει με ταχύτητα και φώτα σβηστά γύρω στις έντεκα το βράδυ από το δρόμο όπου εξαφανίστηκε η Kyllikki. Στο αμάξι επέβαιναν δύο άντρες, ένας εκ των οποίων ήταν παχύσαρκος. Ο έτερος άντρας είχε πεταχτά δόντια. Το ίδιο αμάξι φαίνεται πως πέρασε και μέσα από το χωριό Uuro εκείνο το βράδυ. Μία γυναίκα, η Sylvi Hauskaviita καθόταν στη βεράντα του σπιτιού της μαζί με την κόρη της όταν είδε το αμάξι να κατευθύνεται προς το Isojoki, ερχόμενο από το Päntäne. Από το πορτμπαγκάζ ξεπρόβαλλε η ρόδα ενός ποδηλάτου. Μισή ώρα αργότερα το αμάξι πέρασε ξανά, αυτή τη φορά προς την κατεύθυνση του Päntäne. Το μυστηριώδες όχημα θα κάνει την εμφάνισή του για τρίτη φορά, όταν δύο νεαροί θα καταθέσουν πως το βράδυ εκείνο, καθώς καβαλούσαν τις μηχανές τους, θα περάσουν από ένα σταθμευμένο στην άκρη του δρόμου αμάξι, κοντά στη διασταύρωση του Karhunkangas, περίπου 20 χιλιόμετρα του Isojoki. Κανένα ίχνος του αυτοκινήτου δε θα βρεθεί όταν η αστυνομία θα ψάξει το μέρος για στοιχεία, ενώ σε αδιέξοδο έφτασε και η έρευνα για τους οδηγούς του οχήματος.
Στις 22 Ιουλίου θα υπάρξει για πρώτη φορά πρόοδος στην υπόθεση, όταν το ποδήλατο της Kyllikki Saari θα βρεθεί σε έναν βάλτο στο Lellulaakso από δύο περιπατητές, οι οποίοι μάζευαν μούρα. Όποιος είχε πετάξει το ποδήλατο εκεί, ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν θα βρισκόταν, καθώς οι βαλβίδες των λαστίχων ήταν ανοιχτές, ώστε ο αέρας να δραπετεύσει και το ποδήλατο να βυθιστεί ευκολότερα στον βάλτο. Η στάθμη του νερού, ωστόσο, είχε πέσει τον Ιούλιο, αποκαλύπτοντας έτσι το ποδήλατο. Η αστυνομία είχε ελέγξει το μέρος με ανιχνευτή μετάλλων τον Μάιο, οπότε λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως δεν βρέθηκε τίποτα και ότι το ποδήλατο βρισκόταν σε καλή κατάσταση, άρα δεν θα μπορούσε να είχε μείνει στον βάλτο για πολύ καιρό, το πιθανότερο είναι πως ο δράστης το ξεφορτώθηκε αργότερα.

Στις 10 Οκτωβρίου η αστυνομία έλαβε την απόφαση να ερευνηθεί ξανά το μέρος όπου οι Oskari και Vilho Forsby είχαν εντοπίσει τα σπασμένα γυαλιά. Στο σημείο βρέθηκε το παπούτσι της Kyllikki τυλιγμένο με το κασκόλ της και μία αντρική κάλτσα. Το παπούτσι και οι κάλτσα είχαν δεθεί με μία μαύρη μάλλινη κλωστή. Πάνω στο κασκόλ βρέθηκαν σημάδια από δάγκωμα, γεγονός που έκανε τους ερευνητές να υποπτευθούν ότι ο δράστης το είχε χρησιμοποιήσει ως φίμωτρο.

Την επόμενη μέρα ο Ilmari Hietaoja θα παρατηρήσει ένα ξερό κλαδί πεύκου να ξεπροβάλλει από ένα θάμνο, κοντά στο σημείο όπου βρέθηκε το παπούτσι. Όταν το τράβηξε, διαπίστωσε πως η μία άκρη του ήταν μυτερή. Η μυρωδιά της αποσύνθεσης δεν άργησε να τον χτυπήσει. Κάτω από τους θάμνους, σε έναν ρηχό τάφο διακόσια μέτρα από το δρόμο, βρισκόταν το πτώμα της Kyllikki Saari. Το κεφάλι της ήταν τυλιγμένο με το παλτό της, ενώ ήταν γυμνή από τη μέση και κάτω. Το σουτιέν της είχε λυθεί. Εξαιτίας της αποσύνθεσης τα οστά του καρπού είχαν σπάσει, ενώ τα δάχτυλα ποδιών και χεριών είχαν παραμορφωθεί. Ο καθηγητής Unto Uotila, ο οποίος πραγματοποίησε τη νεκροψία-νεκροτομή, κατέληξε πως πιθανή αιτία θανάτου ήταν χτύπημα στο κεφάλι με αιχμηρό αντικείμενο, το οποίο θα μπορούσε να είναι ένα κλαδί ή μία πέτρα. Το θύμα είχε κακοποιηθεί, καθώς η μύτη και τα ζυγωματικά βρέθηκαν σπασμένα. Δεν βρέθηκαν σημάδια σεξουαλικής κακοποίησης —σε αυτό ίσως έπαιξε ρόλο και η προχωρημένη σήψη στην οποία βρέθηκε το θύμα— ωστόσο η αστυνομία δεν απέκλεισε την περίπτωση το κίνητρο του εγκλήματος να ήταν σεξουαλικό.

Το σημείο όπου βρέθηκε η Kyllikki είχε ερευνηθεί ενδελεχώς -και μάλιστα νέα δέντρα είχαν φυτευτεί στην περιοχή στο διάστημα μεταξύ 1ης και 6ης Ιουνίου- δίχως να βρεθεί κάτι, με αποτέλεσμα οι ερευνητές να θεωρήσουν πως το πτώμα της κοπέλας τοποθετήθηκε εκεί αργότερα. Η νεκροτομή, άλλωστε, έδειξε πως το κλαδί που βρέθηκε καρφωμένο στην κοιλιά της κοπέλας είχε τοποθετηθεί εκεί ενώ η σήψη του σώματος ήταν ήδη προχωρημένη. Εμπειρογνώμονες έκριναν από τον τρόπο με τον οποίο ο δράστης έσκαψε τον τάφο πως ήταν αρκετά πιθανό να έχει στρατιωτική πείρα, ενώ χρησιμοποίησε με το αριστερό χέρι ένα φινλανδικό μαχαίρι, το Puuko, προκειμένου να κάνει αιχμηρή την άκρη του κλαδιού που βρέθηκε καρφωμένη στην κοιλιά του θύματος. Τέλος, ειδικοί έκριναν πως το κλαδί πεύκου είχε κοπεί κατά πάσα πιθανότητα στα τέλη Αυγούστου, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως το συγκεκριμένο είδος δέντρου δε συναντάται στην περιοχή.

Ήδη από την αρχή της έρευνας οι υποψίες της αστυνομίας έπεσαν πάνω στον Kauko Kanervo, τον πρώην ιερέα της εκκλησίας του Isojoki, ο οποίος μάλιστα κρατούσε επικοινωνία δι αλληλλογραφίας με την Kyllikki. Ο Kanervo είχε κατηγορηθεί στη διάρκεια του πολέμου από μεγάλο αριθμό γυναικών για ανάρμοστη συμπεριφορά, ενώ αργότερα, ενώ βρισκόταν στην Αφρική για ιεραποστολικό έργο, είχε συνάψει σχέση με μία νοσοκόμα, με αποτέλεσμα να διωχθεί από την αποστολή. Το 1955 θα κατηγορηθεί πως είχε συνάψει σχέση με μία ανήλικη, ενώ μερικά χρόνια αργότερα θα διωχθεί δικαστικά για διατήρηση σχέσεων με ανήλικη και για σύναψη αρραβώνα, ενώ ο ίδιος ήταν ήδη παντρεμένος. Παρόλα αυτά, ο Kanervo βρισκόταν 60 χιλιόμετρα μακριά από τo Isojoki το βράδυ της δολοφονίας της νεαρής κοπέλας, με αποτέλεσμα να μην του απαγγελθούν κατηγορίες.

Δεύτερος ύποπτος ήταν ένας τριανταπεντάχρονος πρώην αστυνομικός, ο οποίος είχε απολυθεί από την υπηρεσία του λόγω κακής συμπεριφοράς. Μάρτυρες κατέθεσαν πως τον είδαν να επιβαίνει σε ένα κρεμ αυτοκίνητο, ωστόσο ο πρώην αστυνομικός είχε ακλόνητο άλλοθι, καθώς τη νύχτα του φόνου βρισκόταν στην Kristinestad μαζί με έναν ντόπιο επιχειρηματία. Έτσι, η αστυνομία έστρεψε την προσοχή της στον Vihtori Lehmusviita, έναν τριανταοχτάχρονο άντρα που έμενε κοντά στο σημείο όπου ανακαλύφθηκε ο Kyllikki. Ο Lehmusviita είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για ένα έγκλημα σεξουαλικής φύσεως, ενώ η συμμετοχή του στον Δεύτερο Παγκόσμιο είχε επίπτωση στην ψυχική του υγεία, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε ψυχιατρικό ίδρυμα για μεγάλα διαστήματα. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο Lehmusviita είπε στους αστυνομικούς πως η Kyllikki ήταν νεκρή και ότι το σώμα της δεν θα βρισκόταν ποτέ, ωστόσο αργότερα υποστήριξε ότι τα λεγόμενά του παρεξηγήθηκαν. Παρόλο που η μητέρα και η αδερφή του Lehmusviita του έδωσαν άλλοθι για εκείνη τη βραδιά, λέγοντας πως κοιμόταν όλη τη νύχτα έπειτα από ένα γερό μεθύσι, οι αστυνομικοί θεωρούσαν πως ο τριανταοχτάχρονος άντρας και ο γαμπρός του, ο οποίος είχε βεβαρημένο ποινικό μητρώο, σκότωσαν και στη συνέχεια έθαψαν το κορίτσι, ωστόσο δεν του απαγγέλθηκαν ποτέ κατηγορίες λόγω ελλιπών στοιχείων.

Ανάμεσα στους υπόπτους της δολοφονίας βρίσκεται και ο Hans Assmann, ένας Γερμανός εγκληματίας, πρώην μέλος των SS που είχε υπηρετήσει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προτού αργότερα μεταπηδήσει στο πλευρό του Κόκκινου Στρατού, έχοντας κλέψει την ταυτότητα ενός νεκρού στρατιώτη, και στη συνέχεια μεταναστεύσει στη Φινλανδία. Ο Assman, βασικός ύποπτος για την πολλαπλή ανεξιχνίαστη δολοφονία στη λίμνη Bodom, ομολόγησε τη δολοφονία της Kyllikki λίγο πριν πεθάνει, λέγοντας πως ο θάνατός της ήταν ένα ατύχημα. Σύμφωνα με τον Assman, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο σωφέρ του χτύπησε τη νεαρή κοπέλα και στη συνέχεια έκαναν το δυστύχημα να μοιάζει με δολοφονία. Σύμφωνα με τις Φινλανδικές μυστικές υπηρεσίες, ωστόσο, οι οποίες τον παρακολουθούσαν ως πιθανό πράκτορα της KGB, ο Assmann βρισκόταν στη Γερμανία την ημέρα της δολοφονίας.

Η Kyllikki Saari κηδεύτηκε στις 25 Οκτωβρίου 1953 στην εκκλησία του Isojoki. Περισσότεροι από 25.000 άνθρωποι —τέσσερις φορές ο πληθυσμός της πόλης— συγκεντρώθηκαν για να θρηνήσουν μαζί με την οικογένειά της.
Μεγάλο μέρος των παρευρισκομένων, οι οποίοι προέρχονταν από όλα τα μέρη της χώρας, είχαν έρθει στην περιοχή ήδη από την προηγούμενη ημέρα, ενώ η νεκρώσιμος ακολουθία μεταδόθηκε ζωντανά από τη δημόσια φινλανδική ραδιοφωνία. Ο τάφος της Kyllikki βρίσκεται απέναντι από την είσοδο του νεκροταφείου του Isojoki. Ο δολοφόνος της, έχοντας διαφύγει της σύλληψης από τη δικαιοσύνη, θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται θαμμένος στον ίδιο χώρο, κοντά στο θύμα του.

*Διαβάστε ακόμα




