σε , ,

Ποιος σκότωσε την νοικοκυρά Μαρί μ’ αυτόν τον τρόπο;

H αστυνομία ανέκρινε 20.000 άτομα και ξόδεψε πάνω από 100.000 εργατοώρες προσπαθώντας να βρει λύση σε ένα έγκλημα που φάνταζε τέλειο

Η εβδομαδιαία στήλη «Καρτ ποστάλ θανάτου» εξετάζει λιγότερο γνωστές ανεξιχνίαστες υποθέσεις (δείτε εδώ την πρώτη ιστορία). Τι αντίκρισαν οι αστυνομικοί; Τι ρόλο έπαιζε η οικογένεια του θύματος; Γιατί δεν έχει αποδοθεί ακόμα δικαιοσύνη; Ποιος τελικά σκότωσε το θύμα;

Τις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να δώσει ο Βαγγέλης Γιαννίσης, συγγραφέας της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων με τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα) και περήφανος γατομπαμπάς του Jax. (Γνωρίστε καλύτερα τον Βαγγέλη εδώ

Υπόθεση #18 – Ο φόνος της Marie Lock-Hansen

Højbjerg, Νοέμβριος 1967

«Νομίζω πως μπορούμε να κάνουμε διάλειμμα, τι λες;»

Η Irma Rasmussen κατένευσε. «Να πω και στη Lizzy να έρθει;»

«Φυσικά».

Η Irma κατέβηκε στο υπόγειο, όπου η Marie Lock-Hansen διατηρούσε το μικρό τυπογραφείο της. Εκεί, βρήκε τη Lizzy Christensen. Ήταν μία ασυνήθιστα πολυάσχολη μέρα για την επιχείρηση της Marie, με αποτέλεσμα να ζητήσει από τη γειτόνισσά της, τη Lizzy, να βοηθήσει για μερικές ώρες. Η Irma, η οποία είχε έρθει πριν από περίπου μία ώρα για να βοηθήσει στην καθαριότητα του σπιτιού, ρώτησε τη Lizzy αν θα ήθελε να πιει καφέ μαζί τους, ωστόσο εκείνη απάντησε πως δεν είχε χρόνο, έτσι η Irma επέστρεψε μόνη της στο καθιστικό.

Δεν πρόλαβε να περάσει πολλή ώρα από τη στιγμή που οι δύο γυναίκες κάθισαν για να πιουν τον καφέ τους, όταν το κουδούνι χτύπησε και η Marie σηκώθηκε για να ανοίξει. Η Irma έφερε το φλιτζάνι στα χείλη της κι όρθωσε τα αυτιά της, ωστόσο δεν κατόρθωσε να ακούσει και πολλά. Ο επισκέπτης ήταν μάλλον πελάτης, μιας κι άκουσε τη Marie να του λέει πως έχουν ήδη πολλή δουλειά, αλλά μπορούσε να περάσει αν θα έκαναν γρήγορα. Ο επισκέπτης και η Marie πήγαν στο γραφείο, το οποίο βρισκόταν στο τέλος του χολ. Η πόρτα του δωματίου είχε μόλις κλείσει, όταν ακούστηκαν κραυγές κι έπειτα δύο πυροβολισμοί. Η Irma ενστικτωδώς έτρεξε προς το γραφείο, όταν η πόρτα άνοιξε και βρέθηκε μπροστά στο δολοφόνο. Ο άντρας πάγωσε. Κοίταξε την Irma για μερικά δευτερόλεπτα, προτού βγάλει ένα πιστόλι από την τσέπη του παλτού και πυροβολήσει τη γυναίκα στην κοιλιά. «Ηρέμησε», θα της πει και θα φύγει βιαστικά.

To γραφείο όπου δολοφονήθηκε η Marie Lock-Hansen
Σε αυτό το σημείο ο δράστης πυροβόλησε την Irma Rasmussen.

Οι πυροβολισμοί τράβηξαν την προσοχή της Lizzy από το υπόγειο. Θα φωνάξει, ζητώντας να μάθει τι έγινε και, όταν η Irma της απαντήσει πως εκείνη και η Marie δέχθηκαν πυροβολισμούς από έναν άγνωστο, η γυναίκα θα δραπετεύσει από την πόρτα του υπογείου που οδηγούσε στον κήπο και θα φτάσει σε ένα γειτονικό σπίτι, από όπου και θα καλέσει την αστυνομία. Δεν θα προσέξει τον άντρα με το καπέλο, το παλτό και το χαρτοφύλακα, πάνω στον οποίο παραλίγο να πέσει καθώς έφευγε τρέχοντας από το σπίτι. Εν τω μεταξύ, η Irma κατάφερε να συρθεί έξω στον κήπο και ένας κηπουρός, ο οποίος βρισκόταν σε ένα από τα διπλανά σπίτια, θα τη βοηθήσει. Σύντομα θα καταφτάσουν περιπολικά και ασθενοφόρα. Η Irma Rasmussen θα επιζήσει. Η Marie, ωστόσο, βρέθηκε άψυχη στο γραφείο.

Η Marie Lock-Hansen ήταν 43 χρόνων όταν δολοφονήθηκε. Ήταν παντρεμένη με τον Oscar Lock-Hansen, πολιτικό μηχανικό, ο οποίος είχε δημιουργήσει μία μικρή περιουσία όταν πούλησε το μερίδιο που διατηρούσε σε μία κατασκευαστική εταιρεία και πλέον δίδασκε ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Aarhus. Το ζευγάρι ζούσε σε μία πολυτελή βίλα στο προάστιο Højbjerg, το υπόγειο της οποίας η Marie είχε μετατρέψει σε τυπογραφείο. Η Marie και ο Oscar δεν είχαν καταφέρει να κάνουν παιδιά, είχαν ωστόσο υιοθετήσει μία κόρη, η οποία το 1967 ήταν 19 χρόνων.

Η Marie Lock-Hansen
Ο Oscar Lock-Hansen
Η βίλα στην οποία έμενε το ζευγάρι.

Στη διάρκεια της έρευνας η αστυνομία ανέκρινε 20.000 άτομα και ξόδεψε πάνω από 100.000 εργατοώρες προσπαθώντας να βρει λύση σε ένα έγκλημα που φάνταζε τέλειο. Η Marie δεν είχε εχθρούς. Ήταν, άλλωστε, μία απλή, συνηθισμένη σπιτονοικοκυρά. Τα στοιχεία που είχαν στα χέρια τους ήταν ελάχιστα.

Διέθεταν, φυσικά, τις μαρτυρίες της Irma και της Lizzy, αλλά και δύο άλλων ατόμων, οι οποίοι εικάζεται πως είδαν το δράστη καθώς εκείνος απομακρυνόταν από το σπίτι των Lock-Hansen. Ο πρώτος ήταν ένας χασάπης, ο οποίος βρισκόταν στη γειτονιά για να κάνει μία παράδοση, και είδε ένα άτομο που ταίριαζε στην περιγραφή του δολοφόνου να επιβιβάζεται σε ένα πράσινο Morris Mini. Τον ίδιο άντρα είδε να επιβιβάζεται στο πράσινο όχημα και μία δασκάλα οδήγησης. Λίγες μέρες αργότερα, ένας άγνωστος θα καλέσει την πεθερά της δασκάλας οδήγησης στο σπίτι της. «Νομίζω πως και οι δυο μας γνωρίζουμε τι έγινε στο Højbjerg», θα πει προτού τερματίσει την κλήση. Η δασκάλα μοιραζόταν το ίδιο ασυνήθιστο επώνυμο με την πεθερά της, το οποίο αναγραφόταν στην επωνυμία της σχολής, στο πλάι του αυτοκινήτου και εξαιτίας της σπανιότητας του ονόματος, θα μπορούσε να βρεθεί εύκολα στον τηλεφωνικό κατάλογο. Τον καιρό που η πεθερά δέχτηκε το τηλεφώνημα δεν είχε γίνει ακόμα δημόσια γνωστή ούτε η μαρτυρία της δασκάλας, ούτε το επώνυμό της, οπότε οι μόνοι που γνώριζαν για την παρουσία της στην περιοχή ήταν η αστυνομία, η οικογένειά της και, πιθανότατα, ο δράστης. Η μαρτυρία της Irma Rasmussen χρησιμοποιήθηκε στη δημιουργία του σκίτσου του δολοφόνου. Η Irma μέχρι το θάνατό της, το 2003, εξέτασε χιλιάδες φωτογρφίες πιθανών υπόπτων, δίχως να αναγνωρίσει το άτομο που είδε την Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 1967. Οι αστυνομικοί ερευνητές χαρακτήριζαν την Irma ως την καλύτερη μάρτυρα με την οποία είχαν δουλέψει, ενώ λεγόταν πως η γυναίκα είχε φωτογραφική μνήμη. Αυτό αποδεικνύει κι ένα περιστατικό το οποίο συνέβη μόλις λίγες εβδομάδες πριν από το θάνατό της, σε ηλικία 87 ετών. Ένας αστυνομικός την επισκέφτηκε για να της δείξει δύο φωτογραφίες -δίχως εκείνη να αναγνωρίσει το δράστη- και λίγο προτού εκείνος φύγει η Irma του είπε πως της είχαν ξαναδείξει έναν από αυτούς τους άντρες. Πράγματι, από τα αρχεία προέκυψε πως η αστυνομία είχε δείξει μία από τις φωτογραφίες στην Irma το 1968.

Το σκίτσο του δράστη, βασισμένο στη μαρτυρία της Irma.

Ένα χειροπιαστό στοιχείο που διέθετε η αστυνομία ήταν το όπλο που χρησιμοποιήθηκε στη δολοφονία της Marie, ένα γερμανικό Walther P38, το οποίο ήταν αρκετά δημοφιλές στους Δανούς κατόχους όπλων εκείνη την εποχή. Δε συνέβαινε το ίδιο με τις σφαίρες από τις οποίες πέθανε η Marie. Μονάχα 2.000 βλήματα Geco 55 είχαν εισαχθεί στη Δανία από τη Δυτική Γερμανία, εκ των οποίων 1.500 είχαν αγοραστεί από το στρατό της χώρας και άλλα 500 είχαν πωληθεί από ένα κατάστημα στην Κοπεγχάγη, ωστόσο η αστυνομία δεν κατάφερε να εντοπίσει τον αγοραστή. Μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια, η οποία δεν έχει κατ’ ανάγκη σύνδεση με την υπόθεση, είναι πως κοντά στην κατοικία των Lock-Hansen βρισκόταν μία στρατιωτική βάση, στην οποία εκπαιδεύονταν οπλίτες προτού σταλούν στη Γροιλανδία. Ο στρατός προμήθευε τους εν λόγω οπλίτες με πιστόλια Walther P38 και σφαίρες Geco 55.

Ένα τηλέφωνο, το οποίο ανήκε στον παλαιοπώλη Christian Andersen, βρέθηκε στο σημειωματάριο της Marie έπειτα από τη δολοφονία της. Το μαγαζί του Andersen βρισκόταν στο Sønderborg, δυόμισι ώρες απόσταση οδικώς από το Højbjerg και η λεπτομέρεια αυτή δεν θα παρουσίαζε κανένα απολύτως ενδιαφέρον εάν ο Andersen δεν είχε δολοφονηθεί μερικούς μήνες νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 1967, στο σπίτι του. Ο δράστης δε βρέθηκε ποτέ και εικάζεται πως το κίνητρο της δολοφονίας ήταν χρηματικό, καθώς ο παλαιοπώλης ήταν γνωστό πως διατηρούσε μεγάλα ποσά σε ρευστό στο διαμέρισμά του. Ωστόσο, πώς θα μπορούσε να γνωρίζεται με τη Marie; Στο σπίτι της δεν υπήρχαν αντίκες, οπότε η γνωριμία τους, όποια κι αν ήταν αυτή, σίγουρα δεν ήταν επαγγελματική. Ο Andersen, επίσης, ήταν φίλος με τον Frede Møller, ο οποίος το 1976 καταδικάστηκε για κατασκοπεία, για λογαριασμό της Ανατολικής Γερμανίας. Ο Møller πέθανε από καρκίνο λίγο μετά τη φυλάκισή του, δίχως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη φύση της φιλίας του με τον Andersen.

Ο Christian Andersen

Λίγες μέρες πριν τη δολοφονία της Marie, εκείνη και ο Oscar είχαν υπογράψει ένα συμφωνητικό, το οποίο σε περίπτωση διαζυγίου απέδιδε την περιουσία και το σπίτι του ζευγαριού εξολοκλήρου στη Marie. Ο λόγος για τον οποίο ο Oscar αποφάσισε να βάλει την υπογραφή του σε ένα τέτοιο έγγραφο είναι άγνωστος, ωστόσο το συμφωνητικό θα έπρεπε να επικυρωθεί πρώτα από το τοπικό δικαστήριο, προτού τεθεί σε ισχύ. Σύμπτωση ή όχι, ως ημερομηνία επικύρωσης είχε οριστεί η 10η Νοεμβρίου, δηλαδή η μέρα που η Marie δολοφονήθηκε. Αν ο Oscar άλλαξε γνώμη για το συμφωνητικό και αποφάσισε να ξεφορτωθεί τη σύζυγό του για να διασφαλίσει την περιουσία του, τότε σίγουρα δεν επέλεξε να τη δολοφονήσει εκείνος, καθώς το πρωινό της Παρασκευής δίδασκε στο πανεπιστήμιο.

H αγγελία θανάτου της Marie, όπως δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα. Η ημερομηνία θανάτου που αναφέρεται (8/11) είναι λανθασμένη, καθώς η Marie πέθανε δύο μέρες αργότερα. Ήταν λάθος της εφημερίδας ή ένα ακούσιο σφάλμα του Oscar, το οποίο πιθανότατα έχει σκοτεινότερη αιτία;

Ένα από τα πρόσωπα που εμφανίστηκαν στην έρευνα της αστυνομίας ήταν ο δικηγόρος του Oscar, με τον οποίο διατηρούσε μακρόχρονη συνεργασία. Η περιγραφή του ταίριαζε με αυτή του δράστη, όπως και η ηλικία του (το 1967 ήταν 39 ετών -η Irma υπολόγιζε την ηλικία του δράστη ανάμεσα στα 35 και τα 40), ενώ η δικηγορική φίρμα στην οποία εργαζόταν είχε ένα εταιρικό αυτοκίνητο Morris Mini, σε πράσινο χρώμα, το οποίο ο δικηγόρος οδηγούσε συχνά. Επίσης, είχε στην κατοχή του νόμιμα ένα Walther P38. Το συμφωνητικό που είχε υπογραφεί από τους Lock-Hansen βρέθηκε στο γραφείο του, έπειτα από το θάνατό του, το 2005. Πάνω στο έγγραφο κάποιος είχε αφήσει ένα σημείωμα: Να μην παραδοθεί στην αστυνομία. Τα αρχικά με τα οποία, ωστόσο, αυτό είχε υπογραφεί δεν ταίριαζαν με εκείνα του δικηγόρου. Περίπου διακόσια μέτρα από τη δικηγορική φίρμα, διατηρούσε το γραφείο του ένας δεύτερος δικηγόρος, του οποίου τα αρχικά ταίριαζαν με αυτά που βρέθηκαν στο σημείωμα. Και εκείνος είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με το δράστη, ήταν 39 ετών, η γυναίκα του οδηγούσε ένα πράσινο Morris Mini και είχε στην κατοχή του ένα Walther P38. Και οι δύο άντρες είχαν ακλόνητο άλλοθι, ενώ τα όπλα τους εξετάστικαν από την αστυνομία, δίχως να ταυτοποιηθούν με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε στη δολοφονία της Marie.

Μία ακόμη θεωρία, η οποία προτάθηκε από τον Oscar Lock-Hansen θέλει το φόνο της Marie να είναι μία παρεξήγηση. Σε μία συνέντευξή του σε εφημερίδα ο Oscar υποστήριξε ότι ο δολοφόνος μπέρδεψε τη σύζυγό του με τη Grethe Bartram, πράκτορα της Gestapo η οποία εκείνη την περίοδο ήταν ενεργή στην περιοχή του Aarhus. Στη διάρκεια του πολέμου η Bartram είχε συνεργαστεί με τους Ναζί και, έπειτα από τη λήξη της κατοχής, καταδικάστηκε σε θάνατο, ωστόσο δεν εκτελέστηκε καθώς ήταν γυναίκα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν πως παλιά μέλη της αντίστασης είχαν την πρόθεση να δολοφονήσουν τη Bartram, ωστόσο η Marie έπεσε θύμα τους εξαιτίας της ομοιότητάς της με την πράκτορα.

Η Grethe Bartram

Πενήντα ένα χρόνια αργότερα, ο δολοφόνος της Marie Lock-Hansen παραμένει άγνωστος, όπως και το κίνητρό του. Οι θεωρίες που προσπαθούν να δώσουν μία εξήγηση στο έγκλημα είναι πολλές, ωστόσο η φράση που συμπυκνώνει καλύτερα την υπόθεση ειπώθηκε το 1992 από τον τότε επικεφαλής της έρευνας: «Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως μία συνηθισμένη νοικοκυρά δολοφονήθηκε μία συνηθισμένη Παρασκευή του Νοέμβρη».

* Διαβάστε ακόμα

Ποιος σκότωσε την νεαρή Kyllikki Saari;

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Total votes: 0

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%

Αφήστε μια απάντηση