«Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που τους αρέσουν τα πάντα». Αυτή την υπέροχη ατάκα άκουσα από γνωστό δημοσιογράφο και διαβόητο σχολιαστή της επικαιρότητας μέσα από το ιδιαίτερα δημοφιλές Twitter του. Με οδήγησε στο να αναρωτηθώ κάτι για τους δημοσιογράφους της γενιάς μου, αυτούς (μαζί κι εγώ) που γράφουν για την pop κουλτούρα κατά κύριο λογο: Έχουμε το θάρρος να γίνουμε (πολύ) δυσάρεστοι όταν δεν μας αρέσει κάτι;
Αντέχουμε να γράψουμε πχ, «ο Λάνθιμος είναι κακός σκηνοθέτης κατά τη γνώμη» και να στηρίξουμε μια τέτοια πρόταση με μια συγκεκριμένη συλλογιστική, χωρίς «κατινιές», αλλά με συνέπεια και ευγένεια; Μήπως φοβόμαστε υπερβολικά ότι με μια πρόταση σαν την παραπάνω θα φάμε κόκκινη κάρτα από την κλίκα μας; Μήπως τρέμουμε στην ιδέα να χαλάσουμε το FOMO μερικών για τον τον Λάνθιμο και κάθε Λάνθιμο και στο τέλος να μας κάνουν unfollow στο FB και να μη μας διαβάζουν;
Πιστεύω πως οι τελευταίοι που διατήρησαν χωρις δισταγμό το θάρρος της γνώμης τους, κόντρα σε κάθε κλίκα και χωρίς να φοβούνται αντιδράσεις αναγνωστών, συχνά αγγίζοντας τα όρια της προσβολής σε ζωντανούς και τεθνεώτες, ήταν οι Βασίλης Ραφαηλίδης και η Ροζίτα Σώκου.
Σήμερα, η μεν Ροζίτα στα 98 της, παλεύει για να κρατηθεί στη ζωή ύστερα από ένα διπλό εγκεφαλικό, ενώ ο Ραφαηλίδης έχει απεβιώσει πριν από 21 χρόνια, στα 66 του, αφήνοντας πίσω του πλούσια βιβλιογραφία. Ας θυμηθούμε μερικές από τις πιο θαραλέες τοποθετήσεις αυτών των τόσο (φαινομενικά) διαφορετικών ανθρώπων
Ροζίτα Σώκου για την Μελίνα Μερκούρη
Σε συνέντευξη της σε γυναικείο περιοδικό, το 2013
«Ήταν ελεεινή ηθοποιός. Μιλώ ανεξάρτητα από ό,τι ηθικό της έχω προσάψει. Στη “Μήδεια” ήταν ανυπόφορη. Είχε νευριάσει, θυμάμαι με την Ντένη Βλαχιώτη, που της είχε κάνει ένα υπέροχο κοστούμι, που αυτή τη στιγμή εκτίθεται στο Τόκυο. Για να της πάει κόντρα, αγόρασε στην Αμερική ένα πολύ λαϊκό κοστούμι. Όμως, σύμφωνα με το συμβόλαιο, έπρεπε στην πρόβα τζενεράλε να φορέσει της Ντένης. Πήγαινε λοιπόν μπροστά της, σήκωνε το κοστούμι και φυσούσε τη μύτη της για να δείξει πόσο την περιφρονεί…
Μονο στη “Στέλλα” ήταν καλή, γιατί είχε προσαρμόσει ο Κακογιάννης το ρόλο στο δικό της στυλ. Έκανε τον εαυτό της. Αυτό το ύφος είχε και στην πραγματικότητα. Ήταν πολύ κακή ηθοποιός. Έκανε νάζια επί σκηνής. Όταν την έβλεπα να παίζει, ντρεπόμουν που ήμουν γυναίκα…»
(Ποτέ δεν έκανε πίσω στις απόψεις της)
Και για τον σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο:
«Δεν μου άρεσε καθόλου. Ήταν γελοίος. Δεν ήξερε να γράψει διάλογο. Άκουγες ένα παιδί τεσσάρων ετών να λέει: “Κατά βάθος, αγαπούσαμε τη μαμά μας”. Τα παιδιά δεν αγαπούν κατά βάθος. Είναι αστεία φράση».
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης επίσης, για τον θρίαμβο του Θόδωρου Αγγελόπουλου στο Φεστιβάλ των Καννών (1998), όταν κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα
«Παρουσιάζονται εθνικά υπερήφανοι ακόμη και αυτοί που δεν είχαν καμία επαφή με το έργο του Αγγελόπουλου ή τον κυνηγούσαν ή τον δίωκαν. Όλοι ξαφνικά είναι εθνικά υπερήφανοι. Ακόμη και ο Έβερτ, ο οποίος χαρακτήρισε αντεθνική την ταινία του, Κυνηγοί, προκαλώντας προσκόμματα στην παραγωγή και την κυκλοφορία της, έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα. Επιπλέον και ο Στεφανόπουλος που είναι άμοιρος παντελώς του σινεμά, και της τέχνης εν γένει, υπερήφανος και αυτός!». Η αγάπη του Ραφαηλίδη για τον Αγγελόπουλο έχει αποτυπωθεί ιδανικά και σε μια σειρά από δοκίμια, που αναλύουν μεταξύ άλλων, αλληγορίες και συμβολισμούς στο έργο του.
Μια αποδόμηση των Σαββόπουλου – Δοξιάδη «με το γάντι» με αφορμή την υπόθεση της σκηνοθέτιδας Φρίντας Λιάππα
Το 1992, η Φρίντα Λιάππα κατηγορούνταν για κακομεταχείριση ανήλικου παιδιού στα γυρίσματα της ταινίας «Τα Χρόνια της Μεγάλης Ζέστης» από τους Απόστολο Δοξιάδης – Βάσια Παναγοπούλου . Στην εκπομπή «Προφίλ» του Πάνου Παναγιωτόπουλου, κλήθηκαν να μιλήσουν για το περιστατικό φημολογούμενης κακομεταχείρισης (πλάνα όπου ανήλικο παιδί φαίνεται να παρακολουθεί ενήλικες καθώς κάνουν έρωτα) ο Δοξιάδης μαζί με τους Διονύση Σαββόπουλο, Βασίλη Ραφαηλίδη, Γιώργο Καρυπίδη. Ο Ραφαηλίδης κάνει «σκόνη» τους Σαββόπουλο – Δοξιάδη εξηγώντας τη διαφορά της φιλμικής αποτύπωσης της ερωτικής πράξης σε σχέση με την εκδοχή της στην πραγματική ζωή και φωτογραφίζει μια συντηρητική ιδεολογική προσέγγιση στις κατηγορίες του, μιλώντας με μια ασύλληπτη ευγένεια προς κάθε συνομιλητή του.
