σε , ,

«Σε όλες σου τις μνήμες υπάρχει μια πού ανεπίστρεπτα χάθηκε…» – 9 σπουδαία ποιήματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Με αφορμή την επέτειο της γέννησής του, θυμόμαστε αγαπημένους στίχους του Αργεντινού ποιητή

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ήταν Αργεντινός συγγραφέας και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα. Είναι περισσότερο γνωστός για τα διηγήματα του στα οποία κυριαρχεί το στοιχείο του φανταστικού χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν και εξαιρετικός ποιητής αλλά και κριτικός.

Λίγα λόγια για το έργο του

Ο Μπόρχες έγραφε ποίηση καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Καθώς η όρασή του μειωνόταν, επικεντρώθηκε όλο και περισσότερο στην ποίηση, καθώς μπορούσε να αποστηθίσει ολόκληρο το κείμενο. Πολλές από τις πιο γνωστές του ιστορίες αφορούν τη φύση του χρόνου, το άπειρο, καθρέφτες, λαβυρίνθους, την πραγματικότητα και την ταυτότητα. Το έργο του Μπόρχες έχει χαρακτήρα κοσμοπολίτικο, κάτι που αποτελεί αντανάκλαση της πολυ-πολιτισμικής Αργεντινής, της έκθεσής του από νωρίς στη μεγάλη συλλογή παγκόσμιας λογοτεχνίας που διέθετε ο πατέρας του, και τα πολλά ταξίδια που έκανε στη ζωή του. Στον Μπόρχες δεν δόθηκε ποτέ το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, εικάζεται λόγω της σιωπηλής στήριξής του ή έστω απροθυμίας του να καταδικάσει τις στρατιωτικές δικτατορίες σε Αργεντινή, Χιλή, Ουρουγουάη και αλλού.

5 ekpliktikes frasis apo ton chorche louis borches

Παρακάτω συγκεντρώσαμε εννέα αγαπημένα μας ποιήματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

* * *

Αγρυπνία

Από ατσάλι,
από τανυσμένες βέργες ατόφιου ατσαλιού
γίνηκε η νύχτα
για να μη τη σχίζουν
και τη ξεχώνουν
τα μύρια πράματα
πού τα μάτια μου αποκαμωμένα
έχουνε δει
τα απαίσια πράματα
πού ανυπόφορα
τα φωλιάζουν.

Το κορμί μου απόκαμε τις νόρμες,
τους πυρετούς, τα φώτα:
στα βαγόνια
ενός μεγάλου σιδηρόδρομου
μέσα σ’ ένα τσιμπούσι
ανθρώπων πού αλληλομισούνται
σ’ ένα νήμα τραχύ
των προαστίων
σε μια αγροικία θαλπωρή
νοτισμένων αγαλμάτων
στη νύχτα τη παραφουσκωμένη
πού αφθονούν το άλογο
και ο άνθρωπος.

Το σύμπαν τούτης της νύχτας
έχει την απλοχωριά της λησμονιάς
και το αλφάδι του πυρετού.
Του κάκου πόθησα
ν’ απαλλαγώ
απ’ το σώμα μου
και από την έξαψη καθρέφτη
πού το αγαλλιάζει
και το κοντοζυγώνει
και του σπιτιού πού
αυγαταίνει τους εξώστες του
και του κόσμου πού φτάνει
ίσαμε στα δρομάκια
ενός ρημαγμένου φτωχομαχαλά
ξεθυμασμένου αέρα
και λασπουριάς.

Μάταια περιμένω
τα ξεφτίδια και τα σύμβολα
πριν αρχίσει το όνειρο.

Ακολουθεί η παγκόσμια ιστορία:
οι σχοινοτενείς διαδρομές τού θανάτου
στις ξεχαρβαλωμένες οδοντοστοιχίες
η κυκλοφορία του αίματος μου
και των πλανητών.
(Μίσησα το γλυφό νερό
της γούβας,
αηδίασα το δείλι
το τραγούδι του παπαγάλου.)
Τα ατέλειωτα αποκαμωμένα μίλια
του νότιου προαστίου,
τα μίλια πάμπας
βρωμερής και πρόστυχης,
μίλια ξεράσματος
να σβηστούν θέλουν από τη μνήμη.
Ποντισμένα μποστάνια,
αποφάγια στο σωρό
σαν σκύλοι,
βαλτόνερα στο ασημί
πού βρωμοκοπάνε:
Είμαι ο απαίσιος φύλακας
τούτων των ακίνητων σκηνικών.
Σύρματα, αναχώματα,
ρόλοι νεκρωμένοι,
υπολείμματα του Buenos Aires.
Πιστεύω ετούτη τη νύχτα
στην τρομερή αθανασία:
κανένας άντρας
δεν πέθανε μέσα στον χρόνο,
καμιά γυναίκα,
κανένας νεκρός,
γιατί αυτή πραγματικότητα
η αδήριτη
του σίδερου και της λάσπης
ξεπερνάει
την αδιαφορία αυτών πού είναι
κοιμισμένοι ή νεκροί
– ακόμα κι’ αν κρύβονται
μέσα στον βόρβορο και στους αιώνες –
και τους καταδικάζει
σε αγρύπνια στοιχειωμένη.
Τραχιά σύννεφα,
χρώμα της διαύγειας κρασιού
θα ατιμάσουν τον ουρανό.

θα ξημερώσει
στα βλέφαρα μου
τα σφιχτοκλεισμένα.

* * *

Edgar Allan Poe

Λαμπρότητα μαρμάρινη, μαύρη ανατομία
πού τη βεβήλωναν τα σκουλήκια του τάφου,
του θριάμβου τού θανάτου
τα ψυχρά σύμβολα μάζεψε.
Δεν τα φοβήθηκε.

Φοβήθηκε την άλλη σκιά, του έρωτα,
τη τρέχουσα ευωχία των περισσότερων.
Δεν τον τύφλωσε
το αστραφτερό το μέταλλο
ούτε το επιτάφιο μάρμαρο
μόνο το τριαντάφυλλο.
Σαν από τη πίσω μεριά του καθρέφτη
μοναχικός παραδομένος
στη μοίρα του την μεστή
τού να σκαρώνει εφιάλτες.
Ίσως από την πίσω πλευρά
του θανάτου,
να συνεχίζει να στήνει
μοναχικός και αλύγιστος
εξαίσια και αποκρουστικά
θάματα.

* * *

Ο Οιδίποδας και το αίνιγμα

Την αυγή τετράποδο, στητός την ημέρα
και με τρία πόδια σεργιανίζοντας
στις έρημες απλωσιές
του βραδινού,
έτσι εθώριασε η αιώνια σφίγγα
τον παραλλαγμένο αδελφό της,
τον άντρα,
και το βράδυ ήρθε κάποιος
πού έλυσε τον γρίφο,
ενεός της εικόνας της φριχτής
στον καθρέφτη,
της ανάκλασης της παρακμής
και της μοίρας του.
Είμαστε Οιδίποδες
και μ’ ένα τρόπο αναλλοίωτο
το μεγάλο
και τρισυπόστατο τέρας,
ό,τι θα γίνουμε
και ό,τι γινήκαμε.
Η όψη
της μορφής της άφατης
του Είναι μας
θα μας είχε συντρίψει.

το έλεος του Θεού
μας χάρισε τη μετάβαση
και τη λησμονιά.

`* * *

Όρια

Από τούτους τους δρόμους
πού μπλαβίζουνε το δείλι
ένας θα είναι (δεν ξέρω ποιος)
πού θα τον έχω κιόλας διαβεί
στερνή φορά,
αδιάφορος και ανυποψίαστος,
παραδομένος.

Σ’ αυτόν πού ορίζει άτεγκτες νόρμες
κι’ ένα κρυφό και άκαμπτο ζύγι
για τις σκιές, τα όνειρα
και τις μορφές
πού κεντάνε το υφάδι
τούτης της ζωής.

Αν για όλα υπάρχει όριο
και μέτρο
και ύστατη φορά
και το όχι πλέον
και λησμοσύνη
ποιος θα μας πει, ποιόν,
σ’ αυτό το σπίτι
αποχαιρετίσαμε
χωρίς να το ξέρουμε;

Απ’ το μαβί το παράθυρο
η νύχτα σέρνεται
κι από το σωρό τα βιβλία
πού μια κολοβωμένη σκιά
απλώνεται στο θαμπό
το τραπέζι,
θα βρίσκεται κάποιο
πού ποτέ δε θα διαβάσουμε.

Υπάρχουνε στο νότο
κάτι παραπάνω
από αυλόπορτες
ξεχαρβαλωμένες
με τις χτισμένες υδρίες
και τους χλωρούς κάκτους
πού το έμπα
μού κλείνουν
σαν να’ τανε λιθογραφίες.

Μια πόρτα τη σφάλισες
για πάντα
κι’ ένας καθρέφτης
μάταια σε περιμένει..
το σταυροδρόμι
σού φαίνεται ορθάνοιχτο
μα το βιγλίζει,
τετραπρόσωπος, Ιανός.

Σε όλες σου τις μνήμες
υπάρχει μια
πού ανεπίστρεπτα χάθηκε…
δεν θα σε δούνε
σ’ αυτή την κρήνη
να γέρνεις
ούτε ο ήλιος ο λευκός
ούτε το κίτρινο φεγγάρι.

Δε θα ξαναπιάσει το στόμα σου
αυτό πού είπε ο πέρσης
στη γλώσσα του
από πουλιά και τριαντάφυλλα
όταν το σούρουπο,
πριν το λίγνεμα του ήλιου,
θελήσεις να πείς
πράγματα αλησμόνητα.

Και ο ασταμάτητος Ροδανός
και η λίμνη,
όλο τούτο το χθεσινό
στο ποιό απόψε σκύβω;
Το ίδιο χαμένα θα’ ναι
όπως η Καρχηδόνα
πού οι λατίνοι τη ξέκαναν
με φωτιά κι’ αλάτι.

Την αυγή ψυχανεμίζομαι
το ανακατωμένο σούσουρο
του πλήθους πού αλαργεύει…
είναι αυτοί πού με πόθησαν,
κι’ αυτοί πού με ξέχασαν..
χώρος και χρόνος
κι’ ο Μπόρχες
κιόλας με αφήνουν.

* * *

Ποίημα στους φίλους

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

* * *

Οι δρόμοι

Οι δρόμοι του Μπουένος Αϊρες
είναι να η ψυχή μου.
Όχι οι αδηφάγοι δρόμοι,
οι αγχωτικοί
του πλήθους και της βιασύνης,
αλλά οι δρόμοι οι αδέσποτοι
των συνοικιών
σχεδόν αόρατοι
από τους συνηθισμένους
μαυλισμένοι από τις σκιές
και το ηλιοβασίλεμα
κι’ εκείνοι πιο μακριά
απρόσιτοι στα
δέντρα τα τακτοποιημένα
εκεί πού τα χαμόσπιτα
μόλις ξεμυτούν,
θαμμένα
μέσα στις ατέλειωτες αποστάσεις,
πού να χάνονται
στο βαθύ πεδίο
του ουρανού και της πεδιάδας.
Είναι για τον μοναχικό
μια υπόσχεση
γιατί χιλιάδες ψυχές ξέχωρες
τα κατοικούν,
μοναδικές μπροστά στον Θεό
και τον χρόνο
και χωρίς κουβέντα πολύτιμες.
Ίσαμε την ανατολή, το βορρά και το νότο
έχουν εξαπλωθεί
– κι’ είναι πάλι η πατρίδα –
οι δρόμοι.

Μακάρι στους στίχους πού σκαρώθηκαν
να’ ναι αυτοί τα λάβαρα.

* * *

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις

* * *

Το τετράδιο Σαν Μάρτιν
Θάνατοι του Μουένος Άιρες
I
Η ΤΣΑΚΑΡΙΤΑ

Είναι γιατί τα σπλάχνα
του κοιμητηρίου του νότου
χόρτασαν απ’ τον κίτρινο πυρετό
όσο να πεις φτάνει.
Είναι γιατί μαχαλάδες φτωχόσπιτα
ξαπόστελναν θάνατο
στο μέτωπο του Μπουένος Αϊρες
και γιατί το Μπουένος Αϊρες
να βλέπει δεν μπορούσε
τούτο το θανατικό,
με φτυάρια σε ανοίξανε
στο παραγκωνισμένο ακρινό
της δύσης,
πίσω από τις αμμοθύελλες
και τη παχιά αδούλευτη λάσπη
πού ’κανε για τους ζωολάτες.
Εκεί παραπάνω τίποτες
από τον κόσμο
και τα ειωθότα
των άστρων
πάνω από τα αγροτόσπιτα,
και το τραίνο ξεκίναγε
από ένα υπόστεγο στο Bermejo
με τους λησμονημένους
του θανάτου:
νεκροί με άγρια γένια
και μάτια ορθάνοιχτα
νεκρές με ρικνή τη σάρκα
και δίχως μαγεία.
Οι μαγγανείες της θνητότητας –
κηλιδωμένη όπως οι άνθρωποι
στα γεννητούρια τους –
συνεχίζουν να ποτίζουν τις ρίζες σου
κι’ έτσι στοιχίζεις την καζάρμα
των ψυχών
το κρυφό σου ασκέρι
των οστών
πού πέφτουν στο βάθος
της νύχτας σου της ρημαγμένης
το ίδιο όπως
στα βάθη της θάλασσας.
Μια βλάστηση τραχιά
εξοβελισμένων λειψάνων
κρατάει αγάντα
απέναντι στους ατέλειωτους
τοίχους σου
στον χαμό εξοικειωμένους,
και οι πεισιθάνατοι μαχαλάδες
στραγγίζουν
τον φλογερό βίο τους
στα πόδια σου
σε δρόμους διάτρητους
στις μικρές ριπές λάσπης
ή πλαντάζουν με την νωχέλεια
των μπαντονεόν
ή με το σουράβλισμα των
καρναβαλικών κέρατων.
(Το πρόσταγμα της μοίρας
τώρα παρά ποτέ
πού μέσα μου κρατάει
το άκουσα τούτη τη νύχτα
στη δική σου νύχτα
όταν η κιθάρα στα δάχτυλα
του μόρτη
έλεγε το ίδιο με τις λέξεις,
πού λέγανε:
ο θάνατος είναι ζωή
αναλωμένη,
η ζωή είναι θάνατος
στο κατόπι.
Η ζωή τίποτες άλλο
δεν είναι
παρά θάνατος
πού πορεύεται φωταγωγός.)

Παρωδία νεκροταφείου,
η Quema
συνάζει θάνατο αυθάδικο
στα πόδια σου.
Αναλώνουμε και μολύνουμε
την πραγματικότητα:
210 νεκράμαξες
ατιμάζουν τα πρωϊνά
φέρνοντας σ’ αυτή
την καπνισμένη νεκρόπολη
πράγματα καθημερινά
πού με το θάνατο
έχουμε μπολιάσει.
Αλλόκοτοι ξύλινοι τρούλοι
και σταυροί σηκωμένοι ψηλά
περιδιαβαίνουν
τους δρόμους σου –
μαύρα πιόνια
ενός ύστατου ζατρικίου –
κι’ η κακοφορμισμένη τους
μεγαλοπρέπεια
σκεπάζει την αισχύνη
των θανάτων μας.
Στις τακτοποιημένες σου
μεριές
ο θάνατος είναι άχρωμος,
άδειος κι’ αριθμητικός.
καταπέφτει σε επετείους
και ονόματα,
σε θανάτους των λέξεων.

Η Τσακαρίτα:

αποχέτευση τούτης της πατρίδας
του Μπουένος Αϊρες,
τελευταίος σταθμός,
συνοικία κορακοζώϊτη
πού στοιχειώνεσαι
ανάμεσα στις άλλες,
λαζαρέτο τούτου του θανάτου
κι’ όχι της άλλης ζωής,
έχω ακούσει τα λόγια σου
τα γεροτραυλισμένα
και τέτοια δεν τα πιστεύω,
’τί η ίδια σου η μέθεξη
της οδύνης
είναι πράξη ζωής
και γιατί η πλησμονή
ενός μόνο τριαντάφυλλου
είναι πάνω απ’ όλα σου
τα μάρμαρα.

* * *

ΙΙ

Η Ρεκολέτα

Εδώ είναι σχολαστικός ο θάνατος,
εδώ είναι ο θάνατος τού λιμανιού
ο γαληνεμένος,
ομογάλακτος στο φως το ανθεκτικό
και ζήδωρο του αίθριου
του Socorro
και της στάχτης της κοσκινισμένης
των καύσεων
και της λεπτής γλύκας του γάλακτος
των γενεθλίων
και των ριζωμένων δυναστειών
των patios.
Της ταιριάζουν
τούτες οι παλιές ηδύτητες
κι’ οι παλιές
τυπικότητες επίσης.

Η κορωνίδα σου
είναι η στοά η αξιοπρεπής
κι’ η άδολη γενναιοδωρία
του δέντρου
και το τιτίβισμα των πουλιών
πού νευματίζουν,
δίχως να το ξέρουν,
στο θάνατο
και ο παλμός των ταμπούρλων,
πού φουσκώνει το στέρνο,
στις στρατιωτικές παρελάσεις.
Η πλάτη σου
τα αφανή χαμόσπιτα του βορρά
και το τοιχίο των εκτελέσεων
της Rosas.
Σε αποσύνθεση αναδύεται
πίσω από τα μαρμάρινα
καλλιτεχνήματα
το ανεπέρειστο έθνος των νεκρών
πού στα σκοτάδια σου
αλλοιώνεται το ανθρώπινο
από τότε πού
η Μαρία ντε λος Ντολόρες Μασιέλ
θυγατέρα της Ουρουγουάης
– φύτρο τού κήπου σου για
τον ουρανό-
κοιμήθηκε, μικρή δα υπόθεση,
στις ερημιές σου.

Κι’ όμως στη σκέψη
θέλω να σταθώ
των λουλουδιών των ανέμελων
πού είναι η ιεροπρεπής σου
νεκρολογία
– κίτρινη λάσπη
κάτω από τις ακακίες
των παρυφών σου,
άνθη πού προσφέρθηκαν
εις ανάμνηση στα μαυσωλεία σου –
και στο γιατί της εξαίσιας
και χαυνωμένης ύπαρξης τους
δίπλα στα λείψανα
τα τρομερά
εκείνων πού αγαπάμε.

Το αίνιγμα διατύπωσα
και τη λύση του συνάμα
θα πω:
για πάντα τα λουλούδια
στο θάνατο παραστέκουν,
γιατί όλοι ασυνείδητα ξέρουμε
ότι η ύπαρξη τους
η ανάλαφρη και υπναλέα
είναι το καλύτερο
πού να συνοδέψει μπορεί
αυτούς πού πέθαναν
χωρίς να τούς πληγώσει
με την οίηση τού ζώντος,
χωρίς να είναι
περισσότερο ζωή
απ’ αυτούς.

0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια