«Ωχ! ΝΑ τι ξεχάσαμε».
Ήμασταν στο ταξί, κοντά στο σταθμό λεωφορείων έτοιμοι να ξεκινήσουμε για τα Σκόπια, λίγο πριν την ώρα αναχώρησης. Η φράση «Να τι ξεχάσαμε» που μου είπε ο Γιώργος -με έμφαση στο «Να»- είναι η φράση που δεν θέλεις να ακούσεις με τίποτα εκείνη τη στιγμή.
Κι όμως, στα περισσότερα ταξίδια μας, αναπόφευκτα η φράση θα ειπωθεί, κατά σατανική ακρίβεια πάντοτε όταν θα είναι πολύ αργά για να κάνουμε οτιδήποτε. Τώρα όμως δεν ανησύχησα. Πάντα το «να τι ξεχάσαμε» αναφερόταν σε κάτι δευτερεύον όπως είναι οι παντόφλες, το βιβλίο μας, ή στην χειρότερη μετρητά – πράγματα που μπορούσαν να λυθούν εύκολα.
-«Τι ξεχάσαμε πάλι;» ρώτησα μισοαδιάφορα.
-«Τα διαβατήριά μας!»
Πρώτη φορά στα Σκόπια, μόνο 3.5 ώρες απ’ το σπίτι μου. Όσο κι αν προσπάθησα να πάρω στα σοβαρά το τωρινό μας ταξίδι, δεν μπόρεσα. Το ΚΤΕΛ, η κοντινή απόσταση, οι μόλις δυο μέρες διαμονής: ένιωθα σαν να πήγαινα στη Φλώρινα ή την Έδεσσα. Δεν ένιωθα ότι ταξιδεύω στο εξωτερικό. Αν δεν έχει αεροπλάνο δεν είναι εξωτερικό. Εξ ου και η έλλειψη διαβατηρίων.
«Και τώρα;» Η ώρα δεν έφτανε για να γυρίσουμε σπίτι. Το επόμενο λεωφορείο ήταν την επόμενη μέρα στις 7:30 το πρωί. Πήρα τηλέφωνο στο πρακτορείο και τους είπα ότι ξεχάσαμε τα διαβατήρια. «Έχετε μήπως ταυτότητες; Με λατινικούς χαρακτήρες;» ρώτησαν. Είχαμε. «Ελάτε». Πήγαμε.
Η δική μου ταυτότητα ήταν τσαλακωμένη και μισοσκισμένη, και ήταν και του 2006 -πριν βγουν οι κανονικές ευρωπαϊκού τύπου ταυτότητες, όμως πέρασε με σχετική άνεση το πρώτο τεστ, και αφού πλήρωσα 30 ευρώ βρέθηκα, μέσα στην αγωνία, να ταξιδεύω με το πούλμαν, ελπίζοντας ότι δεν θα με κατεβάσουν στη μέση της διαδρομής.
Στα σύνορα ο σλαβόφωνος οδηγός μάζεψε τα διαβατήρια όλων και τις ταυτότητες τις δικές μας και εξαφανίστηκε. «Εκεί είναι η Ειδομένη» έδειξε με το δάχτυλο ο Γιώργος και άρχισα να σκέφτομαι τους συνοριοφύλακες να ανεβαίνουν στο λεωφορείο, να μας παίρνουν σηκωτούς και να μας αφήνουν μαζί με τους υπόλοιπους πρόσφυγες. Η αγωνία μου τελείωσε, μας επέστρεψαν τα έγγραφα και ξεκινήσαμε. Άφησα έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Μέχρι που, στα είκοσι μέτρα, ο οδηγός ξανασταμάτησε. Πριν είχαμε περάσει τον έλεγχο των Ελλήνων – τώρα ήταν η σειρά των Σκοπιανών! Ένας μεσήλικας αστυνομικός μπήκε μέσα και πήρε πάλι διαβατήρια και ταυτότητες. Έφυγε, για αρκετή ώρα, που εμένα μου φάνηκε ακόμα πιο αρκετή. (Σημειολογική διαφορά: Στον ελληνικό έλεγχο ο οδηγός έπρεπε να μαζέψει τα έγγραφα και να τους τα πάει στο γραφειάκι, στον σκοπιανό έκαναν αυτοί τον κόπο αντί να αγγαρέψουν τον οδηγό.)
Πώς βρέθηκα εδώ πέρα; Γιατί περνάω αυτή την αγωνία επισκεπτόμενος για πρώτη φορά την Χώρα Που Δεν Τολμάς Να Πεις Το Όνομά Της; Πριν από 20τόσα χρόνια διαδήλωνα εναντίον της, με το σχολείο, στα μεγαλειώδη συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και θεωρούσα τους κατοίκους της απατεώνες -ντοπαρισμένος απ’ τους δασκάλους και τους Μητροπολίτες που διοργάνωναν τις διαδηλώσεις στις οποίες, αναδρομικά, ντρέπομαι που παρεβρέθηκα.
Αν έβλεπε κάποιος την αγωνία μου καθώς φοβόμουν ότι ο αστυνομικός θα έρθει να με κατεβάσει, θα νόμιζε πως πήγαινα για βρωμοδουλειά, με τσέπες γεμάτες κόκα και χιλιάδες ευρώ που έβγαζα παρανόμως απ’ τη χώρα. Ο δε αναγνώστης, με τις υπερδραματικές περιγραφές μου ίσως φανταστεί ότι πηγαίνω για κάποιο εξαντλητικό πρωτογενές ρεπορτάζ, σαν πολεμικός ανταποκριτής στο πεδίο της μάχης.
Καθώς μου επέστρεφαν όμως την ταυτότητα («Τους ξεγέλασα! Τα κατάφερα!») και το λεωφορείο γλιστρούσε στην άλλη όχθη μπαίνοντας στην Χώρα Που Όλοι Εκτός Από Εμάς Λένε Μακεδονία (ΧΠΟΕΑΕΛΜ) ήμουν πλέον σίγουρος ότι θα κατάφερνα να δω για ακόμη μία φορά -έκτη ή έβδομη- τον Morrissey σε συναυλία. Αυτός λοιπόν ήταν ο σκοπός του ταξιδιού.
Πριν χρόνια αποφεύγαμε τα Σκόπια γιατί ήταν γνωστό πως στα σύνορα όταν έβλεπαν Έλληνες τους έκαναν καψώνια, τους γύριζαν πίσω, τους άφηναν να περιμένουν για ώρες.
Σήμερα με πέρασαν παρότι δεν είχα καν διαβατήριο! Πόσο άλλαξαν τα πράγματα…
Το πρώτο πράγμα που είδα αμέσως μετά τα σύνορα, ήταν το θαμπό, άχρωμο kitsch του Καζίνο Hotel Φλαμίνγκο στη Γευγελή, διαφήμιση του οποίου ακούω κάθε μέρα στο ραδιόφωνο. Όλες οι ταμπέλες εκεί γύρω ήταν στα ελληνικά, ακόμα και ένα κτίριο έγραφε φαρδιά πλατιά με νέον ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΣ πάνω του, μαζί με μια προσφορά. Έχω ακούσει πολλούς που περνούν τα σύνορα μόνο και μόνο για να βάλουν βενζίνη, να κάνουν μια επέμβαση, ή να αγοράσουν ρούχα. Ή να παίξουν τα ρέστα τους στο καζίνο και μετά να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα για να βρίσουν τους πολιτικούς επειδή πεινάνε.
Από τα 100 αυτοκίνητα που περνούσαν εκείνη την ώρα τα σύνορα, τα 99 έκοψαν ταχύτητα και τσούλησαν απαλά στο φιλόξενο πάρκινγκ του Καζίνο.
Το ένα μόνο, το πούλμαν μας, συνέχισε ακάθεκτο την πορεία του. Πολύ θα ήθελα να νιώσω ανώτερος απ’ τους υπόλοιπους που πήγαν για τζόγο ή φτηνά τσιγάρα (ενώ εγώ πήγα για την Τέχνη), αλλά η αλήθεια είναι πως όταν είδαμε πόσο φτηνά είναι τα πράγματα στα Σκόπια βάλαμε σε δεύτερη μοίρα τη συναυλία, και κλείσαμε με ψίχουλα για δύο βράδια αντί για ένα σε ένα υπερλούξ ξενοδοχείο – spa πέντε αστέρων.
Ο Morrissey πλέον είναι μόνο η αφορμή. Ο σκοπός του ταξιδιού είναι η καλοπέραση, η ανακάλυψη της απαγορευμένης χώρας και οι κραιπάλες. Αλλά για όλα αυτά -αν γίνουν τελικά- θα γράψω στα ποστ που θα ακολουθήσουν, καθώς ο χρόνος περνά.
Προς το παρόν κοιτάζω την φύση -ίδια με της Ελλάδας- έξω απ’ το παράθυρο. Η Cosmote μου πιάνει ακόμα, έχω 3G και το ραδιόφωνο του πούλμαν παίζει μια ελληνική ποπ επιτυχία.
Τι άλλα νέα;
B’ μέρος
Πώς να τα βγάλεις πέρα με τον πιο ζόρικο ταξιτζή των Σκοπίων
Η πόλη των Σκοπίων τη νύχτα είναι αριστοκρατική και όμορφη, τουλάχιστον όπως την είδαμε απ’ το πούλμαν φτάνοντας. Φαρδύτατες λεωφόροι, υπέροχα παλιά κτίρια, ευρωπαϊκός αέρας.
Ταυτόχρονα έμοιαζε με την Ελλάδα -είδαμε εμπορικά κέντρα με GOODY’S και JUMBO!- μόνο που η γλώσσα μας μπέρδευε. Στο σταθμό των λεωφορείων παντού υπήρχαν λέξεις και φράσεις με άγνωστα σε μας γράμματα που δεν έβγαζαν νόημα και κάπως στα τυφλά ρωτήσαμε αν χρειάζεται να πάρουμε ταξί για το ξενοδοχείο. «Ναι, πάρτε από εδώ απέξω, αλλά να έχετε δηνάρια». Από ένα ΑΤΜ βγάλαμε 3.000 δηνάρια -τόσα μας είπαν ότι είναι τα 50 ευρώ- και βγήκαμε για ταξί.
Όπως και στην Ελλάδα υπήρχαν διάφοροι ταξιτζήδες έξω και μακριά απ’ τα αμάξια τους που προσπαθούσαν πιεστικά να σε καπαρώσουν. Σε αντίθεση με την Ελλάδα τα αμάξια τους δεν ήταν σε μία σειρά -για να ξέρεις ποιος είναι πρώτος και να πας εκεί- αλλά όλα μαζί χύμα σε μια αλάνα, χωρίς σειρά και λογική. Δεν θέλαμε να πάρουμε τον πρώτο τυχόντα, αλλά η αλάνα έμοιαζε γεμάτη πρώτους τυχόντες.
«Τάξι; Τάξι;» είπε ένας μεσόκοπος κύριος με συμπαθητική φάτσα και ενδώσαμε. Μας πήρε κι αρχίσαμε να περπατάμε προς το τέρμα της αλάνας, ενώ σύντομα στην παρέα προστέθηκε ένας δεύτερος, ψηλός φουσκωτός με ξυρισμένο κεφάλι. Νόμισα ότι ήταν άλλος ταξιτζής, αλλά τελικά αυτοί οι δύο συνεργάζονταν. Συνέχισαν να μας οδηγούν στο σκοτάδι, αφού ρώτησαν σε ποιο ξενοδοχείο πάμε, και μίλησαν λίγο μεταξύ τους, σαν να διαφωνούσαν.
Κάποτε φτάσαμε στο ταξί τους που -έκπληξη- δεν ήταν ακριβώς ταξί. Ήταν δίπλα σε διάφορα ταξί, που περίμεναν πελάτες με τις φωτεινές ταμπελίτσες τους TAXI στην οροφή τους, αλλά ήταν ένα κανονικό αυτοκίνητο, χωρίς κανένα διακριτικό. Ούτε ο Γιώργος ούτε εγώ είμαστε απ’ τους πιο θαραλλέους ανθρώπους του κόσμου, οπότε δεν τολμήσαμε να το βάλουμε στα πόδια, και κάπως μας καθησύχασε το, μάλλον αφύσικο, γεγονός ότι ο ψηλός φουσκωτός άνοιξε το πορτ μπαγκάζ, έβγαλε μια ταμπελίτσα TAXI και την τοποθέτησε στον ουρανό του αμαξιού. Και ιδού. Είχε μετατραπεί σε ταξί. Απλώς μάλλον όχι νόμιμο. Απλώς.
«Μισό λεπτό» είπα, «πόσο θα κοστίσει μέχρι το ξενοδοχείο;» Δεν ξέραμε αν ήταν κοντά -δεν είχαμε ακόμα ίντερνετ- και δεν ξέραμε και ποιες είναι οι λογικές τιμές. Ρώτησα έτσι, για την τιμή των όπλων.
«750 δηνάρια» απάντησε σαν έτοιμος από καιρό αυτός.
Τώρα που γράφω, είναι η επόμενη μέρα και ξέρω πάνω κάτω και πόσα είναι τα 750 δηνάρια και πόσο περίπου θα κόστιζε η διαδρομή του ταξί. (Γύρω στα 15 ευρώ, που στα Σκόπια είναι σα να λέμε 50 ευρώ για Ομόνοια μέχρι Σύνταγμα, και κανονικά η μέση ανάλογη διαδρομή θα κόστιζε άντε 100 ή 200 δηνάρια).
Μην ξέροντας αν τα 750 ήταν πολλά ή λίγα, μπήκαμε στο ταξί ανυπομονώντας να φτάσουμε στο ξενοδοχείο. Τα περίεργα συνεχίστηκαν όταν στη θέση του συνοδηγού κάθησε και ο δεύτερος «ταξιτζής». Πρώτη φορά σε κούρσα συνοδευόμασταν από δύο άτομα, και ήταν τότε που άρχισα να τρώω τα νύχια μου. Οι μνήμες απ’ την αυτοβιογραφία του Morrissey -περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια πως μετά από συναυλία στο Μεξικό ο οδηγός τον πήγε προς άλλη κατεύθυνση και σύντομα κατάλαβε ότι είχε πέσει θύμα απαγωγής και γλίτωσε με την επέμβαση του σωματοφύλακά του- ήταν ακόμη νωπές στο μυαλό μου. Και δεν είχαμε και σωματοφύλακα.
Έγινε λίγη κουβεντούλα, από που είστε, απ’ την Ελλάδα, α, τι ωραία, μας αρέσει πολύ η Ελλάδα, δείτε περνάμε την πλατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μετά από κανά πεντάλεπτο διαδρομής φτάσαμε σε έναν ανηφορικό δρόμο με υπέροχα τείχη κάστρου -σα να πηγαίναμε προς την Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης- και ξαφνικά είδαμε μπροστά μας το ξενοδοχείο. Τζάμπα οι φόβοι! Οι άνθρωποι δεν ήταν απατεώνες τελικά.
Όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής του (αστρονομικού για τα δεδομένα) ποσού των 750 δηναρίων, έδωσα χίλια και περίμενα ρέστα.
«Δεν κατάλαβες» είπε αγριωπά ο φουσκωτός. «750 ο καθένας εννοούσα. Θέλω κι άλλα λεφτά αλλιώς δεν φεύγετε.»
Βγήκαμε έξω απ’ το ταξί, και βγήκαν αυτόματα κι οι δύο τύποι. Σε τέτοιες φάσεις δε με νοιάζει το χρηματικό, αλλά το ‘γαμώτο’. Από πού βρίσκω το θάρρος ποτέ δεν θα μάθω.
«Πάμε στη ρεσεψιόν να το κανονίσουμε;» πρότεινα ευγενικά. Ήμασταν σ’ ένα σκοτεινό πάρκινγκ, εκατοντάδες μέτρα και απ’ τη ρεσεψιόν και από οποιονδήποτε άνθρωπο του ξενοδοχείου.
«Όχι» το ξέκοψε ο φουσκωτός, «αυτό είναι το δικό μου αυτοκίνητο και εγώ λέω πόσο θα πληρώσεις».
«Δώστα» μουρμούρισε ο σώφρων Γιώργος, κι εγώ ζύγισα το πόσο μπορούσα να παζαρέψω πριν μου δώσουν καμιά μπουνιά ή κουτουλιά. «Ρώτησα στα λεωφορεία» είπα ψέματα, «και μου είπαν ότι είναι παράνομο να δώσουμε πάνω από 300 δηνάρια».
«Δε με νοιάζει καθόλου» αγρίεψε ανυπόμονος ο φουσκωτός. «Δώσε τώρα».
Ήμουν σχεδόν σίγουρος πια πως αν του έδινα το άλλο χιλιάρικο που είχα στην τσέπη μπορεί να μην έπαιρνα καν ρέστα, αλλά είχε έρθει η ώρα να παραδοθώ. «Αν μου λέτε ότι είναι απολύτως νόμιμο να σας δώσω άλλα 500…» είπα κι έβγαλα το χιλιάρικο.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά με το που είπα αυτό, ο τύπος υποκρίθηκε σα να θίχτηκε που τον είπα παράνομο -τον χτύπησα στο φιλότιμο του ανύπαρκτου επαγγελματισμού του;- και φώναξε τάχα πληγωμένος: «Κράτα τα λεφτά σου, δεν θέλω άλλα», και έκανε νόημα στον άλλον να μπουν στο αμάξι και σε μερικά δευτερόλεπτα (αφού αφαίρεσαν απ’ την οροφή την πινακίδα TAXI) είχαν φύγει μακριά…
Στη ρεσεψιόν μάθαμε ότι με 1500 δηνάρια έπαιρνες αεροπορική πτήση που λέει ο λόγος, και μας έδωσαν τις απαραίτητες συμβουλές για το πώς θα διαλέγουμε ταξί, αλλά, τέλος πάντων, τίποτα απ’ αυτά δεν είχε πλέον σημασία.
Η όμορφη και ξεδιάντροπα kitsch αυτή πόλη μας περίμενε να την ανακαλύψουμε και μόνο αυτό μας ένοιαζε πλέον…








