Ο Thomas Morton ήταν Άγγλος δικηγόρος και συγγραφέας που το 1622 προσελήφθη από τον επενδυτή Sir Ferdinando Gorges για να χειριστεί τις υποθέσεις του στις αποικίες της Βόρειας Αμερικής. Ήταν μόλις δύο χρόνια μετά την ίδρυση της αποικίας του Plymouth, η επιτυχία της οποίας είχε εμπνεύσει πολλούς Άγγλους επιχειρηματίες να συμμετάσχουν στον αποικισμό του Νέου Κόσμου. Το 1624, ο Gorges έστειλε ξανά τον Morton στην Αμερική για να ιδρύσει την δική του αποικία αυτή τη φορά, αναφέρει το openculture.
Η αποικία του Morton, που λεγόταν Merrymount, έγινε αντίπαλος του Plymouth στο εμπόριο γούνας. Αλλά για τους Πουριτάνους «το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι ο Morton μετέφερε το εμπόριο γούνας μακριά από το Plymouth, αλλά ότι το έδωσε στους ιθαγενείς που αντάλλασσαν όπλα με τους ιθαγενείς του Καναδά. Με το μονοπώλιο του Plymouth να έχει χαθεί και τους ιθαγενείς οπλισμένους, ο Morton υπονόμευσε το έργο των Πουριτανών στη Μασαχουσέτη.
Το 1628, μια πολιτοφυλακή των Πουριτανών με επικεφαλής τον Myles Standish εισέβαλε στο Merrymount. Ο Morton δραπέτευσε με τη βοήθεια των ιθαγενών με τους οποίους είχε διατηρήσει καλές σχέσεις, επέστρεψε με ασφάλεια στην Αγγλία και διέκοψε στις προσπάθειές του να επιστρέψει στις αποικίες.
Το 1630 αποφάσισε να υποβάλει μήνυση, αλλά καθώς οι δικαστικές διαδικασίες καθυστέρησαν σκέφτηκε να μεταφέρει τις πληροφορίες που είχε στην κατοχή του σε «ένα τρίτομο έργο ιστορίας, φυσικής ιστορίας, σάτιρας και ποίησης» που ονομάζεται New English Canaan και εκδόθηκε το 1637.
Τα δύο πρώτα βιβλία του New English Canaan είναι ως επί το πλείστον μη αμφιλεγόμενα και περιέχουν τις παρατηρήσεις του Morton για τους ιθαγενείς, τους οποίους σέβονταν πολύ, και για τους πλούσιους φυσικούς πόρους της Νέα Αγγλίας. Στο τρίτο βιβλίο μιλάει κατά των Πουριτανών που, όπως λέει «ενδιαφέρονται περισσότερο για τη θρησκεία πάρα για την ανθρωπότητα». Ως αποτέλεσμα το βιβλίο του θεωρήθηκε επίθεση στην πουριτανική ηθική με αποτέλεσμα να απαγορευθεί. Ήταν το πρώτο βιβλίο που απαγορεύτηκε στην Αμερική.
Mπορείτε να το διαβάσετε δωρεάν στο Project Gutenberg.


