σε , ,

To ζευγάρι που έκανε κάμπινγκ σ’ αυτή τη σκηνή δολοφονήθηκε (από έξω) με 20 μαχαιριές. Γιατί;

Το μυστήριο του φόνου, απ’ την εβδομαδιαία στήλη «Καρτ ποστάλ θανάτου» που εξετάζει λιγότερο γνωστές ανεξιχνίαστες υποθέσεις

Τι αντίκρισαν οι αστυνομικοί; Τι ρόλο έπαιζε η οικογένεια του θύματος; Γιατί δεν έχει αποδοθεί ακόμα δικαιοσύνη; Ποιος τελικά ήταν ο δολοφόνος;

Τις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να δώσει ο Βαγγέλης Γιαννίσης, συγγραφέας της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων με τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα) και περήφανος γατομπαμπάς του Jax.

Υπόθεση #36 – Η δολοφονία των Janny και Marinus Stegehuis

Appojaure – Ιούλιος 1984

Είναι περασμένα μεσάνυχτα, ωστόσο ο ήλιος παραμένει καρφιτσωμένος μόνιμα στον ουρανό, πάνω από τα δέντρα που απλώνονται γύρω από τη λίμνη Vuolep Appojaure. Τα πανύψηλα έλατα παρακολουθούν σιωπηλά μία σιλουέτα να κινείται ανάμεσά τους. Τα βήματά της είναι αργά, δεν βιάζεται. Ο ήλιος του μεσονυχτίου στραφταλίζει στα ακίνητα νερά της λίμνης και ο άγνωστος άντρας κοντοστέκεται για να απολαύσει τη θέα. Αφουγκράζεται. Ανάμεσα στους ήχους του δάσους, το ελαφρύ θρόισμα του αέρα, καθώς περνάει μέσα από τις βελόνες των ελάτων, το φασαριόζικο κελάηδισμα των πουλιών και το μονότονο ψιχάλισμα, ένας γνώριμος, αλλά ταυτόχρονα παράταιρος ήχος ακούγεται: κάποιος ροχαλίζει.

Ο ήχος προέρχεται από τη σκηνή μπροστά του. Είναι άγνωστο πώς τα βήματα του αγνώστου τον έφεραν μέχρι τη μοναχική σκηνή, δίπλα στη λίμνη, ή γιατί κουβαλάει πάνω του δύο κυνηγετικά μαχαίρια. Ίσως θέλει να προστατευτεί από τα άγρια ζώα του δάσους. Ίσως άρχισε να προχωράει ανάμεσα στα δέντρα με σκοπό να βρει κάποιον μοναχικό κατασκηνωτή και να πάρει τη ζωή του. Καθώς πλησιάζει αθόρυβα τη σκηνή, κρατώντας από ένα μαχαίρι στο κάθε χέρι, είναι άγνωστο τι περνάει από το μυαλό του.

Πιθανότατα δε γνωρίζει την ταυτότητα των δύο κατασκηνωτών που ετοιμάζεται να δολοφονήσει. Δεν ξέρει ότι η τριαντατετράχρονη Janny και ο τριανταεννιάχρονος Marinus είναι παντρεμένοι κι επί τρία χρόνια έκαναν αιματηρές οικονομίες -η Janny δουλεύοντας σε έναν παιδικό σταθμό κι ο σύζυγός της στο εργοστάσιο της Philips στο Almelo- ώστε να κάνουν το ταξίδι των ονείρων τους, στον σουηδικό βορά. Δεν μπορεί να γνωρίζει πως το ζευγάρι τραγουδούσε μαζί στη χορωδία της τοπικής εκκλησίας και, παρόλο που προσπαθούσαν, δεν είχαν καταφέρει να κάνουν παιδιά.

Το μαχαίρι σκίζει το ύφασμα της σκηνής, διαπερνά τον υπνόσακο και καρφώνεται στη ζεστή σάρκα. Μία κραυγή πόνου κόβει στη μέση τη νυχτερινή σιωπή. Μία δεύτερη κραυγή -πανικού, αυτή τη φορά- θα ακολουθήσει. Τα θύματα δεν προλαβαίνουν να αντιδράσουν -ο Marinus και η Janny έχουν παραλύσει από τον φόβο και τον απόλυτο αιφνιδιασμό. Σύντομα, θα είναι νεκροί. Ο ιατροδικαστής θα μετρήσει είκοσι μαχαιριές στον καθένα.

Η σιλουέτα του αγνώστου σηκώνεται. Το ζεστό, κολλώδες αίμα πάνω του αχνίζει μες στη νυχτερινή δροσιά. Τα εκατομμύρια κουνούπια που συχνάζουν στα δάση του βορά το έχουν ήδη μυριστεί. Ο άγνωστος αρχίζει και ψάχνει τα πράγματα του ζευγαριού. Ένα κασετόφωνο και μία φωτογραφική μηχανή του τραβούν την προσοχή. Θα τα χώσει στην τσάντα της Janny και θα σηκωθεί, έτοιμος να κάνει μεταβολή, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να φύγει ακόμα. Ο Marinus είναι ακόμα ζωντανός. Το βλέμμα του πέφτει στο έδαφος. Δεν είναι ανάγκη να ψάξει για πολύ. Στο αρρωστιάρικο καλοκαιρινό φως βρίσκει μία πέτρα. Σκύβει και τη μαζεύει με τα δύο χέρια. Νιώθει το βάρος της. Τη σηκώνει και την κατεβάζει στο πρόσωπο του Marinus με δύναμη.

Την επόμενη μέρα, μία οικογένεια από το Göteborg θα καταφτάσει στο σημείο. Θα δουν το Toyota με τις ολλανδικές πινακίδες και την κατεστραμμένη σκηνή. Σύντομα θα καταλάβουν ότι κάτι δεν πάει καλά και θα καλέσουν την αστυνομία. Στη σκηνή του εγκλήματος θα βρεθεί, σε μία λακκούβα νερό, ένα από τα μαχαίρια που χρησιμοποίησε ο δράστης. Λίγες μέρες αργότερα, στις 22 Ιουλίου, η κλεμμένη τσάντα της Janny θα βρεθεί παρατημένη στην άκρη του δρόμου, κοντά στο Renhagen, ένα χωριό κοντά στη λίμνη Appojaure, προς την κατεύθυνση του Gällivare. Το κασετόφωνο που πήρε ο δράστης από το ζευγάρι θα βρεθεί σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, στις 27 Μαΐου 1985, σε ένα χαντάκι κοντά στο Vittangi, περίπου εκατό χιλιόμετρα από την Appojaure. Για να βρεθεί η φωτογραφική μηχανή, ωστόσο, θα χρειαστεί να περάσουν άλλα οχτώ χρόνια.

Πιο συγκεκριμένα, το 1993, ένας κάτοικος Στοκχόλμης θα επικοινωνήσει με την εκπομπή Efterlyst, ισχυριζόμενος ότι το 1984 είχε βρει τη φωτογραφική μηχανή, δίχως ωστόσο να γνωρίζει ότι ανήκε σε ένα δολοφονημένο ζευγάρι. Την επόμενη χρονιά, όταν έμαθε πως ένα ζευγάρι Ολλανδών ονόματι Stegehuis δολοφονήθηκε στο Norrboten -και συνειδητοποιώντας ότι η τσάντα της φωτογραφικής μηχανής είχε γραμμένο πάνω της το ίδιο όνομα- πανικοβλήθηκε και την πέταξε, μαζί με είκοσι ρολά φιλμ. Μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο εάν η ιστορία αυτή είναι πραγματική, ή πώς κατέληξε η φωτογραφική μηχανή στη Στοκχόλμη.

Το βράδυ της δολοφονίας των δύο Ολλανδών βρισκόταν στην περιοχή της λίμνης ένας άντρας με το παρατσούκλι Μποντιμπιλντεράς. Σύμφωνα με τις φήμες που τον ακολουθούσαν, ήταν ιδιαίτερα βίαιος. Μερικές μέρες έπειτα από τη δολοφονία του ζευγαριού, μία γυναίκα τηλεφώνησε στην αστυνομία, λέγοντας πως γνώριζε τον δράστη του φονικού. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, έπειτα από έναν καυγά με τους φίλους του, μαζί με τους οποίους κατασκήνωνε κοντά στη λίμνη Appojaure, ο Μποντιμπιλντεράς έφυγε εκνευρισμένος κι επέστρεψε μερικές ώρες αργότερα, κραδαίνοντας ένα ματωμένο μαχαίρι, ενώ και τα ρούχα του ήταν μουσκεμένα στο αίμα. Η μαρτυρία της γυναίκας, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ από τους φίλους του. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Μποντιμπιλντεράς κατέληξε στη φυλακή και το 1992 ένας συγκρατούμενός του επικοινώνησε με την εφημερίδα Norrländska Socialdemokraten, δίνοντας την πληροφορία ότι ο Μποντιμπιλντεράς του εξομολογήθηκε το διπλό φονικό στη λίμνη. Σύμφωνα με την ομολογία του, ο άντρας επιτέθηκε στη σκηνή καθώς νόμιζε ότι μέσα της βρίσκονταν οι φίλοι του, με τους οποίους λίγο νωρίτερα είχε τσακωθεί. Όταν οι αστυνομικοί, ωστόσο, ανέκριναν τον συγκρατούμενο, εκείνος ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δώσει ποτέ του τις πληροφορίες αυτές στην εφημερίδα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1996, ο Μποντιμπιλντεράς αυτοκτόνησε.

Μερικές ημέρες έπειτα από τη δολοφονία των Janny και Marinus, ένας τριαντατριάχρονος Γερμανός πρώην μποξέρ συνελήφθη από την αστυνομία κοντά στο Porjus. Βρισκόταν σε κακή κατάσταση, καθώς ήταν απένταρος, νηστικός και τα ρούχα που φορούσε ήταν βρώμικα. Παράλληλα, ένας μάρτυρας τον τοποθετούσε στον τόπο του εγκλήματος το βράδυ της δολοφονίας. Ωστόσο, το φθινόπωρο του 1984 ο Γερμανός απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες, καθώς απεδείχθη πως ο μάρτυρας δεν βρισκόταν καν στην περιοχή εκείνο το βράδυ.

Το 2005 η διπλή δολοφονία των Janny και Marinus Stegehuis παραγράφηκε, καθώς είχαν περάσει 21 χρόνια από το έγκλημα. Αν η δολοφονία είχε διαπραχθεί ένα χρόνο αργότερα, η υπόθεση θα ήταν μέχρι σήμερα ανοιχτή, καθώς σύμφωνα με το νόμο του 2010, εγκλήματα που συνέβησαν από την 1η Ιουλίου 1985 κι αργότερα δεν παραγράφονται. Αν ο δράστης είναι ακόμη ζωντανός, πλέον δεν υπάρχει καμία ελπίδα να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη.

*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η ζωή της νεαρής δασκάλας Bonnie Huffman είχε μόλις πάρει μία ανεξήγητη τροπή. Το ίδιο βράδυ εξαφανίστηκε…

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

2 points
Upvote Downvote

Αφήστε μια απάντηση