σε , ,

Βόλτα με τον Βλάσση Μπονάτσο στην Αθήνα, τα μεσάνυχτα

Μια εντελώς φανταστική ιστορία στην Αθήνα του 1992, με τον Βλάσση, τον Άρη και τον Γιάννη

vlassis b

Επιστρέφω στο 1992 για να πάω βόλτα στην Αθήνα, παρέα με τον Βλάσση Μπονάτσο. Ακολουθήστε με. Το ταξίδι ξεκινάει…

Κεφάλαιο 1 – Προϋπηρεσία, μεροκάματο, ξενύχτι

Στο γραφείο υπήρχαν άνθρωποι που προσπαθούσαν να μάθουν πως λειτουργεί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που είχε μόλις εγκαταστήσει η διεύθυνση στο δωμάτιο του fax. Ήμουν ήδη στο τρένο για το Μοναστηράκι όταν συνέβαινε αυτός ο σαματάς  και ανεβαίνοντας την Ερμού προσπαθούσα να αποφύγω τα αυτοκίνητα και να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Περνώντας από την Καπνικαρέα γέλασα αυθόρμητα, φέρνοντας στο μυαλό μου ότι λίγες εβδομάδες πριν, το περιοδικό στο οποίο δουλεύω με είχε φέρει ξανά εδώ, για να μοιραστώ έναν καφέ με τον Πασχάλη και να μιλήσουμε, λίγο πριν τα γυρίσματα του νέου του βιντεοκλίπ, της «Προϋπηρεσίας».

Λίγες μετά, είχα λάβει με το ταχυδρομείο την κασέτα του κλιπ, όπου φαινόμουν να χαμογελάω on camera και να κοιτάζω πέρα-δώθε σαν χάνος, για περίπου πέντε δευτερόλεπτα. Η βοηθός του Πασχάλη με ενημέρωσε τηλεφωνικώς πως το βίντεο θα έπαιζε για πρώτη φορά σε γνωστή μουσική εκπομπή του Mega Channel με βίντεο κλιπ, μαζί με τον Άνεμο του Στέφανου Κορκολή και της Κωνσταντίνας. Η γιαγιά μου θα με δει, δίπλα στον Κορκολή σκεφτόμουν γελώντας.

Ευτυχώς η γιαγιά μου, ο άνθρωπος που με φιλοξενούσε το Γενάρη του `92 στο δυαράκι της στην Αρχελάου στο Παγκράτι, έβαζε το ιμάμ μπαϊλντί στο φούρνο την ώρα της εκπομπής και δεν με είδε ποτέ. Το πλάνο που φαινόμουν, είχε κοπεί στο μοντάζ. Που θα βρούμε την κασέτα αυτού του βίντεο να την κάψουμε; σκέφτηκα διασχίζοντας το Prisunic Μαρινόπουλος της Ευριπίδου και ανεβαίνοντας προς την πλατεία Συντάγματος. «Η αγάπη θέλει, προϋπηρεσία, μεροκάματο, ξενύχτι και νταλκά»: ο στίχος είχε σχεδόν φυτευτεί στο μυαλό μου, αλλά σύντομα θα γινόταν άχρηστη πληροφορία, σαν τα διαφημιστικά του MAX Barbara πριν από το πραγματικά ουσιώδες θέμα.

Το άγχος για τη συνάντηση μου με τον Βλάσση Μπονάτσο μετριάζει η γλυκιά, χειμερινή ηρεμία της πόλης. Είναι ένα από εκείνα τα βράδια που ακόμα νυχτώνει υπερβολικά νωρίς και όλοι οι διαβάτες της πόλης  δείχνουν κάπως μελαγχολικοί και λίγο φευγάτοι, σαν να αποχωρίστηκαν βίαια την μάλλινη κουβέρτα του υπνοδωματίου τους και τα θρίλερ και τις κωμωδίες της καναλιών της ιδιωτικής τηλεόρασης, για να κόψουν στα δύο τη ρουτίνα και να την βουτήξουν σε μια ζεστή κούπα χαράς.

Κάθε απόγευμα του Γενάρη, η ίδια εικόνα: Κουστουμαρισμένοι κύριοι συνωστίζονται σε καφέ ενός οικιστικού παραλληλόγραμμου που ξεκινά από τη Σταδίου και αγκαλιάζει το Κολωνάκι, για να απολαύσουν έναν καπουτσίνο, ενώ οι νέοι εργαζόμενοι συνήθως προτιμούν την πιο φτηνή και σαφώς λιγότερο σοφιστικέ, απόλαυση του καφέ φραπέ. Άλλοι, νεότεροι, συνήθως φοιτητές και μαθητές, επιλέγουν να υμνήσουν και τη νέα μόδα της εποχής, τα φαστφουντάδικα και υπάρχουν και εκείνοι που μετά τον καφέ θα παραγγείλουν το πρώτο ουίσκι σε ημίψηλο ποτήρι, σαν μια γέφυρα απόδρασης από την προγραμματισμένη ρουτίνα. Θα καλέσουν από τον κοντινότερο θάλαμο κάποιο κορίτσι και παρέα θα αλητέψουν στο Χάραμα, στο Αττικόν, στα Εννέα Όγδοα, στο Ρόδον, στο Zoom, στην Πλάκα κι όπου αλλού δίνουν προσκλητήριο το βαρύ λαϊκό, το ροκ, το ρεμπέτικο κι άλλες υπερδυνάμεις του ελληνικού τραγουδιού.

Προσπαθώ να κατατάξω τον Βλάσση Μπονάτσο μέσα σε κάποια από τις κάστες των μοντέρνων ανθρώπων της Αθήνας, μα δεν τα καταφέρνω. Ο Βλάσσης, που πριν λίγες μέρες έλεγε σε ένα από τα επεισόδια των Απαράδεκτων προς τη Ρένια Λουιζίδου, εγώ είμαι τύπος ντεκοντρακτέ, ο Βλάσσης που υποδύθηκε τον Τσε Γκεβάρα στο πλευρό της Αλίκης, ο Βλάσσης που στάθηκε μπρος στο επιθεωρησιακό μικρόφωνο, στο ρόλο του εφημεριδοπώλη, στην παράσταση Ο Αγαπητικός της Δημητρούλας πριν από τέσσερα χρόνια; Ποιος είναι τελικά ο Βλάσσης Μπονάτσος; Μήπως είναι ένας ταλαντούχος Κύριος Ρίπλεϊ που μας ξεγλιστράει ύπουλα κάθε φορά που θέλουμε να τον κατατάξουμε σε μια μανιέρα;

Πώς μπορείς να ορίσεις το φαινόμενο Βλάσσης Μπονάτσος; Η βραδιά που ξεκινούσε μπροστά μας θα μου αποκάλυπτε τα κομμάτια στο παζλ της αλήθειας του. Ίσως και κάτι παραπάνω…

Στις 11 το βράδυ, η στάση των λεωφορείων της Φιλελλήνων έχει ήδη γεμίσει κόσμο και συμβαίνουν τα εξής στιγμιότυπα: Ένα αγόρι με μαλλί Μοϊκάνα και μπλούζα αμάνικη, φιλάει με πάθος το κορίτσι του, ένα κορίτσι με κοντά, κατάμαυρα αγορίστικα μαλλιά, κοντά σορτς και τι-σερτ πιο μαύρα από το χρώμα της νυχτερίδας, που δένουν παράνομα και καταχρηστικά με μια ζώνη με καρφιά, μέσα σε μια over-sized καμπαρντίνα που μοιάζει με πολεμική ασπίδα. Μοιάζουν με ήρωες σε βίντεοκλιπ του Billy Idol. Το ζευγάρι φιλιέται με πάθος κοντά στη στάση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει μια παρέα τριών ηλικιωμένων γυναικών να τους παρατηρούν και να διαμαρτύρονται μουρμουρίζοντας μεταξύ τους. Ανάμεσα τους, άντρες με κουστούμια και γυναίκες με ταγιέρ, γυρίζουν το πρόσωπο στα εκκωφαντικά κορναρίσματα των αμαξιών, με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Κάποιοι αναζητούν ταξί με απόγνωση, άλλοι έχουν συμβιβαστεί με την μοίρα του λεωφορείου.

Την ίδια στιγμή, ένα κύμα από Ι.Χ έχει καλύψει κάθε ψηφίδα των δρόμων και σχεδόν κάθε οδηγός καπνίζει, κάτι σε Dunhill άφιλτρο ή Pall Mall, πάνω στο τιμόνι. Ένα Opel Κadett φρενάρει μπροστά μου παίζοντας στη διαπασών Λίτσα Διαμάντη και έχοντας ένα βρέφος στη θέση του συνοδηγού που κοιτάει το δρόμο γελώντας με ευτυχία. Αφαιρούμαι για λίγο. Κοιτάζω το ρολόι Timecode μου, με ανησυχία. Ξαφνικά ενα μηχανικό βουητό διακόπτει τον ειρμό μου και ένα χέρι με χτυπάει στον ώμο. Κοκκαλώνω, ακούω μια φωνή να με ρωτάει περιπαικτικά:

«Εϊ γειά σας; Είστε ο Γιάννης;»

Γυρίζω πίσω και βλέπω ένα χαμόγελο να ξεπροβάλλει μέσα από το τζάμι ενός κόκκινου Audi Coupe Quattro.

«Εγώ είμαι, ναι» του απαντάω. 

Βλάσσης – «ΠΑΑΑΑΡΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ, μπες μέσα Γιάννη»

Ο Βλάσσης Μπονάτσος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, σηκώθηκε, μου προσέφερε το χέρι του για ένα Hi-5 και με ρώτησε,

«Μέση ή γωνία, τι προτιμάς;»

Δεν ήξερα τι να του απαντήσω και ολιγώρησα. Βρήκε τη λύση μόνος του

«Άσε, θα μπω εγώ στη μέση, να είσαι άνετος στη γωνιά σου. Πασάς στα Γιάννενα!»

Δίπλα του καθόταν ένα κορίτσι με μαλλί αγορίστικο καρέ και ελαφρώς μπάσα, στυλιζαρισμένη φωνή. Το πρόσωπο της ήταν γυρισμένο εμπρός. Αγνόησε επιδεικτικά την ύπαρξη μου όταν χαιρέτησα. Στη θέση του οδηγού διέκρινα τον Άρη Δαβαράκη, στιχουργό, ποιητή, συνεργάτη του Μάνου Χατζιδάκι και θρυλικό party animal, κατά τις φήμες των σκανδαλοθηρικών περιοδικών. Με χαιρέτησε φευγαλέα. Ξεκινήσαμε τη διαδρομή μας

Η Σταδίου, η Κοραή, η Κάνιγγος, η Αγίου Κωνσταντίνου έδειχναν πλημμυρισμένες από ένα φως ευγένειας και αστικής ευμάρειας. Στις μαρκίζες των θεάτρων, ο Κώστας Καζάκος, η Αλίκης Βουγιουκλάκη, η Αντιγόνη Βαλάκου, μονομαχούσαν για το ποιος θα καταφέρει να κερδίσει την εύνοια των ανυποψίαστων θεατών, που έδειχναν παγιδευμένοι σε ένα δίλημμα και μαγεμένοι, αλληθωρίζοντας πότε προς το μέρος τους και πότε προς τις τοιχογραφίες των σινεμά με τις μορφές του Robin Williams, του Daniel – Day Lewis και της Meryl Streep.

Ο Βλάσσης όμως είχε ήδη στήσει καυγά με το κορίτσι με τα αγορέ μαλλιά.

«Όχι, όχι, όχι, δεν θα σε αφήσουμε εκεί πέρα μόνη σου. Μαζί μας θα έρθεις»

«Ρε Βλασση θέλω να τον δω, τι δεν καταλαβαίνεις. Αυτός ο άντρας είναι το οξυγόνο μου, η πρέζα μου».

«Αγαπούλα μου γλυκιά, έχετε χωρίσει 5 φορές τους τελευταίους 2 μήνες. Ποσο ακομα θα μαστιγώνεις την ψυχούλα σου;»

«Εγώ αυτόν θέλω. Άρη που πας γαμώ το χριστό σου, Κολωνάκι δεν είπαμε;»

Χωρίς προειδοποίηση, το κορίτσι έγινε Τούρκος από τα νεύρα της και έσπρωξε βίαια, με τα μαύρα ψηλοτάκουνα της, το κάθισμα του συνοδηγού. Ξεπρόβαλλε από κάτω ένα manual με οδηγίες για την εγκατάσταση φορητού κασετοφώνου αυτοκινήτου με ενσωματωμένο τετρακάναλο στερεοφωνικό ενισχυτή. Το είχα δει σε ένα ξένο περιοδικό.

«Είστε μαλάκες! Σας σιχαίνομαι! Σταματήστε εδώ να πάω με τα πόδια»

«Από την Ομόνοια με τα πόδια στο Κολωνάκι θα πας ρε Μαλβινάκι;»

«Και με τα γόνατα πάω ρε μαλάκα. Αλλά έτσι είστε εσείς οι δυο. Ρε όρθια διαόλια, αφού σας το’ χω πει: Στην κολυμπήθρα που πνίγονται από έρωτα οι καψούρηδες, εσείς μείνατε απ’ έξω, στεγνοί και στραγγισμένοι από πάθη. Πού σας βρήκα η δόλια και σας έκανα φίλους. Μπορείς να μου πεις ρε Βλασση;»

Η Μαλβίνα φώναζε, μίλαγε, έκλαιγε, φώναζε, έκανε χειρονομίες σαν πρίμα μπαλαρίνα πάνω στον Τιτανικό, λίγο μετά το παγόβουνο. Ο Βλάσσης την αγκάλιασε με το δεξί του χέρι και την φίλησε στο μέτωπο, ενώ με την άκρη του ματιού του, μου έκανε νόημα πως «οκ, αυτά συμβαίνουν κάθε βράδυ μεταξύ μας».

Περάσαμε από το Μεταξουργείο και την αφήσαμε σε ένα σπίτι. Ποτέ δεν κατάλαβα αν ήταν το δικό της σπίτι ή κάποιου φίλου της. Όταν βγήκε η Μαλβίνα από το αμάξι, τη συνόδεψε ο Βλάσσης. Εκείνος φορούσε ένα κατάμαυρο τζάκετ και μαύρο τζιν παντελόνι, ενώ το πουκάμισό του, που απεικόνιζε κάτι που θύμιζε χάρτη της Ιταλίας, θα γινόταν  το σήμα μορς του με τον έξω κόσμο, το πολύχρωμο σημαινόμενο όσων θα ακολουθούσαν σε εκείνη την βραδιά. Μιλούσαν ήρεμα και γλυκά. Κάποια στιγμή, μια παρέα Αλβανών πέρασε από κοντά τους, σαν να τους αναγνώρισε, αλλά τελικά έφυγαν ντροπαλά, ανοίγοντας το βήμα. Για λίγο κοκκίνησα από ντροπή. Θυμήθηκα ένα ανέκδοτο με Αλβανούς που μου είχε πει η γιαγιά μου το πρωί.

Στα είκοσι μέτρα πιο κάτω, η ηχώ από μια τηλεόραση μαρτυρούσε πως το Ενώπιος Ενωπίω του Νίκου Χατζηνικολάου με καλεσμένο το Χρήστο Σαρτζετάκη έφτανε στο τέλος του και οι διαφημίσεις από το γάλα Βλάχας Εβαπορέ και τις κασέτες Raks Πετράκης έσπαγαν την χειμερινή ψύχρα σαν παιχνιδιάρικα αναλογικά παράσιτα.

O Μπονάτσος της χάρισε κάτι που έμοιαζε με τελευταία αγκαλιά πριν την αποχαιρετήσει, όμως εκείνη τον έσπρωξε και έκανε πως πάει να του ρίξει ένα χαστούκι. Αγκαλιάστηκαν ξανά, ακόμα πιο εγκάρδια αυτή την φορά και χωρίστηκαν. Η Μαλβίνα σύρθηκε προς ένα άγνωστο σπίτι με βάρκα την πίκρα ενός χωρισμού, ο Βλάσσης φόρεσε ξανά το χαμόγελο του και μπήκε ξανά στο αμάξι.

Γλυκιά Παρακμή και νόστιμη FAZ-αρία

Στην Μενάνδρου, ένα ηλικιωμένος άνδρας δεχόταν τον έρωτα ενός μελαμψού νεαρού αγοριού πίσω από ένα αυτοκίνητο, καθώς περνούσαν από το δρόμο αγόρια και κορίτσια των οποίων το ευπρεπές ντύσιμο με κοστούμια και παντελόνια και φράντζες και πολύχρωμα τισερτ, φανέρωνε  μια μεταμοντέρνα αλητεία, βγαλμένη από τραγούδι του Lou Reed. Κάποια στιγμή ο Βλάσσης τσέκαρε τα παιδιά και με ρώτησε αν είναι καλή ιδέα να τους σταματήσουμε και να τους ρωτήσουμε που πάνε. Το μετάνιωσε σχεδόν αμέσως και ύστερα από κουβέντα με τον Άρη, κατέληξαν στο ότι έπρεπε να πάμε προς Συγγρού, σε ένα μαγαζί που λεγόταν FΑΖ και έπαιζε παρτάρα. Μιλούσε με ακραίο ενθουσιασμό για διάφορα άτομα που θα συναντούσε εκεί.

Ακολούθησε η πιο στατική και ταυτόχρονα υπερκινητική εικόνα του Βλάσση Μπονάτσου.

Το ραδιόφωνο παίζει πρώτα ένα κομμάτι του Λεωνίδα Βελλή, που ο Βλάσσης το τραγουδάει με τέλεια λαϊκή φωνή και ύστερα ο Άρης αλλάζει σταθμό και παίζει «Girls Wanna Have Fun» από Cindy Lauper που εμπνέει τον Βλάσση να ξεκινήσει ένα άψογο human beat-boxing με ταμπούρα, και toms και hi-hat, όλα με το στόμα. Λίγο αργότερα μπαίνει κασέτα και το πρώτο κομμάτι είναι το «Miss You» από Rolling Stones. Ο Βλάσσης μιμείται την φωνή του Mick Jagger, τα φαλτσέτα, τις βραχνάδες, τις κορώνες, είναι σαν να έχει μεταφερθεί σε ένα δικό του stage και ο Δαβαράκης προσπαθεί να κάνει β’ φωνητικά τραγουδώντας σχεδόν άχρωμα δίπλα του. Το επόμενο κομμάτι είναι η «Ανατριχίλα» των Πελόμα Μποκιου, του συγκροτήματος που υπήρξε βασικό μέλος στις αρχές της δεκαετίας του `70. Διαλύθηκαν ύστερα από ένα και μοναδικό άλμπουμ, που ακόμα δεν έχει εκτιμήσει όσο θα έπρεπε η ελληνική μουσική βιομηχανία. Αλλά αυτό μάλλον δεν τον νοιάζει ιδιαίτερα. Με κοιτάζει πονηρά, περνάει το αριστερό του χέρι μπροστά από τα μάτια μου, σαν να σκαρώνει κάποιο ξόρκι και αρχίζει να ερμηνεύει τους στίχους με εξωπραγματικά αρμονική και δυνατή φωνή.

Κι αν σε ρωτήσει

Ποιος είμαι

Κανένας

Πες της πια

Αχ μωρέ κανένας

Ήρθα ένα βράδυ

Μ’ ένα φράγκο και αγάπη στην καρδιά

Ήρθα μ’ ένα σάκο στον ώμο

Και τη σκέψη συντροφιά

Ανατριχίλα στη σκέψη μου

Κι αυτή δεν ειν’ εδώ

Θ’ αργήσει να ‘ρθει

Γι’ αυτό κι εγώ το δρόμο μου τραβώ

Πριν μπούμε στο FΑΖ, έχουμε περάσει από μια Συγγρού πλημμυρισμένη από πόρνες, βγαλμένες από ταινίες του Scorsese, από φώτα έντονα και τροπικά, που περιγράφουν γιάφκες επίδειξης εύκολου πλουτισμού και μπαρ που ναυάγησαν σε μια σχισμή φελινικού χωροχρόνου, από δρομάκια που ανήκουν σε κρυπτογραφημένες αμαρτίες που έχουν φιληθεί από κόκκινα χείλη και έχουν ζητήσει στα κρυφά τους σημεία ένα σημάδι από μια δερμάτινη ζώνη. Όταν πατήσαμε τα πατώματα του FΑΖ, ένα πορτιέρης μας κοίταξε με μισό μάτι. Κανείς μας δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία. Μια παρέα από εφήβους, αγόρια στην συντριπτική τους πλειοψηφία, δέχτηκαν αναίμακτα τον θυμό του.

Μέσα στο κλαμπ έχασα κατευθείαν τον Δαβαράκη, ενώ κάποια στιγμή ο Βλάσσης με τράβηξε  από το πουκάμισο για να τον ακολουθήσω στην πίστα. Έσφιγγε χέρια, μοίραζε αγκαλιές, κλείδωνε φευγαλέα τα χείλη του στα χείλη άλλων γυναικών, συνάντησε τον Σπύρο Παπαδόπουλο και έκαναν κάποιο δικό τους inside joke που δεν κατάλαβε κανείς, αλλά όλοι έκαναν πως γελάνε, κλείδωσε το κεφάλι του σε μια ζεστή αγκαλιά ενός ογκώδους αγνώστου, έβαλε τα γέλια όταν ένα gay αγόρι του έπιασε τον πισινό με πάθος, είχε μεθύσει πριν ακόμα πάρει ποτό στα χέρια του. Σκέφτομαι ενώ με σκουντάει επίμονα η Βίκυ Κουλιανού για να χαιρετήσει τον Βλάσση, πως αυτός ο άνθρωπος τελικά, είναι το ίδιο το μεθύσι, χωρίς σταλιά αλκοόλ στο αίμα. Είναι η ενσάρκωση μιας χαράς που προκύπτει από τη διαπίστωση του πεπερασμένου της ζωής.

Κάθε βράδυ για τον Βλάσση Μπονάτσο πρέπει να περιέχει χαρά, γιατί ο ίδιος ξέρει ότι τα βράδια περνάνε γρήγορα και αν δεν έχουν μέσα τους άγρια ζωή, τότε το σώμα μπορεί να μπει σε μια λήθινη βαρεμάρα και στο τέλος να κατασκηνώσει σ’ ένα καταθλιπτικό θεωρείο που λέγεται γηρατεία ή προπομπός θανάτου. Κάθε βράδυ πρέπει να περιέχει χρώματα, παράνομα και νόμιμα αγγίγματα, φιλιά και φασώματα και τσιγάρα και πιώματα και μουσικές υπερβατικές και αρώματα μιας ζωής που ξεπερνάει το στατικό και το αστικό για να αγγίξει το επουράνιο.

Έχω γνωρίσει δίπλα του γύρω στις 35 γυναίκες – χωρίς υπερβολή –  έχω νιώσει να μου χαϊδεύει τον πισινό και να μου αγγίζει τη ρώγα του δεξιού στήθους, ένας σελέμπριτι μάνατζερ-κολλητός του Βλάσση, ο οποίος σε ελάχιστα δευτερόλεπτα έχει εκτιναχθεί προς το μέρος γνωστού gay ηθοποιού για να τον φιλήσει με παιδική αθωότητα στο μάγουλο, την ώρα που εκείνος χάριζε ένα παθιασμένο φιλί στο σύντροφο του. Έχω δει κορίτσι που έπαιζε σε γνωστή τηλεοπτική κωμωδία, να έχει καθίσει με τα γόνατα στο εσωτερικό ενός τραπεζιού και να κάνει ανάμεσα στα γόνατα ενός άντρα  κάτι που ήταν κατά 99% στοματικός έρωτας, ή κάποια νέα χορευτική μανούβρα που κανείς μας δεν ξέρει.

Κάποια στιγμή, κατεβήκαμε την σκάλα εγώ και ο Βλάσσης και βρεθήκαμε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με μικρά πορτάκια στις γωνίες, εκεί όπου διαπίστωσα πως υπήρχαν άντρες που χάριζαν ελεύθερα έρωτα σε άντρες και γυναίκες που φιλούσαν τις παρτενέρ τους με σχεδόν ανταγωνιστική καύλα. Ο Βλάσσης τα προσπέρασε όλα αυτά με πονηρό χαμόγελο, μοίρασε και ένα χαριτωμένο χαστούκι σε έναν άντρα που προσπάθησε να τον πλησιάσει ερωτικά…

Το Unbelievable των EMF έπαιζε μέσα στα αυτιά μου και έμοιαζε τόσο θεϊκός ήχος ξαφνικά. Όμως εκείνος δεν συμφωνούσε. Το είδα στο βλέμμα του. Το διάβασα σαν κενό viewmaster: Πάμε να φύγουμε. Σαν να είχε βαρεθεί κάθετί που βρισκόταν εκεί μέσα.  Κοιτούσε τους ανθρώπους σαν κινούμενες εικόνες σε εφημερίδα πολυκαιρισμένη.

Το Σεξ είναι μια άλλη ιστορία, για άγρια θηρία, μια τρελή ταλαιπωρία

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Περάσαμε από το παλιό εργοστάσιο του Κεραμεικού. Παρκάραμε σε ένα δρόμο πίσω από το Φωταέριο που δεν ήξερα ότι υπάρχει. Πίσω από τους σωρούς των σκουπιδιών και τις έρημες σκαλωσιές, σαν κάτι ανίερο να περίμενε πως και πως για να συμβεί. Περπατήσαμε στους γύρω δρόμους, με ελάχιστα αυτοκίνητα να γκαζώνουν ξαφνικά, κόντρα στη νεκρική ησυχία. Φτάσαμε σχεδόν στα παλιατζίδικα του Ψυρρή, αφήνοντας πίσω μας κάνα δύο παρέες από παιδιά που έκαναν γκράφιτι (ένα καινούριο και ασυνήθιστο πράγμα στους αθηναϊκούς δρόμους, που προκαλούσε συχνά την οργή των μόνιμων κατοίκων), κορίτσια του Σοβιετικού μπλοκ που πουλούσαν το δικό τους ερωτικό παυσίλυπο σε κάθε ενδιαφερόμενο, αφίσες με το πρόσωπο του Λευτέρη Πανταζή και του Αντύπα- απομεινάρια χριστουγεννιάτικων γλεντιών.

Ο Βλάσσης μου αφηγούνταν ιστορίες από τους Απαράδεκτους, πως είχε μαντέψει από την πρώτη κιόλας συνάντηση με την Δήμητρα Παπαδοπούλου πως αυτή η σειρά θα σκίσει σε τηλεθέαση, πόσο αληθινά κολλητοί φίλοι είναι και με τον Γιάννη Μπέζο και με τον Σπύρο Παπαδόπουλο και με την Ρένια Λουιζίδου και πόσο η μεταξύ τους γνωριμία από το θέατρο μετουσιώθηκε σε μια φοβερή τηλεοπτική σειρά, όπως έλεγε ο ίδιος με τραχιά φωνή και πάθος. Τον ρώτησα για το πως γίνονται τα γυρίσματα στούντιο του ιδιωτικού καναλιού Mega Channel και αν δυσκολεύεται περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν. Απ’ όσα μου είπε, κατάλαβα ότι σπανίως ασχολείται με το να μάθει τα λόγια του και συνήθως αυτοσχεδιάζει, αλλά αυτό δεν προβληματίζει ιδιαίτερα κανέναν. Άλλωστε ο ρόλος Βλάσσης και ο άνθρωπος Βλάσσης δεν έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Σταματήσαμε σε ένα σπίτι με κόκκινο φωτάκι. Ο Βλάσσης χτύπησε την πόρτα.

Μπήκαμε μέσα και η προϊσταμένη του μπουρδέλου έδειχνε να γνωρίζει καλά την παρέα μου.

Ξέχασα να αναφέρω πως σε όλη αυτή την διαδρομή ο Βλάσσης κρατούσε μια κάμερα παραμάσχαλα και τραβούσε διαρκώς πλάνα, βάζοντας ακόμα και ‘μένα μέσα σε αυτά.

Δεν ήθελε να μου πει τι ήθελε να κάνει με αυτές τις εικόνες, που σίγουρα δεν θα ήταν εύκολο να παίξουν στη νεανική εκπομπή Club Sandwich της Ναταλίας Γερμανού, στο Mega Star, στο πρωινό της Ρούλας Κορομηλά, ή σε κάποιο επεισόδιο των Απαράδεκτων.

Ήταν μήπως για το σινεμά; Ήξερα πως ο Βλάσσης ετοιμαζόταν να παίξει σε μια ταινία με τίτλο Γυναίκες Δηλητήριο, για την οποία ήταν πάρα πολύ χαρούμενος και μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον σκηνοθέτη της, τον Νίκο Ζερβό. Σε μια εποχή που ο κόσμος φωνάζει και διαμαρτύρεται και υψώνει τα πουριτανικά του στήθη ενάντια σε κάθε τι προκλητικό, σε μια εποχή που ο Τελευταίος Πειρασμός του Μάρτιν Σκορσέζε έγινε κόκκινο πανί για κάθε οργισμένο χριστιανό, πόσο θα ξεπερνούσε τα όρια ο Βλάσσης Μπονάτσος, φιλμάροντας ιερόδουλες σε σεξουαλικές περιπτύξεις;

Τα μάτια μου παρακολουθούσαν με περιέργεια, ντροπή και μια ένοχη χαρά ταυτόχρονα την παρακάτω σκηνή: Σε ένα κρεβάτι δυο κορίτσια, μια ξανθιά με σώμα που θύμιζε τη Ναστάζια Κίνσκι, φιλούσε μια κοντούλα και λίγο γεματούλα, που όμως είχε υπέροχα φιλήδονα χείλη και μια αλαζονεία στο βλέμμα, σαν την Βάνα Μπάρμπα, ενώ τα μάτια του Μπονάτσου έδιναν οδηγίες μέσα από την κάμερα. Ο Δαβαράκης ψιθύριζε λόγια στο αυτί του και εκείνος τον άκουγε με προσοχή. Ο Δαβαράκης πήρε την κάμερα ξαφνικά και ο Μπονάτσος έκανε πως πάει να μου δαγκώσει το κεφάλι και στη συνέχεια με ένα κεφαλοκλείδωμα με έβαλε κάτω, έχοντας σκάσει στα γέλια. Πριν καταλάβω τι μου είχε συμβεί, ένα σμήνος από κορίτσια γυμνά και ημίγυμνα, με μυρωδιές από λεβάντα και φτηνή κολώνια και κραγιόν που είχε καταργήσει κάθε τι χλωμό στα πρόσωπά τους, με είχαν περικυκλώσει. Μια από αυτές, μια ξανθιά με κοντό μαλλί πλατινέ και διχτυωτές ζαρτιέρες, έσκυψε και με φίλησε στο στόμα, ενώ η κάμερα του Βλάσση έγραφε. «ΠΑΑΑΡΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ» φώναξε και ο Άρης δίπλα του έσκασε στα γέλια. «Άντε θα παίξεις και σε βίντεο κλιπ» μου φώναξε καθώς με σήκωνε από το πάτωμα. Πριν πάρουμε χαμπάρι τι είχε συμβεί, ο Βλάσσης είχε εξαφανιστεί.

Πού είναι ο Βλάσσης; Ποιος είναι ο Βλάσσης;

Έτρεχε. Κυριολεκτικά, έτρεχε με μια κάμερα στα χέρια, σαν να είχε πάθει μια ακραία φρενίτιδα. Ένας παππούς που δεν καταλάβαινε που βρισκόταν, τον έφτυσε στο πρόσωπο. Ένα γκαρσόνι από ένα πατσατζίδικο βγήκε να τον χαιρετήσει, αλλά νόμιζε πως ήταν ο Μάρκος Λεζές. Πιο δίπλα τα φώτα από ένα χαμπουργκεράδικο φώτιζαν σαν ανακριτικός φακός και κάποιοι νέοι πίσω από τις διακριτικές ασπίδες των club sandwich που διακοσμούσαν τα σερβίτσια τους, παρατηρούσαν το θέαμα, χωρίς να καταλαβαίνουν ακριβώς είναι ο πρωταγωνιστής. Έστριψε στη γωνία και είχαμε ήδη φτάσει Αθηνάς, μετά Κακουργοδικείου, μετά Πρωτογένους, μετά Παλλάδος, με τον Βλάσση να κυνηγάει με την κάμερα του τα εξής: τις βιτρίνες με τα αραχνιασμένα ρετρό μικροπράγματα, το μοναδικό σουβλατζίδικο σε ακτίνα 500 μέτρων, μ’ έναν ιδιοκτήτη που θύμιζε τον Γιάννη Βόγλη αλλά στο ακόμα πιο θλιμμένο και λερωμένο του, ένα κασετάδικο με τα ρολά κατεβασμένα και μια τεράστια σκισμένη αφίσα του Γιάννη Κοντολάζου από μέσα, ένα gay ζευγάρι από υπερβολικά νεαρά αγόρια να κάνουν μεταξύ τους κάτι τόσο θερμό που σίγουρα ήταν το πρώτο τους φιλί μετά από αιώνια καταπίεση, μια γριά με κάτι ανάμεσα σε μαύρο φόρεμα και σκισμένο σουτιέν να μιλάει σε ακατάληπτη – μα αφόρητα θλιμμένη – γλώσσα με έναν κλωσάρ, έναν σύγχρονο άστεγο Διογένη που ζούσε στον κόσμο του.

Σταμάτησα να τρέχω από πίσω του. Όμως σε κλάσματα δευτερολέπτου, επιτάχυνε ξανά το βήμα του κατευθυνόμενος προς ένα αυτοκίνητο. Σταμάτησε και η πόρτα άνοιξε. Ένα κορίτσι που έμοιαζε με την Βικτώρια Χαλκίτη βγήκε έξω και τον φίλησε. Ένας ψηλός και ξανθός άντρας, που ήταν μάλλον ο ηθοποιός Τόνυ Δημητρίου, έβγαλε αλάρμ και βγήκε να τον χαιρετήσει κι αυτός. Την ίδια στιγμή ένας παχουλός άντρας που θύμιζε τον Μαζεστίξ από τις περιπέτειες του Αστερίξ, χύμηξε προς τον Τόνι κρατώντας ένα πλακάτ που έγραφε Γκλιγκόροφ και Γέλτσιν = ΣΑΤΑΝΑΣ. Ο Τόνι τον τράβηξε από τον γιακά και τον έσπρωξε πρώτα προς το αμάξι, ύστερα προς το πεζοδρόμιο. Ακολούθησαν δευτερόλεπτα αμηχανίας και οι τρεις τους έσκασαν στα γέλια. Τους αποχαιρέτησε και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.  Κατέγραφα στο μπλοκάκι μου τα επιφωνήματα θαυμασμού του, που αντηχούσαν στην ερημιά ύστερα από κάθε πλάνο που συνέλαβε ο φακός του, βγαλμένο από τα πιο σπινταριστά όνειρα του.

Κουράστηκε όπως ξεκίνησε. Ξαφνικά. «Cut, σώσαμε, γιατί έχουμε και γυρίσματα αύριο», τον άκουσα να λέει στον Δαβαράκη. Μπήκαμε στο αμάξι σε ένα πέπλο σιωπής. Κανείς δεν μίλαγε. Ο Βλάσσης έσπασε τον πάγο ξανά.

«Νωρίς είναι ακόμα, ούτε 2 δεν είναι. Αποκλείεται να με πιάσει ο ύπνος».

«Βλάσση πρέπει να πάμε τον Γιάννη σπίτι του, έχει πρωινό ξύπνημα ο άνθρωπος» είπε ο Άρης,  με μια φωνή που μαρτυρούσε πλήρη νηφαλιότητα.

«Μπα, μην ανησυχείτε, τα περιοδικά ανοίγουν 10 το πρωί» είπα εγώ, προσπαθώντας να αποδείξω και στους δυο πόσο άνετος ήμουν με τη συνέχιση της βραδιάς. Στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που είχα καθίσει στο αυτοκίνητο, ένιωθα ότι είχα πάνω μου τα ξύλινα πόδια ενός πειρατή και μια καρδιά που χτύπαγε σαν το beat μιας φυλής ζουλού. Αλλά μια φορά στη ζωή σου βγαίνεις βραδινή βόλτα με τον Βλάσση Μπονάτσο.

«Θές να συνεχίσουμε για κανένα χαλαρό ποτό ρε Γιάννη; Πάμε κανένα Διαχρονικό, στον Πειραιά;» μου είπε ο Βλάσσης, κάνοντας ένα πατ-πατ στο δεξιό μου ώμο σε μετρονόμο που θυμίζει techno beat.

«Κλειστό, αυτό είναι για νωρίς» διόρθωσε ο Άρης.

«Για κανένα ουζάκι τότε, στο Κερατσίνι» επέμεινε ο Βλάσσης.

«Ουζερί τέτοια ώρα ρε Βλάσση;», ο΄Αρης επέβαλε τη λογική.

«Καλά, κάτι έχω στο μυαλό μου. Ας αφήσουμε τον Γιάννη σπίτι και βλέπουμε».

Η απόφαση ήταν ειλημμένη κι εγώ δεν μπορούσα να εκφέρω αντίρρηση. Δέκα λεπτά αργότερα είχαμε ήδη περάσει το Χίλτον και κατευθυνόμασταν προς Παγκράτι. Με άφησαν έξω από το σπίτι με χαμόγελα. «Σπουδαίος, φοβερός δημοσιογράφος είσαι Γιάννη μου», μου είπε ο Βλάσσης Μπονάτσος χαμογελώντας ζεστά, λες και είχαμε κλείσει χρόνια γνωριμίας μέσα σε μια δίωρη βόλτα με το αμάξι, αλλά το κλείσιμο της πόρτας, ο «χωρισμός» μας, ήταν μια αναγκαστική συνθήκη για την επιστροφή του κόσμου στην κανονικότητα. «Συγχαρητήρια Γιάννη, ελπίζω να σου άρεσε που έπαιξες και στο βίντεο κλιπ μας, πήρες και υλικό για το θέμα σου» μου είπε ο Άρης Δαβαράκης μαζί με την καληνύχτα του. Ήθελα να τον ρωτήσω γιατί κανένας δεν με είχε προειδοποιήσει για όσα εν τέλει συνέβησαν εκείνο το βράδυ, αλλά φάνηκε κι εκείνος βουτηγμένος σε μια θάλασσα νοημάτων και σουρεαλισμού.

Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να δω τα Μεσάνυχτα, το βίντεοκλιπ που δημιουργήθηκε εκείνο το βράδυ με εμένα συμπρωταγωνιστή, αλλά αυτό δεν με ενδιέφερε τόσο. Είχα βιώσει σε ένα βράδυ όλες τις μεταμορφώσεις του Βλάσση Μπονάτσου. «Εγώ που αλλάζω μορφή από στιγμή σε στιγμή…»  μουρμούρισε ένα κασετόφωνο μέσα στο κεφάλι μου λίγο πριν με πάρει οριστικά ο ύπνος.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.