σε

Διαφορετικές, νοσταλγικές καρτ ποστάλ από καλοκαιρινές διακοπές

Αναμνήσεις που δε σβήνουν

Καρτ ποστάλ

Βίντεο του Γιώργου Καραγιαννόπουλου

«Μια σειρά νοσταλγικών καρτ ποστάλ με εικόνες από κλασικά καλοκαίρια σε παραθαλάσσια εξοχικά. Εξοχικά που κυρίως περιμένουν. Τους ανθρώπους να ξυπνήσουν από τη θερινή ραστώνη και να πουν μια ιστορία για άλλους ανθρώπους που έφυγαν όμως πάντα θα μένουν.

Αυτή είναι η δική μας.»

Βασισμένο στο κείμενο της Ηλέκτρας

Εξοχική κατοικία.

Και αν έμεινα μακριά να ξέρεις πως μας χώριζαν δύο βήματα, και πολλές δικές μου υπενθυμίσεις.
«Η ώρα είναι 10 ακριβώς. Λείπεις.»

Ο χρόνος μου ήταν δικός σου και ας μου ζητούσες να τον ανταλλάξω για κάτι πιο φανταχτερό όπως μια χρυσή κορδέλα ή το καινούργιο διήγημα του αγαπημένου σου συγγραφέα. Κοίτα!

Ναι, δες…βρήκα μόνο τις πρώτες σελίδες, οι άλλες είχαν εξαντληθεί.

Ναι , πλέον, τα βιβλία τα πουλούν μισά. Για να μαντέψεις εσύ το τέλος ή να κάνεις μια καινούρια αρχή.

Μια καινούρια αρχή χρειαζόμαστε. Θα κλείσω τα μάτια θα μετρήσω ως το τέλος-πάντα τόσο συγκεκριμένα δοσμένο- και όταν τα ανοίξω θα είσαι εκεί. Με χέρι προτεταγμένο και θα μου φωνάξεις το όνομα σου.

Σαν δικό μου θα το ‘χω. Μην ξεχαστείς.

Έχω τόσα πολλά να σου πω. Μια προσωπική φαντασίωση όπου μαζεύω πεσμένους καρπούς πορτοκαλιάς και σου τους δίνω και εσύ είσαι μονάχα εκεί και τους παίρνεις στα χέρια σου, κλείνεις τα μάτια και χαμογελάς. Μια καθημερινότητα κάπου μακριά. Μακριά από το ρεαλισμό μου και το υπέρογκα ποσά ονειροπόλησης.

Εκεί θα βρισκόμαστε μια φορά στις τόσες, σαν φίλοι καλοί με δουλειές σε πολυεθνικές και άδεια 12 ημερών. 10 για την οικογένεια και δυο για τους φίλους. Θα σου ανοίγω την πόρτα του εξοχικού κοντά στην Αττική με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι και ας είναι καλοκαίρι και γκρινιάζεις. Θα κάθομαι οκλαδόν στον καναπέ και εσύ σε μια πολυθρόνα δίπλα και θα μου μιλάς για τη δουλειά, το ωράριο και εκείνη την παρουσίαση που το αφεντικό σου δεν πολυκατάλαβε, οπότε έπρεπε να την περιγράψεις πιο απλά και με μπόλικες χειρονομίες για να σε προσέξει. Μετά θα με κοιτάς, ίσως, για και για αρκετή ώρα ακόμη. Κάπως αμήχανα θα σε ρωτήσω για αυτούς. Την οικογένεια. Θα μου πεις πως είναι καλά. Τα παιδιά μεγαλώνουν και έχουν περισσότερες ανάγκες, δε ζωγραφίζουν όσο καλά θα ήθελες και εγώ θα γελάσω, γιατί ξέρω πόσο προσπαθούσες να τους μάθεις να σχεδιάζουν τα παράθυρα συμμετρικά με την πόρτα. Για τον άνθρωπο σου δε θα μιλήσω. Δε νιώθω άνετα. Ούτε και εσύ.

«Εγώ; Όπως τα ξέρεις. Δουλεύω και τα βράδια γράφω.»

«Για εσένα; Ναι και για εσένα. Ίσως και για κάποιον καινούριο, ποτέ δεν ξέρω ποιος είναι ποιος.»

«Έλα κοντά μου.»

Μόλις ξεστομίσω αυτή τη φράση οι δύο μέρες θα έχουν τελειώσει, όπως ο καφές, τα τσίγαρα, και το τετράδιο με τις σημειώσεις μου. Σηκώνομαι, σε φιλώ στο μάγουλο και κλείνω την πόρτα. Λίγο απότομα και πάντα το μετανιώνω το ίδιο βράδυ.

«Μείνε».

Ο ήχος της φωνής μου ανακλάται στην  κλειστή πόρτα, γυρίζει πίσω και παίρνει τη θέση σου.Και λέει

«Φύγε μακριά»

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

-1 points
Upvote Downvote

Total votes: 1

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 1

Downvotes percentage: 100.000000%

Αφήστε μια απάντηση