Η τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος ήταν, ως προς το θέμα της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, μειωτική για τον θεσμό αυτόν. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για πέντε χρόνια είναι ο πρώτος πολίτης της χώρας μας. Εάν φανεί άξιος και ξαναεκλεγεί, ασκεί τα καθήκοντά του για άλλη μία, τελευταία, πενταετία. Έπειτα, δηλαδή, από δέκα χρόνια αποχωρεί οριστικά από αυτήν την συγκεκριμένη θέση του, όπως ορίζει το ίδιο το Σύνταγμά μας, και τότε έρχεται ένας καινούριος.
Παραπάνω χαρακτήρισα τον σημερινό τρόπο που εκλέγεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ότι είναι μειωτικός. Η προηγούμενη συνταγματική διαδικασία προέβλεπε μέχρι τρεις ψηφοφορίες και μετά, αν δεν καρποφορούσε η τελευταία, τότε είχαμε διάλυση της Βουλής και αμέσως προκήρυξη βουλευτικών εκλογών. Δηλαδή η Βουλή για τις δυο πρώτε ψηφοφορίες ήθελε διακόσιους βουλευτές να ψηφίσουν ένα πρόσωπο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας και, εάν δεν συγκεντρωνόταν οι απαιτούμενοι ψήφοι, τότε υπήρχε μια τρίτη ευκαιρία που ήθελε εκατόν ογδόντα ψήφους. Αν και η τρίτη ψηφοφορία ήτανε άκαρπη, ψήφιζε δηλαδή μικρότερος αριθμός από εκατόν ογδόντα, τότε η χώρα οδηγούνταν σε εκλογές.

Μετά τις εκλογές και η νέα Βουλή ήταν υποχρεωμένη να εκλέξει τον νέο Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Μπορούσε πάλι να χρειαζόταν τρεις ψηφοφορίες, αλλά, στην τρίτη θα εκλεγόταν οπωσδήποτε ο καινούριος Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αυτή ήταν η παλιά διαδικασία βάσει της οποίας μια και μόνη φορά διαλύθηκε η Βουλή και έγιναν εκλογές κατά την διάρκεια της μεταπολίτευσης, δηλαδή μετά την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών.
Αυτό συνέβη μία φορά το 2015, όταν τελείωνε η δεύτερη πενταετία του Κάρολου Παπούλια και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας είχε προτείνει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Σταύρο Δήμα. Ο Σύριζα δεν τον ψήφισε οπότε, σύμφωνα με το Σύνταγμα, διαλύθηκε η Βουλή και έγιναν εκλογές. Από τη νέα Βουλή εξελέγη ο Προκόπης Παυλόπουλος.

Έπειτα από αυτήν την εξέλιξη, είχαμε και αναθεώρηση του Συντάγματος. Επειδή όμως σ’ αυτό το θέμα η πείρα έδειξε πως χρειαζόταν τροποποίηση, το άλλαξαν, και με το ισχύον Σύνταγμα δεν υπάρχει διάλυση της Βουλής. Η σημερινή διαδικασία συνεχίζεται και μετά την ψηφοφορία των 180 ψήφων. Πάλι υπάρχουν έξι ειδικές συνεδριάσεις της Βουλής και στην τελευταία εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας το πρόσωπο εκείνο που θα έχει συγκεντρώσει τους περισσότερους ψήφους. Δηλαδή, αν για παράδειγμα υπάρχουν τέσσερα προτεινόμενα και υποψήφια ονόματα, στην έκτη ψηφοφορία μπορεί να βγει κάποιος και με λιγότερους από 150 ψήφους, δηλαδή και κάτω από τους μισούς βουλευτές.
Όλοι οι βουλευτές είναι 300 και για τα νομοσχέδια απαιτείται να τα ψηφίσουν 151 τουλάχιστον βουλευτές για να γίνουν νόμοι του κράτους. Δεν είναι σωστό και δεν ταιριάζει, κατά την γνώμη μου, για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας να αρκεί τόσο χαμηλός αριθμός, δηλαδή κάτω από τον μισό αριθμό των αντιπροσώπων που επέλεξε ο Ελληνικός λαός.
Πιστεύω ότι καταλήξαμε σ’ αυτήν την αναθεώρηση επειδή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει ουσιαστικά πολλές εξουσίες. Έτσι όμως για πέντε χρόνια, τουλάχιστον, αν δεν επανεκλεγεί για δεύτερη φορά, ο πρώτος πολίτης της χώρας μπορεί να μην είναι το πιο σωστό και το πιο κατάλληλο άτομο για αυτήν τη θέση. Μέχρι σήμερα, όλοι οι πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν άνθρωποι αξιοσέβαστοι και το προηγούμενο αντικείμενο στο οποίο εργάστηκαν είχε σχέση με την κύρια αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας που, σύμφωνα με το Σύνταγμα, είναι να ελέγχει το νομοθετικό έργο της Βουλής. Μπορεί στο μέλλον να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας κάποιος που να μην είναι ικανός για την θέση αυτή. Δηλαδή για πέντε χρόνια θα είμαστε υποχρεωμένοι όλοι εμείς οι πολίτες να πληρώνουμε φόρους στο κράτος για τους μισθούς του, για ένα τέτοιο πρόσωπο που δεν θα αξίζει να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;
Η ταπεινή μου άποψη είναι ότι σε μια επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος χρειάζεται να προβλεφθεί ότι, αν δεν μπορούν να συμφωνήσουν οι μισοί συν ένας βουλευτές σε μια πρόταση για κάποιο πρόσωπο για το ανώτατο αυτό αξίωμα, να πηγαίνουμε στην λαϊκή ετυμηγορία, δηλαδή σε διάλυση της Βουλής και στην προκήρυξη βουλευτικών εκλογών.
Σήμερα οι αρχηγοί των κομμάτων προτείνουν τα ονόματα των υποψηφίων με επιστολές τους στον Πρόεδρο της Βουλής, αυτή είναι η τυπική διαδικασία. Όταν θα ξαναέχουμε στο μέλλον βουλευτικές εκλογές και για το θέμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο λαός ας αποφασίζει ποιόν θα ήθελε για πρωθυπουργό του που, κατά πάσα πιθανότητα, θα περάσει η δική του πρόταση για το πρόσωπο που θα αναλάβει την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Το σημερινό Σύνταγμα προβλέπει αυτήν τη διαδικασία, χωρίς διάλυση της Βουλής. Ο Κανονισμός της Βουλής ορίζει την εξής διαδικασία με απλά λόγια. Η ψηφοφορία είναι φανερή και ονομαστική. Ύστερα από την ανάγνωση των επιστολών των προέδρων όλων των κομμάτων της Βουλής, ο Πρόεδρός της διαβάζει το άρθρο του Κανονισμού της Βουλής που ορίζει τα εξής. Κάθε βουλευτής που θα ακούει το όνομά του, το οποίο διαβάζουν δύο βουλευτές, ένας από τη συμπολίτευση και ένας από την αντιπολίτευση που ορίζονται για το σκοπό αυτό και έχουν την αρμοδιότητα να διαβάζουν ολόκληρο τον κατάλογο των βουλευτών κατά νομούς, θα σηκώνεται όρθιος από το έδρανο του, τη θέση του δηλαδή, και θα λέει το όνομα και το επίθετο του υποψήφιου που ψηφίζει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αν κάποιοι βουλευτές δεν θέλουν κανέναν από τους υποψήφιους, είναι υποχρεωμένοι να πούνε «παρών». Αν κάποιος βουλευτής όταν πει το όνομα του υποψήφιου, στη συνέχεια προχωρήσει σε επεξήγηση της ψήφου του, η ψήφος του λαμβάνεται ως άκυρη. Δηλαδή πρέπει να λέει μόνον το όνομα και το επίθετο του υποψήφιου τον οποίο προτιμά ή να δηλώνει «παρών».
Τέλος πιστεύω πως με αναθεωρήσεις του Συντάγματος και την αφαίρεση σημαντικών αρμοδιοτήτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, καταντήσαμε να έχουμε σε μεγάλη υποτίμηση και απομόνωση τον θεσμό της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Κυρίως το γεγονός ότι δεν μπορεί πλέον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να διαλύσει τη Βουλή για εθνικούς λόγους και γενικά για σοβαρά θέματα. Από την άλλη πλευρά, κάποιοι δήθεν πατριώτες φωνάζουν δημοσία συνεχώς και ζητούν εκλογές. Νομίζω πως αυτοί δεν σκέφτονται καθόλου αν συντρέχει σοβαρός λόγος, αλλά θέλουν μόνο να ρίξουν την οποιαδήποτε κυβέρνηση χωρίς να αξιολογούν πραγματικά το έργο της. Επιθυμούν, δηλαδή, να γίνουν οι εκλογές και, εάν κερδίσει το κόμμα που υποστηρίζουν, πιστεύουν ότι ίσως αλλάξει η κατάσταση που έχει διαμορφώσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Εδώ κάνουν ένα μεγάλο λάθος επειδή ελάχιστα θέματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο από άποψη πολιτική. Εκείνοι που διαμαρτύρονται έτσι, με τέτοια κριτήρια, μοιάζουν να είναι εκτός πραγματικότητας επειδή ακριβώς δεν καταλαβαίνουν ότι, όποια και αν ήταν η κυβέρνηση, δεν θα μπορούσε πολλά πράγματα να τα αλλάξει!
Το τελευταίο άρθρο ορίζει ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Στην πράξη όμως είναι αδύνατο να συμφωνήσει η πλειοψηφία των πολιτών και να πιέσει για βελτιώσεις του Συντάγματος.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα: Λίγοι ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την πολιτική. Οι υπόλοιποι ενδιαφέρονται για άλλες πτυχές της κοινωνικής ζωής. Παρατηρώ πολλούς από τους συνανθρώπους μου – τους αρέσει να χάνουν τις ώρες τους με το να σχολιάζουν τι φοράει ο ένας και πώς μίλησε ο άλλος, πράγματα που τα θεωρώ τελείως δευτερεύοντα. Μου αρέσει να σιωπώ όταν βρίσκομαι σε τέτοιες κουβέντες. Επειδή λοιπόν αξιολογώ τις συζητήσεις πάντα σύμφωνα με τα δικά μου ενδιαφέροντα, συμμετέχω όσο θέλω σ’ αυτές. Μερικές φορές μου είναι πολύ βαρετές και τότε αρχίζω να σκέφτομαι τα δικά μου θέματα.
Τελειώνοντας την ταπεινή αυτή άποψή μου για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, θα ήθελα να σημειώσω πως είναι ένα μεγάλο συνταγματικό ζήτημα που σηκώνει πολλή συζήτηση. Δεν θεωρώ ότι είμαι ο πιο κατάλληλος να προτείνω και άλλες λύσεις. Ήθελα απλά να εκφράσω τον προβληματισμό μου και μου αρκεί που το προσπάθησα. Όσο για τη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την Βουλή, νομίζω ότι το μέλλον θα δείξει τί πρέπει να γίνει, πάντα για το καλό της χώρας.
Σωτήρης Ι. Στυλιανού.
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκονόμος.
Πτυχιούχος Νομικής και Θεολογικής.
