Ένα διήγημα του Γιώργου Μαντά βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα
Η μητέρα μου είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με την τέχνη. Την αγαπούσε χωρίς να έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα μαζί της. Άνηκε στη γενιά του ’50 και έμαθε από νωρίς πως ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει να ζούμε είναι για να κάνουμε ευτυχισμένα τα παιδιά μας. Πρέπει να δουλεύουμε για να μην τους λείψει τίποτα. Αυτός είναι ο προορισμός μας στη ζωή.
Να δουλεύουμε ακατάπαυστα, αγόγγυστα χωρίς διαμαρτυρία, μόνο ένα ”ουφ” επιτρέπεται να μας ξεφεύγει από τα χείλη κι αυτό χαμηλόφωνο, διακριτικό, να μην προκαλεί και να μην παρεξηγείται.
Σε περίπτωση που το ακούσει κάποιος δηλαδή να μπορεί να το εκλάβει ως ελαφρύ διάλειμμα μα και προτροπή για συνέχεια της εργασίας μας, όποια κι αν είναι αυτή αρκεί να καταλήγει φυσικά στο πολυπόθητο αποτέλεσμα, την εξασφάλιση μιας καλής ποιότητας ζωής στην οικογένεια.
Ανεξαρτητοποιήθηκε από νωρίς, η ενηλικίωσή της την βρήκε στην Αθήνα να περνάει από διάφορες δουλειές αλλά και να σπουδάζει σχετικά με το επάγγελμα που έμελλε να ακολουθήσει στο μέλλον ανοίγοντας ένα μαγαζί προσφέροντας αισθητικού τύπου υπηρεσίες επί χρόνια. Το επάγγελμα που δεν ξέρω αν το αγάπησε βαθιά μα σίγουρα θεωρούσε πως της ταίριαζε και του οποίου η πίεση όμως ήταν τόσο μεγάλη ώστε να φύγει πρόωρα από τη ζωή χτυπημένη από κάποια ασθένεια και μάλιστα με τις σφραγίδες πολλών γιατρών πως στην άσχημη εξέλιξη της υγείας της έπαιξε σημαντικό ρόλο το πώς η ίδια το αντιμετώπιζε κι ότι δεν έπαυε να θεωρεί τον εαυτό της πρώτα εργαζόμενη και μετά άνθρωπο, όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό.
Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου κατάλαβε πως με ενδιαφέρει η τέχνη, κυρίως η συγγραφή και το σινεμά. Στήριξε την επιλογή μου όσο μπορούσε, στη συνέχεια πλήρωσε και τις ανάλογες σπουδές μου κάτι για το οποίο της χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη αλλά αυτό που μου έκανε πάντα εντύπωση ήταν ο τρόπος που αντιμετώπιζε την τέχνη. Ενώ η τύχη με ευνόησε και δεν γεννήθηκα σε συντηρητικό σπίτι κι ενώ ήταν ανοιχτή σε διάφορες ιδέες, πράγμα στο οποίο πιστεύω πως συνέβαλε η γρήγορη ανεξαρτητοποίησή της και οι εμπειρίες της καθώς και η καθημερινή τριβή με τους ανθρώπους με τους οποίους ερχόταν σε επαφή καθημερινά μέσα από το μαγαζί της μα και διάφορες εμπειρίες της προσωπικής της ζωής, όσον αφορά την τέχνη πίστευε με έναν κάπως αθώο και ”παιδικό” τρόπο σκέψης κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα όφειλε να έχει έναν καλό σκοπό, την προώθηση του καλού, η καλοσύνη στο τέλος να θριαμβεύει ακόμα κι αν στη διαδρομή του έργου οι ήρωες περνούσαν από σαράντα κύματα. Πίστευε πως η τέχνη πρέπει να υπάρχει για να δείχνει το καλό γιατί αλλιώς δεν έχει νόημα αφού έτσι κι αλλιώς παρ όλο που αντιλαμβανόταν την αξία της στη ζωή των ανθρώπων κάπου στο βάθος του μυαλού της την είχε κάπως σαν πάρεργο, δηλαδή σαν κάτι που αξίζει κάποιος να ασχοληθεί στον ελεύθερό του χρόνο, σε ένα διάλειμμα από την ”κανονική” του δουλειά, άποψη την οποία μου εξέφραζε συχνά και αποτελούσε αφορμή για τις μεταξύ μας διαφωνίες που από ένα σημείο και μετά έπαψαν να υπάρχουν καθώς θεωρούσα ανούσιες τις όποιες αντιρρήσεις μου κι απλώς σώπαινα. Αυτή τη στάση μου την μετάνιωσα χρόνια αργότερα και κυρίως συνειδητοποίησα το λάθος μου στην τελευταία μεγάλη και ουσιαστική συζήτηση που έκανα μαζί της λίγες μέρες πριν φύγει από τη ζωή. Δεν ήθελα φυσικά σε καμία περίπτωση μέσω αυτών των συζητήσεων να αποδείξω πως σκεφτόταν λάθος κι ότι εγώ ήμουν ο σωστός γιατί δεν συνέβαινε αυτό και δεν ήταν εκεί το θέμα. Ήταν απλώς η δύναμη που έχει το να δεις τα πράγματα από μια άλλη οπτική και να κάνεις τον άλλο να συμμεριστεί τη δική σου θέση.
Ενώ λοιπόν η μητέρα μου έχοντας ζήσει διάφορα κι ήταν αυτό που λέμε υποψιασμένη, ψημένη στη ζωή, όταν έφτανε η ώρα για την τέχνη με διασκέδαζε πολύ ο τρόπος που έβλεπε τα πράγματα. Θεωρούσε μη αποδεκτές τις κακές λέξεις στα έργα τέχνης, ακόμα κι αν εξυπηρετούσαν κάποιο σκοπό, αν επρόκειτο ας πούμε για τρόπο ανάδειξης μιας άσχημης συμπεριφοράς, μιας παθογένειας. Αυτά τα πράγματα εγώ τα είχα ξεκαθαρίσει μέσα μου από πολύ μικρός, δεν αμφιταλαντεύτηκα ποτέ ανάμεσα σε διάφορες απόψεις για να καταλήξω κάπου. Τις ερωτικές σκηνές στα έργα τέχνης τις θεωρούσε ατυχείς προσθήκες, χωρίς καμία χρησιμότητα αν και δεν αναφερόταν ποτέ σε χυδαιότητα ή θρησκευτική προσβολή καθώς όπως προείπα δεν υπήρξε ποτέ συντηρητική κι ευτυχώς ούτε θρησκόληπτη.
Ήταν πιστή, πίστευε σε μια ανώτερη δύναμη που από κάπου ψηλά μας φυλάει, μάλλον αυτή ήταν ο Θεός κι ο Χριστός όπως μου έλεγε, είχε κατά καιρούς διάφορους προβληματισμούς και ψαχνόταν ενώ σαν οικογένεια εκκλησιαζόμασταν μα όχι αρκετά συχνά γιατί πίστευε πως για να επισκεφτεί κάποιος τον οίκο του Θεού θα έπρεπε να έχει μέσα του ψυχική ηρεμία και καθόλου δεύτερες σκέψεις σχετικά με την επίσκεψη, να πρόκειται δηλαδή για συνειδητή επιλογή. Προσωπικά συμπαθούσα την εκκλησία σαν χώρο, την έβρισκα ενδιαφέρουσα ως κατασκευή αλλά και ως κλίμα κατάνυξης που επικρατούσε εκεί μέσα, σαν επίσκεψη σε έναν παραμυθένιο κόσμο στον οποίο έτρεφα όμως και κάποιο σεβασμό. Μόνο μια φορά λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή είδα την εκκλησία και μάλιστα εκείνη της γειτονιάς μου ως εφιαλτικό χώρο καθώς λιποθύμησε πριν τελειώσει η λειτουργία λόγω χαμηλού αιματοκρίτη και πραγματικά ήταν μια πολύ άσχημη εμπειρία.
Επιστρέφοντας στην τέχνη και στην αντιμετώπισή της από τη μητέρα μου, πάντα μού έκανε εντύπωση και μου ήταν διασκεδαστικό το πώς προσπαθούσε να μου ”κρύψει” ακόμα κι απλά πράγματα που θεωρούσε πως δεν συμβάδιζαν με την ηλικία μου αλλά κι ούτε πως έπρεπε να τα μάθω και να ασχοληθώ μαζί τους ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά το τραγούδι ”κοντρόλ” του Παπακωνσταντίνου. Καλά εδώ ο στιχουργός το ”παράκανε”, είχε πολλά σημεία που ήταν αμφιλεγόμενα αλλά το ρεφρέν περιείχε τη λέξη ”οργασμός”. ( ”Έχω τον έλεγχο των πιο κρυφών κυττάρων σου, του οργασμού, της πείνας σου, της μάρκας των τσιγάρων σου”).
Όχι ότι επρόκειτο να ρωτήσω τι σημαίνει η λέξη, δεν είμαι από τα άτομα που τους αρέσει να φέρνουν σε δύσκολη θέση τους άλλους, πάντα κοίταζα τις απορίες μου να τις λύνω μόνος μου μέσω της ανάγνωσης ή με όποιον τρόπο μπορώ τέλος πάντων.
Η αγαπημένη μου μητέρα ξενέρωνε με αυτό το τραγούδι, πίστευε πως όταν έφτανε η ώρα του στην κασέτα θα έπρεπε να πατήσω το fast forward.
Ακόμα και πιο ποπ πράγματα της δεκαετίας των nineties. Ας πούμε ο δίσκος ”διαβολάκι” του Καρβέλα ήταν ”πρόβλημα” (όπως και οι προηγούμενοί του). Έπαιζε πολύ η ”αντίστροφη μέτρηση” στα parties μα η μαμά θεωρούσε πως ”αμάν αυτός ο καλλιτέχνης πολύ προκλητικός”. Στο εξώφυλλο του άλμπουμ έκανε σήμα κερατάκια ενώ εμένα μου άρεσε το τραγούδι που άνοιγε τη δεύτερη πλευρά της κασέτας, κυρίως λόγω χαρούμενης μελωδίας, το ”Στριπ-τιζ”. Εδώ ο Καρβέλας σκανδάλιζε σύμφωνα με τη μαμά και δεν είχε κι άδικο (Πού να ζούσε να άκουγε και τα ”μαθήματα φιλοσοφίας” ας πούμε του 2015).
”Στριπ-τιζ” μου είχε πει η μαμά πως δεν ήταν κάτι κακό, ήταν ας πούμε να βγάζεις τα ρούχα σου όπως κάνουμε για να μπούμε για μπάνιο. Θυμάμαι ακόμα που σε μια εκδρομή με συγγενείς είχα βάλει στο αυτοκίνητο την κασέτα ”πάρτυ στο 13ο όροφο” από Τρύπες, που μου είχε γράψει ο ξάδερφός μου. Είχαμε σταματήσει για ξεκούραση σε ένα δάσος κι έβαλα τέρμα την κασέτα και ξαφνικά μες στη σιγαλιά του μεσημεριού ακούστηκε ”ντροπή για τα μάτια σας, ντροπή να είναι άδεια, σαν τα ποτήρια μας”, είχα πάθει πώρωση με αυτό το τραγούδι αλλά και όλο το δίσκο.
Αργότερα στα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχε πλάκα όταν ο ξάδερφός μου προσπαθούσε να μου εξηγήσει το νόημα των τραγουδιών του μοναδικού ξένου συγκροτήματος που λατρεύω όσο κανένα άλλο, των Nirvana κι εγώ με τη σειρά μου έκανα αξιοθαύμαστες προσπάθειες να εξηγήσω μετά όσα είχα ακούσει στη μητέρα μου. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στην ταινία του star που αποφασίσαμε να δούμε μαζί ένα βράδυ και ήταν το ”sliver” με τη Σάρον Στόουν (που παρεμπιπτόντως μου άρεσε περισσότερο από το ”βασικό ένστικτο”). Θυμάμαι πως στη σκηνή του εστιατορίου για να σπάσω την σιωπηλή αμηχανία είχα γυρίσει και της είχα πει πως εμείς τη λέξη ”εσώρουχο” δεν την έχουμε μάθει ακόμα στο φροντιστήριο των Αγγλικών και είπα ”α, έτσι λέγεται στα αγγλικά;”. Είδαμε την ταινία μέχρι το τέλος σαν να κάνουμε αγγαρεία.
Οι ”δυο ξένοι” ήταν επίσης ένα πρόβλημα και ειδικά το επεισόδιο στον δεύτερο κύκλο όπου ο Μαρκοράς νομίζοντας πως τα παιδιά είναι του Αίαντα κι ότι προδόθηκε από τη Μαρίνα βάζει ένα κοριτσάκι να την παίρνει τηλέφωνο και να την λέει ”πουτάνα” και να της το κλείνει. Ημ αμά πίστευε πως ήταν ντροπή και πιπέρι στο στόμα. Θέμα είχαμε και με την ελευθεροστομία των ”εγκλημάτων” και την ελεύθερη απεικόνιση κάποιων καταστάσεων αν και συγκινήθηκε με τα δάκρυά μου στο τελευταίο επεισόδιο.
Δεν βλέπαμε συχνά ταινίες μαζί με τη μαμά μου, δυο-τρεις φορές πήγαμε σινεμά μαζί, το ίδιο και θέατρο ενώ από μικρός έχω γυρίσει μόνος μου σχεδόν όλα τα σινεμά και τα θέατρα της Αθήνας. Εκείνη επίσης πίστευε πως πρέπει να πας με παρέα για να παρακολουθήσεις ένα έργο τέχνης αλλιώς δεν έχει νόημα. Για λίγο καιρό αναγκαζόμουν να της λέω πως πήγαινα με συμμαθητές μου σε έργα ή ότι πήγαινα επίσκεψη στα σπίτια τους να παίξουμε. Το έκοψα γρήγορα και της είπα την αλήθεια. Το δέχτηκε αν κι εξακολουθούσε να της φαίνεται ακατανόητο.
Επίσης θεωρούσε ακατανόητα και κενά κάποια βιβλία που μερικές φορές της έδινα να διαβάζει καθώς όλο το χαρτζιλίκι μου πήγαινε ανέκαθεν σε βιβλία, CD, DVD, κινηματογραφικά και θεατρικά εισιτήρια, θεατρικά προγράμματα και ίσως και σε κάποιες συναυλίες. Μια ζωή έτσι έκανα και φυσικά συνεχίστηκε αυτό κι όταν έφυγε από τη ζωή. Και τα χρήματα που έβγαλα εγώ εκεί τα ξόδευα κι έτσι συνεχίζω.
Θυμάμαι πως άκουγε τις εκπομπές του Ξανθούλη στο ραδιόφωνο του Σκάι κάθε σαββατοκύριακο, της έβρισκε διασκεδαστικές αλλά περίεργες μα τα βιβλία του που της έδινα να διαβάσει κατά καιρούς τα έβρισκε πολύ πιο περίεργα και θολά.
Σεβόταν τους ποιητές χωρίς να διαβάζει ποίηση και χωρίς να καταλαβαίνει όπως μου είχε πει τον λόγο που γράφεται.
Για να δω το τιμημένο boxset με την πλήρη φιλμογραφία του Νικολαϊδη στο σπίτι όντας πρωτοετής σπουδαστής σκηνοθεσίας επέλεξα το σαββατοκύριακο που είχε πάει με κάτι συγγενείς και μάστορες για κάποιες επιδιορθώσεις στο εξοχικό, κι ακόμα τόσα χρόνια μετά θυμάμαι την επίδραση που είχε το αριστούργημα ”singapore sling” όταν το είδα πρώτη φορά ένα Σάββατο αργά το βράδυ μέσα σε απόλυτη σπιτική ησυχία.
Ένα γραπτό μου της είχα δώσει να διαβάσει κάποτε και μου είχε πει ”καλό, κάπως ευαίσθητο μα λίγο αυθαίρετο, δηλαδή πού τα στηρίζεις όσα λες;”
Μια φορά που ένας τότε γνωστός μου με είχε βάλει να τραγουδήσω ένα demo με δική του μουσική και στίχους μιας φίλης του θυμάμαι τη ”σύγχυση” της μαμάς καθώς ξεκινούσε με τον στίχο ”τρομάζει ο ήλιος το πρωί” και στη συνέχεια γινόταν ακόμα ”χειρότερο”. Τελικά ”συμφιλιωθήκαμε” όταν της είπα πως δεν το έγραψα εγώ κι ότι απλώς εκτελούσα χρέη ερμηνευτή demo.
Ακόμα μου έρχεται στο νου το ”σοκ” της όταν μπροστά σε έναν τσιγκούνη συγγενή μας έβαλα το τραγούδι ”εμπενίζερ” από Ημισκούμπρια το 1998.
Όταν χρόνια μετά είδε μία μικρού μήκους μου ως εργασία για τη σχολή εξήρε την ευαισθησία μου για τις ανθρώπινες σχέσεις κι είχε τρυφερή πλάκα όταν προσπάθησε να την εξηγήσει σε κάποιον συγγενή. Ήταν η μοναδική φορά που κρυφάκουσα στη ζωή μου και η μοναδική φορά που δάκρυσα χαμογελώντας.
Και φτάνουμε στα Χριστούγεννα που η μητέρα μου συμφιλιώθηκε με τα τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά.
Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2004 όταν στις διακοπές έβαζα αδιάκοπα στο αυτοκίνητο το CD ” ο καθρέφτης”. Σε εκείνη τη δισκάρα μεταξύ άλλων υπήρχε και η διασκευή του Δεληβοριά στον Bob Dylan, το ”τρένο στην κορυφογραμμή”. Φυσικά και δεν ήμουν ποτέ προετοιμασμένος για hardcore δράματα οπότε όταν έφτανε η ώρα της ”υβρεοπομπής” εννοείται πως έκανα skip όμως το ”τρένο στην κορυφογραμμή” θεώρησα πως άξιζε να το αφήσω να παίξει, δεν επρόκειτο για κάτι extreme, μια ”καριόλα” περιείχε κι αυτήν με νόημα.
Στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου οι θείες κι ο ξάδερφος, οδηγός η μαμά κι εγώ στη θέση του συνοδηγού. Ο ξάδερφος ψιλογούσταρε τραγούδια Δεληβοριά (καμία σχέση με τη δική μου λατρεία που χρόνια ”πενθούσα” επειδή δεν επανεκδιδόταν η ”παρέλαση” κι έλειπε από τη συλλογή μου), οι θείες έκαναν υπομονή να φτάσουμε στα μαγαζιά για ψώνια ώστε να σταματήσει αυτό το ”μπούρδου-μπούρδου τραγούδια” όπως χαρακτήριζαν διάφορα τέτοιου τύπου τραγούδια κι όχι μόνο του συγκεκριμένου τραγουδοποιού.
” Άλλοι μιλάνε για τέχνη, για ρεύματα και τάσεις, περνάει μια όμορφη κι οι ίδιοι λένε: κοίτα την καριόλα” τραγουδάει ο Δεληβοριάς στην τρίτη ή τέταρτη μακροσκελή στροφή του τραγουδιού και το αμάξι εξανίσταται. Ο ξάδερφος με στήριξε επειδή καταλάβαινε τι ήθελε να πει το τραγούδι. Εγώ διαμαρτυρήθηκα μονολεκτικά και χαμηλόφωνα, έβγαλα το cd κι άφησα τον ήχο του ραδιοφώνου να πλημμυρίσει τον χώρο γεμίζοντάς τον με γραφικές, βγαλμένες θαρρείς από σατιρική εκπομπή διαφημίσεις επαρχιακών καταστημάτων, μεταξύ αυτών και ενός εστιατορίου που στους ρυθμούς της μελωδίας του ”όπου κοιτάξεις” του Μαζωνάκη διαφήμιζε ”κοκορέτσι, κοντοσούβλι, τυροκαυτερή, του ρου ρου ρου ρου ρου, του ρου ρου ρου ρου ρου, του ρου ρου ρου ρου ρου ρου”.
Δυστυχώς όπως προείπα βρισκόμουν στο σημείο που είχα παραιτηθεί από την προσπάθεια οποιασδήποτε επεξήγησης ή να βάλω τον άλλο να σκεφτεί διαφορετικά λόγω προσωπικής μου βαρεμάρας.
Θυμάμαι πως το τραγούδι που ένωσε την οικογένεια εκείνο το μακρινό καλοκαίρι των τελευταίων κοινών μας διακοπών και των ολυμπιακών αγώνων ήταν το ”Σάββατο” του Μαζωνάκη, λίγο λυπητερό αλλά χωρίς κακές λεξούλες και μαθαινόταν κι εύκολα από τα πιτσιρίκια ανιψάκια της φαμίλιας που το τραγουδούσαν χαριτωμένα τρώγοντας συλλαβές ή με προσθήκες γραμμάτων.
Λίγους μήνες μετά, όταν ήρθε ο Δεκέμβρης της έβαλα ανήμερα των Χριστουγέννων το ομότιτλο τραγούδι του Δεληβοριά που περιλαμβανόταν στον ίδιο δίσκο.
Μπήκε στο νόημα μα και πάλι με κοίταξε κάπως δύσπιστα, με ένα συγκινητικό χαμόγελο εκφράζοντας όμως λίγες αντιρρήσεις περί ιδιαιτερότητας και παραξενιάς του τραγουδιού που ”ποιό γιορτινό νόημα έχει τώρα αυτό;”
Χαρακτήρισε όμως τον Δεληβοριά ευαίσθητο καλλιτέχνη. ”Σαν και σένα” μου είπε.
Η δεύτερη ερώτηση περί τέχνης που θα θυμάμαι από τη μαμά μου ήταν το ”πόσα τραγούδια περιέχει ένα video clip”.
Τα Χριστούγεννα του 2004 έμελλε να είναι τα τελευταία που περάσαμε μαζί χωρίς φυσικά να το ξέρουμε κι ήμουν πια αρκετά μεγάλος για να μάθω κακές λέξεις, να δω ερωτικές σκηνές, να διαβάσω ακατανόητα πράγματα μα πολύ μικρός για να συνειδητοποιήσω πως τίποτα δεν κρατάει για πάντα.
Στη μνήμη της, δεκαοχτώ χρόνια μετά
Χρόνια πολλά.
