σε , , ,

«Για πάντα» – 10 αμβροτυπίες του Δημήτριου Μηνά

Ο καλλιτέχνης μιλά για τη δουλειά και την τεχνική του

Από την Μαριάννα Νικολάου / Φωτογραφίες: Δημήτριος Μηνά

Η λέξη αμβροτυπία προέρχεται εκ του άμβροτος, μη θνητός, δηλαδή «απαθανάτιση». Πρόκειται για μια τεχνική που ανακαλύφθηκε το 1851 και θεωρείται από τις πρώτες τεχνικές φωτογραφίας στον κόσμο, με την εφαρμογή της φωτογραφίας από υγρό κολλόδιο, με αποτέλεσμα το αρνητικό φωτογραφικό αποτύπωμα να εμφανίζεται θετικό. Η αλήθεια είναι ότι δεν συναντάς συχνά φωτογράφους που να ασχολούνται με το είδος αυτό. Ο Δημήτριος Μηνά όμως, είναι ένας από αυτούς.

Ο Δημήτριος σπούδασε ήχο και εικόνα στη Θεσσαλονίκη. Έχει πάει σε πορείες, αιχμαλώτισε ανθρώπους και στιγμές μέσα από το φακό του, αρχίζοντας έτσι ένα ατέλειωτο παιχνίδι με το φως, το γυαλί, τα βλέμματα των ανθρώπων και το σκοτάδι του.

Όπως αναφέρει ο ίδιος, μετά τις σπουδές του, και αφού δούλεψε μερικά χρόνια στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, επιστρέφοντας στην γενέτειρά του την Κύπρο, διαπίστωσε ότι τη μεγαλύτερη ζήτηση είχαν οι φωτογράφοι γάμου. Ήταν όμως σίγουρος ότι δεν μπορούσε να υπηρετήσει αυτό το είδος φωτογραφίας.

«Ο φωτογράφος πρέπει να είναι μέσα στις φωτογραφίες του, να τις ζει. Η φωτογραφία δεν είναι απλά μια όμορφη στιγμή, είναι η  ματιά και η άποψη του φωτογράφου για ό,τι διαδραματίζεται, και διαλέγει αυτός πώς θέλει να το αποτυπώσει».

Έτσι, ξεκίνησε να φτιάχνει τις φωτογραφικές του μηχανές ο ίδιος, ενώ αυτή τη στιγμή είναι ο μοναδικός  που ασχολείται με το wet plate collodion photography (αμβροτυπία) στο νησί. Ο Δημήτριος ξεκίνησε το ταξίδι του στο χώρο αυτό, με την δική του large format camera.

«Στον κόσμο της φωτογραφίας υπάρχει η γενικότερη αντίληψη ότι οι καλές φωτογραφίες απαιτούν ακριβή φωτογραφική μηχανή ή ότι ένας καλός φωτογράφος πρέπει να αγοράσει φωτογραφική μηχανή αξίας μέχρι και 5000 ευρώ για να αναδείξει τη δουλειά του» εξηγεί.

«Η αληθινή φωτογραφία δεν έχει σχέση με τον εξοπλισμό, και έτσι αποφάσισα να φτιάξω την φωτογραφική μου μηχανή εγώ. Χωρίς τεχνολογία, ψηφιακή επεξεργασία, αν εγώ έχω καλό αποτέλεσμα, δεν μπορεί κανείς να πει ότι είναι λόγω της ακριβής φωτογραφικής μου μηχανής. Ξεκίνησα από το μηδέν, με δέκα κομματια ξύλο, και ένα φακό του 1940».

Μελετώντας την τέχνη της αμβροτυπίας, κατέληξε στην αγαπημένη του συνταγή, που είναι cadmium bromide και ammonium iodide και η διαδικασία που ακολουθεί διαρκεί περίπου μια ώρα. «Αξίζει να δεις πως είναι να εμφανίζεται μπροστά στα μάτια σου η φωτογραφία, και πως δημιουργείται».

Ενώνοντας τους χημικούς συνδυασμούς του με το κολλόδιο, ο Δημήτριος καλύπτει την επιφάνεια του γυαλιού, δημιουργώντας την πρώτη επίστρωση. Ακολούθως, μπαίνει στο ‘σκοτεινό θάλαμο’, όπου βάζει το γυαλί σε υγρό ασήμι, δημιουργώντας μια φωτοευαίσθητη επιφάνεια. Στη συνέχεια, το βάζει μέσα σε ένα ξύλινο φάκελο, μέρος της κάμερας, το οποίο είναι φωτοστεγανό. Φωτογραφίζει και  ξαναμπαίνει στο σκοτεινό θάλαμο, όπου χρησιμοποιώντας οξύ, κάνει το ασήμι να αντιδράσει, μαυρίζοντας τα σημεία που χτυπήθηκαν από το φως, και αφήνοντας λευκά τα υπόλοιπα, δημιουργώντας ένα αρνητικό αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια, σταματά το οξύ από το να αντιδρά με το ασήμι και προσθέτει το τελευταίο χημικό το οποίο αφαιρεί οποιοδήποτε σωματίδιο ασημιού δεν χρησιμοποιήθηκε. Τέλος, το βερνικώνει από τη μια πλευρά και το ‘ασφαλτώνει’ από την άλλη δημιουργώντας ένα μαύρο φόντο που θα έρχεται σε αντίθεση με το ασήμι, διαγράφοντας τη φωτογραφία. Το φόντο κάνει τις περιοχές του αρνητικού που δεν υπήρχε ασήμι να μαυρίζουν, ενώ εκεί όπου υπήρχε ασήμι δημιουργούνται ανοιχτόχρωμοι τόνοι.

«Πρόκειται για μια πολύ προσωπική διαδικασία καθώς το αποτέλεσμα που δημιουργείται δεν μπορεί να αντιγραφεί ή να υποστεί επεξεργασία. Επέλεξα αυτή την τεχνική γιατί είναι το πιο αληθινό είδος φωτογραφίας και το διακρίνει η διαχρονικότητα, καθώς τα έργα αυτά ζουν για πάντα».

Έτσι, μετά από 15 χρόνια ενεργής απασχόλησης με τη φωτογραφία, ο Δημήτριος, εμφανίζοντας το πρώτο του πορτραίτο με τη δική του φωτογραφική μηχανή και την τεχνική που τον γοήτευσε τόσο, ανακάλυψε που πραγματικά ανήκει.

«Νοιώθω πολύ διαφορετικά τώρα, από το ξεκίνημά μου. Όταν ξεκίνησα μου άρεσε η στιγμή που αποτύπωνα, τώρα με γοητεύει η τεχνική για αυτό πολλές φορές λέω ότι κάνω τεχνική, όχι τέχνη. Μου αρέσει ο έλεγχος που μπορώ να έχω πάνω στην δουλειά μου μέσω αυτής της διαδικασίας και θέλω οι φωτογραφίες μου να μιλάνε μονάχα με το βλέμμα εκείνου που φωτογραφίζω».

Την περισσότερη ζήτηση έχουν τα πορτραίτα με διαστάσεις 20×25, τα οποία είναι πιο βολικά και εύκολα στη διαχείρισή τους, ενώ οι διαστάσεις μπορούν να φτάσουν μέχρι 60×50. Αυτή τη στιγμή, όπως αναφέρει ο ίδιος, υπάρχουν περίπου 2000 wet plate photographers στον κόσμο, που δουλεύουν με τις συγκεκριμένες διαστάσεις.

«Το wet plate photography θεωρείται λαϊκή τέχνη, καθώς δεν υπάρχουν σχολές που να διδάσκουν αυτή την τεχνική» αναφέρει. Οι ίδιοι οι φωτογράφοι που υπηρετούν την τεχνική αυτή συνδέονται και επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω διαδικτυακών φόρουμ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να εξελιχθούν και να βοηθηθούν.

«Αυτό το είδος φωτογραφίας έχει ψυχή. Αιχμαλωτίζει ένα άλλο είδος φωτός που δεν το βλέπουν τα μάτια σου. Εγώ μεταφράζω το πώς φωτίζεται κάποιος από τις υπεριώδης ακτίνες και του το δείχνω μέσα από τη φωτογραφία που θα παραδώσω, κάτι που αλλιώς δεν μπορεί να διακρίνει. Αντίθετα, η ψηφιακή φωτογραφία, δεν μπορεί να αποτυπώσει ούτε την υπέρυθρη ούτε την υπεριώδη ακτινοβολία».

Στα μελλοντικά του σχέδια, είναι το 2020 να τον βρει να ταξιδεύει στην Ευρώπη με ένα αυτοσχέδιο κινητό στούντιο, ένα βαν στο οποίο ενσωμάτωσε ο ίδιος τον εξοπλισμό του και όσα χρειάζεται, φωτογραφίζοντας τοπία και ανθρώπους που θα βρει στο δρόμο του.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Αφήστε μια απάντηση