Γράφει ο Κώστας Μανώλας
Στη διαδρομή της ζωής μας «παίζουμε» τρεις βασικούς ρόλους: του παιδιού, του εραστή και του γονιού. Σ’ αυτό το παιχνίδι, η συντροφικότητα και ο αποχωρισμός είναι εμπειρίες, που προκαλούν συγκίνηση και στο σώμα και στον ψυχισμό, επειδή αφορούν πρόσωπα ή συμβάντα σημαντικά με τα οποία αναπτύσσουμε σχέσεις.
Οι άνθρωποι από φόβο ή ευχαρίστηση δοκιμάζουμε να στριμώξουμε όσο πιο πολύ συντροφικότητα χωράει στη ζωή μας. Την ποιότητα της όμως την καθορίζει ο φόβος του αποχωρισμού. Έτσι όταν συναντάμε τη συντροφικότητα, ο αποχωρισμός μοιάζει και είναι μια προσυμφωνημένη και αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα.
Οι σχέσεις γεννούν προσδοκίες και παράπονα. Αυτοί που εμπιστευόμαστε και αγαπάμε είναι οι υποψήφιοι «Ιούδες». Δημιουργούμε δεσμούς γιατί ελπίζουμε στους άλλους και τους διακόπτουμε όχι γι αυτό που είναι οι άλλοι, αλλά γι’ αυτό που θα θέλαμε να γίνουν και δεν έγιναν.
Με βάση τις σκιερές πλευρές του καθενός μας, στο βιβλίο του ψυχαναλυτικού θεραπευτή- συγγραφέα, Τρύφωνα Ζαχαριάδη, πραγματοποιείται μια διερεύνηση της συντροφικότητας και του φόβου της συντροφικότητας, της εγγύτητας και της απόστασης, της σύνδεσης και της αποσύνδεσης, που, σε κάθε τους εκδοχή, κρύβουν μέσα τους μιαν ελπίδα αγάπης.
Το ενδιαφέρον ίσως στο συγκεκριμένο βιβλίο έχει σχέση με τους τρεις βασικούς ρόλους ζωής που διεκπεραιώνουμε. Δηλαδή το πώς συντροφεύουμε και το πώς αποχωριζόμαστε αντίστοιχα τους ρόλους του παιδιού, του εραστή και του γονιού. Η κατεύθυνσή μας θα έπρεπε να διατηρεί συνάφεια με τη συναισθηματική ωριμότητα, ώστε να καταφέρουμε να συντροφεύσουμε με «υγεία» αυτούς που διαλέγουμε και να αποκτήσουμε την ψυχική αντοχή, όταν χρειάζεται, να τους αποχωρισθούμε. Όμως είναι γνωστό ότι δεν λειτουργούμε με ανάλογες προδιαγραφές. Αφήνουμε πολλά περιθώρια επαφής με σκοτεινά, συχνά εχθρικά συναισθήματα, που καθορίζουν δυσάρεστα τις συμπεριφορές της καθημερινότητάς μας.
Αυτό ονομάζουμε «φυσική ανάγκη», είναι διαφορετικό ως διεκδίκηση στην παιδική ηλικία και άλλο στην ενήλικη ζωή. Πρόκειται για το αυτονόητο αίτημα «του ατελεύτητου, του αιώνιου, του αθάνατου» που ζητά το βρέφος από τη μητέρα του και που «δεν συμφέρει να την αποχωριστεί ποτέ», μια και η αιώνια παρουσία της επιβεβαιώνει την ικανοποίηση των αναγκών του και καλύπτει το αίσθημα της επιβίωσής του.
Αργότερα όταν έρθει κάποιος σε επαφή με την έννοια ή την αίσθηση-φόβο του τέλους ή του θανάτου, συνειδητοποιώντας τη θνητότητα, «παίζει παιχνίδια ουτοπίας» με το συναίσθημά του. Υπόσχεται ότι θα «αγαπά κάποιον για πάντα», λέει «δεν θα σε προδώσω ποτέ» και ελπίζει ότι έτσι θα πουν και θα πράξουν και οι άλλοι. Δηλαδή λειτουργεί με μια συνειδητή ψευδαίσθηση «συνεχούς διάρκειας». Θέλει να πείσει τον εαυτό του για το «μη τέλος».
Τους άλλους τους έχουμε ανάγκη και πρακτικά και συναισθηματικά. Είναι κοινή στην ανθρώπινη φύση η ανάγκη όλων να αγαπηθούν από το «σημαντικό άλλο». Στην βρεφική ηλικία αν δεν με ταΐσουν, δεν με φροντίσουν, θα μαραζώσω και θα πεθάνω. Στην ενήλικη ζωή αν δεν με «ταΐσουν και δεν με φροντίσουν», θα πρέπει να επιβιώσω αυτοφροντιζόμενος. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τριγυρνώ ως ανήμπορο βρέφος γύρω από το «στεγνό στήθος» διεκδικώντας μίζερα ένα «ντάντεμα» που κάποιος αρνείται ή δεν μπορεί να μου το προσφέρει. Η γνώση και η ενεργοποίηση της αυτοφροντίδας είναι το αντίδοτο στο «διαρκές τραύμα».
Στον έρωτα είσαι το αγαπημένο πρόσωπο ή προσδοκάς να αγαπηθείς από τον άλλο, ενώ στο θάνατο η διακοπή της φυσικής παρουσίας του άλλου ματαιώνει την αγάπη του προς εσένα ή την προσδοκία σου να αγαπηθείς στο μέλλον από αυτόν».
Ο ψυχαναλυτικός θεραπευτής Τρύφων Ζαχαριάδης : οι “θεραπευτές των τραυμάτων μας”
Ο ψυχαναλυτικός θεραπευτής Τρύφων Ζαχαριάδης σε πρόσφατη ομιλία του, αναφέρεται στους βαθύτερους λόγους που είναι καλά κρυμμένοι μέσα μας και μας οδηγόυν στην ανάγκη να ικανοποιήσουμε τη φαντασίωση και όχι την πραγματικότητα, έτσι όπως σημειώνει πολλές φορές κατασκευάζουμε λατρευτικά είδωλα στο πρόσωπο των εραστών, που άσκησαν και ασκούν σαγήνη και μέσα από αυτήν εξουσία στη ζωή μας.
Η ποιότητα όμως αυτής της ανθρώπινης συναλλαγής έχει συγγένεια και με το πώς αγαπήθηκε κάποιος ως βρέφος ή πιο απλά με το τι έχει περισσέψει από την αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση με τους πρώτους «άλλους», τους γονείς. Ανάλογα με αυτό το «περίσσευμα», αρκετές φορές βαφτίζουμε αγάπη τη συνήθεια, το φόβο της μοναχικότητας, το άγχος ένταξης στο κοινωνικό «πρέπει», την ανασφάλεια ή κάποια μορφή εξάρτησης.
Γι’ αυτό μια «συντροφική σχέση» μπορεί να στηρίζεται σε λαθεμένες ανάγκες, ενώ ένας χωρισμός να αποτελεί ασυνείδητη έκφραση ενός φόβου για την εγγύτητα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν.
Η αυτοφροντίδα είναι ο πυρήνας της ωριμότητας και έχει διάφορες εκφάνσεις. Μια διάστασή της έχει σχέση με την ψυχολογική προετοιμασία μας από τους γονείς, να τους αποχωριζόμαστε. Μια άλλη είναι να αντέξουμε εμείς ως γονείς να διευκολύνουμε τα παιδιά μας να μας αποχωριστούν… Αυτή είναι η έντιμη φροντίδα προς τη ζωή και τη συνέχειά της!
Απόσπασμα από το βιβλίο Συντροφικότητα Αποχωρισμός:
“Συμβαίνει τις περισσότερες φορές τα άτομα να χωρίζουν θυσιάζοντας τη δυνατότητα για σχέση στο βωμό μιας επιθυμητής παρασιτικής συντροφικότητας, που απογοήτευσε.
Αναμφίβολα οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων αντανακλούν την εναγώνια προσπάθειά τους να καλύψουν τα μείον της ζωής τους, που είναι όμοια σχεδόν με των άλλων. Διεκδικούν την αγάπη ή την υφαρπάζουν δημιουργώντας σχέσεις υποχρέωσης.

Σχεδόν υπεραπλουστευμένα, θα λέγαμε ότι οι άνθρωποι για παρηγοριά καθώς και από ένστικτο, αναζητούν συντρόφους, ώστε να δικαιώσουν την ανάγκη να αγαπήσουν και να αγαπηθούν και αντιπάλους για να μισήσουν και να μισηθούν. Τις περισσότερες φορές και τα δύο συναισθήματα συναντώνται αμφιθυμικά στο ίδιο πρόσωπο. ΤΟ ΙΔΙΟ άτομο λατρεύεται με το καταλυτικό πάθος του «ωσαννά» και απομυθοποιείται αντίστοιχα με εκείνο του «σταύρωσον αυτόν». Δοξάζουμε τον Άλλο αναγεννώντας τα συναισθήματά μας και τον κατακρημνίζουμε δοκιμάζοντας να αφανίσουμε τα συναισθήματά μας γι’ Αυτόν.
Τα συναισθήματα που δημιουργούνται για τον άλλο μας «ζωντανεύουν» όταν στο αντίκρισμα τους υπάρχει αποδοχή και τα ίδια μας «νεκρώνουν» επειδή νοιώθουμε ότι μας απορρίπτουν και μέσω αυτή της απόρριψης για μια ακόμη φορά μας καθρεφτίζουν την ανεπάρκειά μας. Οι άνθρωποι αναπτύσσονται στο μεταίχμιο της αγάπης και του μίσους!”
