Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης έχει την τάση να χάνεται μέσα στο πολύβουο πλήθος της πόλης που τόσο αγαπά και να παρατηρεί μύχιες λεπτομέρειες των ανθρώπων που μπορούν αργότερα να αποτελέσουν κάποια από τα χαρακτηριστικά των ηρώων του. Αν τον συναντήσεις από κοντά στα γνώριμα πνευματικά στέκια της πόλης που συχνάζει, θα γνωρίσεις μια ολοκληρωμένη πνευματική φυσιογνωμία, ένα κράμα καλλιέργειας, γαλλικής κουλτούρας, ρεμπέτικης ιστορίας, αλητείας, σεβασμού στις μεγάλες προσωπικότητες της πόλης, άσβεστου δημοσιογραφικού ζήλου (35 χρόνια δημοσιογραφική εμπειρία, 16 από τα οποία καθημερινό χρονογράφημα, εκεί στη δεύτερη σελίδα της εφημερίδας «Θ») και καταλυτικού χιούμορ που σε παρασέρνει στις πιο όμορφες διαδρομές της πόλης. «Με βάζετε σε πειρασμό, παρά την ηλικία μου».
Ένα λεωφορείο γραμμής με 19 στάσεις που μεταφράζονται ως σταδιακές στάσεις της ζωής του συγγραφέα, από την παιδική έως την ενήλικη ζωή αποτελούν το θέμα του βιβλίου του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, «Λεωφορείο.19 Στάσεις».
– Κύριε Σκαμπαρδώνη, πρόκειται για μια βιογραφία;
Το βιβλίο στηρίζεται στο ότι παίρνω το λεωφορείο Νο 10 της γραμμής Χαριλάου-Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός και γράφω από κάθε στάση τι θυμάμαι, τι σκέφτομαι, τι επινοώ και φαντάζομαι. Είναι μια ελλειπτική, αποσπασματική βιογραφία η οποία διαπλέκεται ρευστά, δυναμικά, αυθαίρετα, επιλεκτικά με την αντίστοιχη ζωή της πόλης και τις μεταλλάξεις της.
-Η Θεσσαλονίκη έχει αλλάξει, μεταβάλλεται στο πέρασμα του χρόνου, χάνει, κερδίζει στοιχεία. Τι έχει μείνει απαράλλαχτο για εσάς και τι έχει χαθεί για πάντα;
Όλα χάνονται για πάντα, κάθε δευτερόλεπτο. Το κάθε τι αλλοιώνεται απ’ τον χρόνο, την φθορά και την διαρκή αναγέννηση. Όμως ενυπάρχουν ως αντανακλάσεις όσα έχουμε ζήσει, βιώσει σκεφτεί, αντιληφθεί, ή φαντασιώσει μέσα στην μνήμη που και αυτή μεταβάλλεται διαρκώς – ε, από εκεί και πέρα κάποια απ’ αυτά τα ορυκτά, επεξεργασμένα, αφαιρετικώς συνδεδεμένα, απρόβλεπτα και ρευστά δημιουργούν ένα μετα-δρομολόγιο, ένα μετα-λεωφορείο, που εν προκειμένω είναι αυτό το βιβλίο.
– «Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη», είναι η πρώτη γραμμή του βιογραφικού του σημειώματος που διαβάζουμε. Είναι ένα βιβλίο για γηγενείς;
Κάθε συγγραφέας, ή ποιητής γράφει μεν για την πόλη του, αλλά αφού την έχει πρώτα αισθητικοποιήσει. Πρόκειται για το μετείκασμα μιάς πόλης στο λογοτεχνικό Αντιπέραν, εκείθεν την όντως πόλεως, της πραγματικής. Είτε είναι η Αλεξάνδρεια του Καβάφη, είτε η Χαλκίδα του Σκαρίμπα, είτε η Σκιάθος του Παπαδιαμάντη, η Ζάκυνθος του Κάλβου, και πάει λέγοντας. Η γεωγραφία παίζει πάντα μικρό ρόλο. Μάλλον είναι πρόσχημα, πρωτογενές υλικό που μεταστοιχειώνεται σε μιάν άλλη, λογοτεχνική, αυτόνομη μετα-πολιτεία με δική της τοπική αυτοδιοίκηση.
– Η πόλη μας παρουσιάζεται εκ νέου μέσα από τα βιώματα και τις περιγραφές σας στις 19 στάσεις του λεωφορείου. Γνωρίζουμε, όμως, επαρκώς την πόλη που ζούμε;

– Κουβαλάτε πολλαπλές ταυτότητες: γραφιάς, παθιασμένος δημοσιογράφος, διηγηματογράφος, συγγραφέας, σεναριογράφος, δεινός κολυμβητής και ζωόφιλος. Τι δηλώνουν;
Εγώ κατά βάση, από μικρός, ήθελα να παίξω αριστερό εξτρεμάκι στην Γιουβέντους. Δεν κατάλαβα πως ήρθαν έτσι τα πράγματα. Ίσως υπήρχε μια βαθύτερη μοίρα, ακατανόητη. Κάποιος σκοτεινός ζήλος που σιγά-σιγά έγινε επίγνωση, στάση. Κάποιο ακούσιο πάθος, μεταλλασσόμενο. Διάφορες ροπές, με μια κυρίαρχη, το γράψιμο, ως αγκούσα, ως χροιά, ένας ψαχτός προσανατολισμός στο σκότος. Κάτι ένδον, ακατανίκητο. Δεν ξέρω.
– Οι περισσότεροι ήρωές του κρύβουν μια απίστευτη δύναμη για ζωή, ξαναγεννιούνται από τις στάχτες τους, αγωνίζονται, κρατιούνται από ένα «θέλω να ζήσω». Είναι ένα χαρακτηριστικό που επιθυμείτε να τους το προσδίδετε απλόχερα;
Η ζωή μας προσφέρει τα πάντα. Αλλά είναι δικό μας θέμα να δρέψουμε όσα μπορούμε. Παρά τις δυσκολίες, τα βάσανα, την φθορά, την απώλεια, κάθε μέρα που ξημερώνει είναι ένας Παράδεισος. Και ίσως είναι η τελευταία. Αυτή η γνώση δίνει πάντα άλλο νόημα. Κάθε δευτερόλεπτο έχει την υπεραξία του – αυτό το νιώθει, το βλέπει κανείς ξεκάθαρα όταν ζει κοντά στη φύση και την παρατηρεί. Αν ξεχαστείς στο smart, τότε χάνεται κάθε αίσθηση. Μ’ αυτή την λογική εμπνέω συχνά και κάποιους μου ήρωες, χωρίς να το λένε, βέβαια. Το περιέχουν σιωπηρά, παθιασμένα, και συχνά κατέχουν την παράλληλη, διπλή όραση, την βαθιά ειρωνεία μαζί με το δέος.
Πολυγραφότατος και βραβευμένος με έντεκα συλλογές διηγημάτων, πέντε μυθιστορήματα, το σενάριο της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος», σε συνεργασία µε τον σκηνοθέτη και πλήθος βραβείων για τη συγγραφική του ιδιότητα στο ενεργητικό του.

-Τι σημαίνει για εσάς καταξίωση;
Αυτό που μου δήλωσε μια κυρία στην Κατερίνη: «Α, είστε ο κύριος Σκαμπαρδώνης; Έχω ακούσει να λένε πολλά καλά λόγια εις βάρος σας». Ή, μια άλλη κυρία που μου είπε: «Εξαιτίας του βιβλίου σας έκαψα τα ρεβίθια».
Με «βαρέα ανθυγιεινά» στα σημαντικότερα έντυπα της πόλης, 35 χρόνια στην εφημερίδα «Μακεδονία», διευθυντής στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», υπήρξε εμπνευστής και πρωτεργάτης σημαντικών πολιτιστικών περιοδικών. Βιώνουμε την πιο κρίσιμη εποχή των ΜΜΕ και της είδησης;
-Ως φωτεινός πρόεδρος της ΕΡΤ3 που αποδίδετε το γεγονός ότι το κοινό της πόλης γυρίζει την πλάτη του στο μέσο αυτό αλλά και σε άλλα τοπικά, όπως στη Δημοτική Τηλεόραση;
Το κοινό κάθε πόλης έχει πάντα κάποιες ευθύνες. Ο καθείς μας προσωπικά έχει πάντα ευθύνες. Αλλά τις περισσότερες τις έχουν εκείνοι που διευθύνουν τα ΜΜΕ και οι εργαζόμενοι σε αυτά. Ο πελάτης δεν έχει πάντα δίκιο, αλλά τις περισσότερες φορές. Σκεφθείτε ότι αυτή την στιγμή οι Σέρρες, η Καβάλα, και άλλες πόλεις της περιφέρειας έχουν από πέντε τοπικές εφημερίδες η καθεμιά, με μία τουλάχιστον καλή. Αλλά και στην Αθήνα, λίγες είναι οι εφημερίδες που αξίζουν. Παντού τα πάντα. Να μην ψάξουμε κι άλλους παράγοντες όπως το Ίντερνετ και λοιπά.
-Ως πνευματική προσωπικότητα της πόλης συχνά χαιρετίζει εγκάρδια νέους συγγραφείς χωρίς ίχνος υπεροψίας. Η αποδοχή νέων συγγραφέων είναι κάτι που έχετε δεχτεί απλόχερα και έτσι το μεταδίδετε;
Προσωπικά χαίρομαι βαθιά όταν εμφανίζονται νέοι, ταλαντούχοι συγγραφείς και ποιητές. Ενθουσιάζομαι. Παίρνω φόρα. Συγκινούμαι. Απολαμβάνω τα κείμενά τους. Εγώ προσπάθησα να διδαχτώ με κάθε τρόπο, προσέγγισα και αφουγκράστηκα με δέος και σεβασμό όλους σχεδόν τους παλιούς. Κι όχι μόνο γραφιάδες, αλλά και ζωγράφους και μουσικούς, και κινηματογραφιστές και έξοχους καθηγητές. Για να κόψω δρόμο. Να αποφύγω τα μεγάλα λάθη. Διδάχτηκα επίμονα, ταπεινά, υπομονετικά. Κι όχι τόσο το γράψιμο καθεαυτό, αλλά τους διαφορετικούς τρόπους όρασης. Την πολλαπλή, πυρετική όραση. Το ψάξιμο. Το διάβασμα. Την αναζήτηση. Την ακοή. Τον συγχρωτισμό. Την όσφρηση επί του πεδίου. Και την ανελέητη αυστηρότητα. Στον βαθμό που μπόρεσα, βέβαια, γιατί όλα αυτά δεν έχουν τέλος. Το γράψιμο είναι η τελευταία φάση της γραφής κι όχι η πρώτη, ούτε η δεύτερη.
Αμετανόητος γραφιάς αλλά και βαθύς γνώστης της Ιστορίας με ιδιαίτερη λατρεία στη βυζαντινή, θα πουν γι’ αυτόν οι κοντινοί του άνθρωποι.
-Αν γράφατε ένα άρθρο για τα τρέχοντα καίρια ζητήματα της επικαιρότητας, όπως το μακεδονικό, τι τίτλο θα είχε;
Είμαι πλέον ένας Βορειοελλαδίτης Νοτιο-Μακεδών της Ανατολής, δυτικά της λύπης, που θα έλεγε κι ο Ελύτης.
