σε , ,

Η Φιόνα μου, που έφυγε σαν σήμερα…

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια κούκλα

*Το παρακάτω κείμενο είναι απόδοση του γράμματος με το οποίο η Γεωργία αποχαιρετούσε δημόσια την κουκλίτσα της (στο διαδίκτυο πάρα πολλοί άνθρωποι της είπαν αντίο, είτε τη γνώρισαν από κοντά είτε όχι) καθώς και κάποιων συνομιλιών που κάναμε μαζί, όλο αυτό το διάστημα.

Η Φιόνα έφυγε σαν σήμερα 22 Μαΐου, ακριβώς έναν χρόνο πριν.

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια κούκλα.

Το όνομα της ήταν  Φιόνα  από τη μέρα που γεννήθηκε, απλά το μάθαμε αργότερα και οι δυο. Δεν γνωριζόμασταν μα ένα ήταν σίγουρο. Θα ανταμώναμε  πολύ γρήγορα …

Αυτή η ΚΟΥΚΛΑ ήταν γάτα! Περπατούσε σαν σταρ και έπλενε τη γούνα της νωχελικά κάτω από τον ζεστό ήλιο. Ήταν η ψυχή μου, αλλά ίσως να μην τη συναντούσα ποτέ αν δεν είχε το ατύχημα.

Η κούκλα έσπασε στα δυο, ένα σκυλί την δάγκωσε στη ράχη, και έτσι η Φιόνα σερνόταν παράλυτη στους δρόμους για  20 μέρες. Η φίλη μου η Δήμητρα ήταν που τελικά την βρήκε σε ένα δημόσιο κτίριο, να κρύβεται πίσω από μηχανάκια κι αυτοκίνητα. Και μου τη χάρισε! Την πήρα στην αγκαλιά μου και δεν την άφησα ποτέ.

(Η 1η φωτογραφία που έβγαλε η Φιόνα στο κτηνιατρείο. Το βλέμμα της φοβισμένο ακόμη…)

Δεν δένομαι με τα ζώα, γιατί όταν πέθανε η σκυλίτσα μου, πόνεσα πολύ. Κάθε φορά που μου ζητούσαν να αναλάβω κάποιο, αρνιόμουνα, όμως για την Φιόνα, άκουσα τον εαυτό μου να λέει ναι. ’Ετσι απλά με εκείνα τα μάτια της, μπήκε αμέσως στην καρδιά μου.

Έγινα πάλι παιδί. Και φρόντιζα την σπασμένη κούκλα μου, και την έπλενα, και εκείνη με κοίταζε όλο στα μάτια.

Γιατί εγώ πλέον της χτένιζα την όμορφη γούνα της …

Σχεδόν αμέσως έγινε κάτι πολύτιμο για μένα, και δεν αντέδρασα σε αυτό που ένιωθα γιατί είχα πια ξανά το δικαίωμα να αγαπήσω ένα ζώο!

Η Φιόνα πάντα ήθελε αγκαλιά. Άπλωνε τα ποδαράκια της,έτσι σα να ζητούσε ντροπαλά την άδεια να ανέβει πάνω σου!

Η κούκλα μου με περίμενε κάθε μέρα να γυρίσω από τη δουλειά. Πλέον δεν πήγαινα πουθενά , έπρεπε να επιστρέψω  γρήγορα κοντά της γιατί ήταν ανήμπορη και έπρεπε να τη φροντίσω:Αντίκριζα το στρογγυλό, γελαστό κεφαλάκι της να τεντώνεται για να μπορέσει να με δει καθώς κλείδωνα την πόρτα και με την τσάντα μου ακόμα κρεμασμένη στον ώμο, της άδειαζα την κύστη. Αυτή η στιγμή ήταν τόσο σπουδαία για μένα γιατί το  έβλεπα που ανακουφιζόταν και χαιρόμασταν και οι δύο!

(η Φιόνα συνομιλεί στο ίντερνετ μ’έναν φίλο της!)

Της άρεσε να της τραγουδάω, όμως πρόσεξα πως δεν ήθελε να ακούει το τραγούδι της Αρλέτας «ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου, θα’σαι πάντα δικός μου, θα είμαστε πάντα μαζί, και δεν θα μου λείπεις, γιατί θα είναι η ψυχή μου, το τραγούδι της ερήμου που θα σ‘ακολουθεί»…

Δεν το ήθελε, γιατί η φωνή μου γινόταν τότε λυπημένη, όταν σκεφτόμουν ότι κάποτε θα κάνει το γύρο του κόσμου, και δεν θα είμαστε μαζί στο μεγάλο καράβι!

Όμως αυτή η μέρα ήταν ακόμα πολύ μακριά.

(Η Φιόνα με το καροτσάκι της  και το παμπερ της. Με παράλυτο το κάτω μέρος του κορμιού της, είχε ακράτεια)

Όταν ένας από τους πολλούς γιατρούς που πήγα τη Φιόνα  μου είπε ότι δεν είναι ποιότητα ζωής αυτή, δεν μπόρεσα να του εξηγήσω γιατί δεν άξιζε στο κορίτσι μου η ευθανασία.Το ήξερα εγώ κι αυτό μου έφτανε.

Έπρεπε να δει ότι της άξιζε να τη φροντίζουν. Ότι δεν της έπρεπε να σέρνεται στους δρόμους και να γεμίζει πληγές, ότι δεν θα ζητιάνευε πια το φαΐ που ποτέ δεν περίσσευε για εκείνη, μα θα είχε δικές της τις πιο ακριβές κροκέτες που κυκλοφορούν στην αγορά.

Έπρεπε να δει ότι υπάρχουν άνθρωποι και ζώα που θα μπορούσαν να την βάλουν πολύ βαθιά  στην καρδιά τους και να την κάνουν να νιώσει μοναδική και όμορφη!

Απέκτησε αδέρφια και έπαιζε μαζί τους, μπορούσε να κυνηγήσει τις ουρές τους, μπορούσε να αγκαλιάζει κουκλάκια και μπαλάκια, μπορούσε ακόμα και να ξύνει τα νύχια της!

(Πάνω, η Φιόνα με την τυφλή Θέκλα. Έφυγαν με διαφορά μιας μέρας…)

(Η Φιόνα πλένει τον Χιμπατζή)

Και μας έγινε απαραίτητη, και κάθε βράδυ κουβεντιάζαμε και της τραγουδούσα. Τον τελευταίο καιρό θα ορκιζόμουν ότι προσπαθούσε να τραγουδήσει κι αυτή…

Όταν την έπιασε εκείνο το κρύωμα, δεν την αφήσαμε μόνη της λεπτό. Κανονίσαμε με την κόρη μου τη Ζωή και άλλαξε το πρόγραμμα της και έβγαινε όταν ήμουν εγώ σπίτι. Έρχονταν οι φίλοι της εδώ να τη δουν, και μου έστελνε βιντεάκια όταν ήμουν στη δουλειά για να τη βλέπω.

Ώσπου  δυο βράδια πριν φύγει, η Φιόνα αρνήθηκε να φάει. Την τάισα με σύριγγα και κατάλαβα ότι έρχεται το τέλος. Η Σύλβια, η πρώτη και τελευταία γιατρός που την είδε, μου είπε ότι κανονικά έπρεπε να την κρατήσει για νοσηλεία αλλά η Φιόνα ήταν τόσο δεμένη μαζί μου που δεν θα το άντεχε  Έτσι κανόνισα την άλλη μέρα να έρθει γιατρός σπίτι. Όμως τη νύχτα τη κουκλίτσα μου έπεσε σε κώμα… Την βάλαμε με την Ζωή μου στη μέση και έκλεισα τα μάτια μου. Το πρωί πριν φύγω για δουλειά ζούσε, την τάισα με πολύ κόπο αλλά δεν κατάπινε, ξάπλωσε, τη σκέπασα κι έφυγα.

Επιστρέφοντας, ήθελα όσο τίποτε να δω πάλι το μουτράκι της να με υποδέχεται στη πόρτα…Αλλά αυτή την φορά ήταν ξαπλωμένη σαν να κοιμόταν, τόσο γαλήνια! Η Ζωή την αγκάλιαζε, δεν είχε φύγει καθόλου από κοντά της όλο το πρωί…

Της μίλησα πολλές φορές, για να ξυπνήσει – «Ήρθα, Φιόνα! Ήρθα!! Εγώ είμαι, ναι!!!»

Αλλά η κουκλίτσα μου, το κορίτσι μου, είχε φύγει. Η ψυχούλα της είχε πετάξει.

Το απόγευμα την έβαλα στην κόκκινη γατοφόρο, εκείνη με την οποία την πρωτοέφερε στο σπίτι μου η Δήμητρα… Και την ξαναπήγα στην Σύλβια που εξέτασε το ταλαίπωρο κορμάκι της, χωρίς πια η Φιόνα να πονάει η φοβάται…

Το πόρισμα; Όχι,τελικά δεν έφταιγε το ατύχημα…Η Φιόνα είχε καρδιακή ανεπάρκεια.

Ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν. Η βουλωμένη της μύτη, τους τελευταίους δύο μήνες… Ο ορός που έπρεπε να της βάζω και δεν καθόταν (με τρόπο τον έβαζα στο στόμα μου και την ώρα που τη φίλαγα της το έχωνα στη μύτη). Τα δερματικά. Οι εξετάσεις. Μα ναι, οι εξετάσεις! Καθαρές, ΟΛΕΣ καθαρές, αλλά η Φιόνα δεν καλυτέρευε. Ούτε ένας γιατρός δεν ψυλλιάστηκε ότι είναι η καρδιά της, τους ρωτούσα «τι έχει;» και κουνούσαν του ώμους. Κανένας δε σκέφτηκε ότι χρειαζόταν να κάνουμε υπέρηχο. Κι εκείνη πάνω στο εξεταστήριο να με ακουμπάει με το πατουσάκι της και να μη παίρνει τα μάτια της από πάνω μου μέχρι να φύγουμε…

Ένιωθα οργή αλλά όσο περνούσε ο καιρός μέσα στα δάκρυα κατάλαβα πως έτσι έπρεπε να γίνει… Ακόμα κι αν βρίσκαμε την ασθένεια της θα έπρεπε να παίρνει ένα ειδικό φάρμακο για να ουρεί συνέχεια. Αυτό πρακτικά ήταν αδύνατον να γίνει μιας και δεν θα μπορούσα να της αδειάζω πιο συχνά την κύστη. Επίσης με τους υπερήχους, τις εξετάσεις και τα φάρμακα, η Φιόνα θα στρεσαρίζονταν, θα πειράζονταν τα ήδη ευαίσθητα νεφρά της και θα πέθαινε πιο γρήγορα. Η πορεία της ήταν λοιπόν προκαθορισμένη από την αρχή. Έτσι έπρεπε να γίνει,παρηγορω τον εαυτό μου. Να μην βρούμε την ασθένεια της, και να φύγει ήρεμη,προδομένη τελικά από μια καρδούλα που την είχε ευαίσθητη εκ γενετής…

Και τώρα την ψάχνω, και δεν είναι πουθενά. Κλαίω ,όπως όταν ήμουν μικρή και μου είχαν πάρει την κούκλα μου!

(Η κούκλα και οι κούκλες της)

Αν και ώρες-ώρες συμβαίνει να την  νιώθω έντονα κοντά μου. Κι αυτό μου δίνει κουράγιο.

Δεν είναι σε κανένα από τα δυο κρεβάτια, ούτε στον καναπέ, ούτε στο μπάνιο ούτε στην κουζίνα που τρώγαμε παρέα. Ο Παππούλης, ο κοκκινοτριχης γάτος που της είχε αδυναμία, την ψάχνει ακόμη από δωμάτιο σε δωμάτιο.

‘Ομως η Φιόνα μου τώρα τρέχει στον ουρανό, χωρίς να έχει ανάγκη το καροτσάκι! Τρέχει μαζί με το άλλο φιλαράκι της, τον Γορίλα και πιο κει η Θέκλα τους βλέπει με τα νέα της μάτια και τους καμαρώνει.

Κι εγώ με το να τους φαντάζομαι έτσι,σταματώ να κλαίω. Χαμογελώ και πηγαίνω να ταϊσω τις γάτες μου.

Εκείνες τις γάτες μου που είναι ακόμα εδώ.

Και με χρειάζονται.

***

-Την επομενη μέρα μετά τη Φιόνα, έφυγε κι η Θέκλα, η τυφλή φιλενάδα της. Νεφρική ανεπάρκεια. Τραγική ειρωνεία.

-Ο Χιμπατζής το καθυστέρησε όσο μπορούσε, αλλά δεν άργησε να τις ακολουθήσει, χτυπημένος απόοξεία θρομβοεμβολή. Η Ζωίτσα τον είχε χαϊδεμένο και τον θρήνησε αφάνταστα πολύ.

-Η Γεωργία (Φωκιανού) συνεχίζει να σώζει ζωάκια από τους δρόμους των Αθηνών. Έχασε κι άλλα από αυτά, στο ενδιάμεσο… Όποιος θέλει και μπορεί να την βοηθήσει, υιοθετώντας ένα ή και παραπάνω, μπορεί να την βρει στο fb. Ανεβάζει ποστ τους, καθημερινά.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote