Σήμερα, ο Παναγιώτης Μπλάνος από το Βέλγιο
Στο προηγούμενο άρθρο μου για την εστίαση στο Βέλγιο εδώ Οι Ξενιτεμένοι: Ζώντας στο Βέλγιο εκτίμησα την ελληνική εστίαση – Μικροπράγματα (lifo.gr) «έδωσα πόνο» στο να δείξω τη διαφορά νοοτροπίας που υπάρχει εδώ (επί τα χείρω), σε σχέση με την Ελλάδα.
Σε αυτό το άρθρο, θα ήθελα να φανώ πιο συγκαταβατικός με αυτόν το λαό, σε σχέση με μια άλλη συνιστώσα των διατροφικών του συνηθειών, που είναι η σχέση του με το τάπερ. Όσα θα πω, εν πολλοίς συμβαίνουν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, απλώς εγώ μπορώ να μεταφέρω μόνο την εμπειρία από το Βέλγιο, όπου ζω.
Η ρουτίνα του ωραρίου εργασίας στο Βέλγιο ενέχει κάτι πολύ πιο υγιεινό, σε σχέση με την Ελλάδα, τουλάχιστον στον ευρύτερο δημόσιο τομέα της και σε σημαντικό μέρος του ιδιωτικού: το διάλειμμα για μεσημεριανό φαγητό (lunch break). Στην Ελλάδα, ορίζοντας ως «στάνταρ» ωράριο το 7.00-15.00, οι οργανισμοί αποφεύγουν επιμελώς οποιαδήποτε φροντίδα για μεσημεριανό φαγητό, συμβάλλοντας σε μια διόλου ωφέλιμη συνήθεια για τους/τις εργαζόμενους/-ες: το να τρώνε το μεσημεριανό αργά (4μμ, μετά την επιστροφή στο σπίτι) και το βραδινό πολύ αργά (9 το βράδυ ή και αργότερα). Πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι εδώ συνήθειες ως προς αυτό είναι υγιεινότερες. Η καθ’ ημάς ανθυγιεινότερη να τρώμε αργά μέσα στη μέρα οπωσδήποτε συμβάλλει στα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας και της εξ αυτής νοσηρότητας.
Οι οργανισμοί και επιχειρήσεις, εδώ στο Βέλγιο, λοιπόν, ενσωματώνουν συχνά προϋποθέσεις περί το μεσημεριανό διάλειμμα. Το διευκολύνουν, το ενθαρρύνουν, το θεσμίζουν. Πρόβλεψη του διαλείμματος στο ωράριο του προσωπικού, εστιατόρια / καντίνες μέσα στα κτήρια, κουζινάκια με φούρνους μικροκυμάτων και ίσως άλλες ευκολίες ανά ομάδα γραφείων, και φυσικά η σφύζουσα βιομηχανία εστίασης πέριξ των χώρων δουλειάς.
Μέσα σε αυτήν την κουλτούρα, βρίσκει τη θέση του και το τάπερ. Όχι ακριβώς το της επιδείξεως τάπερ της ελεγκτικής Ελληνίδας μάνας με το ύπουλα κυριαρχικό, συγχωνευτικό, ελεγκτικό παστίτσιο (που συχνά συσσωματώνεται με όγκο πάγου από την Κρητιδική περίοδο της κατάψυξής μας), αλλά ένα διαφορετικό τάπερ. Πιο ανάλαφρο, πιο ελευθεριακό, με λιγότερη ποσότητα φαγητού, με λιγότερες θερμίδες, για να μπορείς μετά από αυτό να συνεχίσεις να δουλεύεις και όχι να πέφτει το σώμα σε safe mode minimum λειτουργίας – μουμιοποίησης σαν τον Τουταγχαμών τον ΙΒ’ ταριχευμένο πάνω από το πληκτρολόγιο- για να αντέξει την υπερσυσσώρευση αίματος στο στομάχι, προς εκτελωνισμό της μαμαδίστικης μπάμιας-πατάτες, που τσιγαρίστηκε με νοιάξιμο σε γαλόνια αγνού παρθένου ελληνικού ελαιόλαδου «γιατί δεν ξέρετε να φάτε οι νέες και όλο με ξεροφαγίες τη βγάζετε και γι’ αυτό δεν θα βρεις ποτέ άντρα (και λοιπό παραλήρημα)».
Το τάπερ του Βέλγου και της Βελγίδας κουβαλάει αυτήν την περήφανη αυτεπιστασία του «έκατσα και μαγείρεψα για να έχω να φάω στη δουλειά» ή τουλάχιστον «φρόντισα εγώ να αγοράσω το φαγητό μου και το έβαλα σε ένα τάπερ που εγώ θα πλύνω επιστρέφοντας στο σπίτι μου».
Το βελγικό τάπερ μπορεί να ζεσταθεί σε ένα φούρνο μικροκυμάτων και το περιεχόμενό του να φαγωθεί είτε κατά μόνας είτε μαζί με συναδέλφους. Αυτό καταδεικνύει ήδη ορισμένο μεγαλείο. Στην Ελλάδα, δεν έχει ωριμάσει ακόμα αυτή η κουλτούρα του να βγάλουμε όλοι/ες τα τάπερ και να φάμε μαζί. Στη σκέψη αυτή, θα μας κατατρύχει ο πληνάδελφος που ενδεχομένως θα σχολιάσει τη «μικροαστίλα» του τάπερ, το λιπιδαιμικό δείκτη του περιεχομένου του, το πόσο vintage είναι η μάρκα του ή πόσες μπούκλες είχε η Φάρα Φόσετ όταν γινόταν η επίδειξη τάπερ όπου αγοράστηκε. Θλιβερά απορροφημένοι από τις κακές συνήθειες τού να τρώμε σουβλάκια στις 10 το βράδυ, θεωρούμε στην Ελλάδα μικροαστικό το τάπερ του νωρίς μεσημεριανού στις 12.30. Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά.
Χαίρεσαι να τους βλέπεις εδώ ακομπλεξάριστους, ακόμα και μάνατζερς περιωπής, να ενδίδουν απενοχοποιημένα στο τάπερ, στα υπέροχα πάρκα τους, σε παγκάκια, αγναντεύοντας τις πάπιες να κάνουν μπούλινγκ στα παγώνια. Είναι στάση ζωής. Σου λέει, τώρα είμαι στην ιδιωτική σφαίρα, τρώω όπου θέλω, με το ξύλινο πηρούνι μου. Δεν θα με σχολιάσεις εσύ, που βόλεψες την κρίση στο να πληρώνει ο μπαμπάς σου τη ΔΕΗ. Θα σέβεστε, που είπε και μια ψυχή!
Το τάπερ αντανακλά και μια άλλη νοοτροπία, αυτό που εδώ οι άνθρωποι πιάνουν λιγότερο χώρο από εμάς στην Ελλάδα. Αυτό το compact είναι παντού. Εμείς όπου πάμε καταλαμβάνουμε ιμπεριαλιστικά σαν γνήσιοι αποικιοκράτες το χώρο, είτε είναι παραλία είτε καφετέρια είτε πατρικό. Απλωνόμαστε, βρε παιδί μου. Από εδώ η τσάντα, από εκεί το κινητό με τα χαϊμαλιά, παραπέρα τα κλειδιά με μπρελόκ δεκαπλάσιο του όγκου των κλειδιών καθαυτών, τσάντες από το σούπερ μάρκετ, τσάντες με ρούχα, η κουνιάδα μου, κάτι χαρτάκια Υπέρ Υγείας για τον εσπερινό κλπ. Στο δε φαγητό, το μέσο ελληνικό τραπέζι ποτέ δεν φτάνει για τα πολλά και τεράστια πιάτα. Ποτέ όμως.
Εδώ τα τραπέζια στα μαγαζιά είναι πιο κοντά μεταξύ τους και δεν άγχεσαι ότι έχουν στήσει αφτί οι διπλανοί για να στείλουν το report των 8 στη μάνα. Οι καρέκλες είναι πιο μικρές (και άβολες παράλληλα, μην το ξεχνάμε), αλλά και γιατί οι άνθρωποι είναι κατά μέσο όρο λιγότερο ογκώδεις. Το φαγητό είναι λιγότερο υπερπαραγωγή και συνήθως είναι σε ένα πιάτο (δεν πολυμοιράζονται – όπως τους λέω, «δεν τρώτε μαζί, τρώτε παράλληλα»). Επομένως, το τάπερ εναρμονίζεται πλήρως με τη λογική compact. Το τάπερ μπαίνει σε τσάντες, σε καλάθια ποδηλάτων, σε χαρτοφύλακες. Βγαίνει χωρίς τύψεις, σαν την αναδυομένη του Μποτιτσέλι, για να σηματοδοτήσει πολύ ευχάριστα το διάλειμμα. Δεν κουβαλάει καμία ενοχή. Σχεδόν πουλιέται.
Άντε κάνε το αυτό στο γραφείο στην Ελλάδα, όταν οι άλλοι γύρω θριαμβικά ανοίγουν τη σακούλα του ντελίβερυ με τη νωτισμένη ημιπλαστική χαρτοπετσέτα, σχεδόν οικτίροντάς σε για το μη-πάμφρεσκο του γεύματός σου, απορώντας βέβαια μετά γιατί τέλειωσε ο μισθός πριν τελειώσει ο μήνας «αφού δεν πολυβγαίνουμε».
Να τα λέμε και τα καλά τους λοιπόν εδώ στη Ντεζολοχώρα (το désolé ίσως πρέπει να γίνει εθνική λέξη εδώ, το ανέλυσα στο προηγούμενο άρθρο) και να ξαναδούμε τη σχέση μας με αυτήν την τεράστια εφεύρεση που λέγεται τάπερ, μακριά και ανεξάρτητα από τον άγιο ελληνικό οικογενειακό διατροφικό -και όχι μόνο- ομφάλιο λώρο. Να απενοχοποιήσουμε περισσότερο την καλή συνήθεια αυτής της πρόβλεψης αποθέματος, της μέριμνας και αυτοφροντίδας που αυξάνει τον αυτοσεβασμό, ανακουφίζει τον προϋπολογισμό, υπονομεύει σταθερά τα παχάκια και τελικά απελευθερώνει.
Και να απαιτήσουμε από τα εργασιακά μας περιβάλλοντα τις ανάλογες ευκολίες. Φουρνάκια μικροκυμάτων και όχι μόνο καφετιέρες. Λευτεριά στο τάπερ!
***
*Αν είστε κι εσείς Ξενιτεμένοι και θέλετε να μιλήσετε για τα καλά ή τα στραβά που ζείτε στο μέρος που ζείτε τώρα, στείλτε μας τα κείμενά σας >> mikropragmata@lifo.gr

Δυο σχόλια: 1) Δεν ξέρω τι θα κάνετε εκεί στα Μικροπράγματα, στείλτε μειλ στον/στην συγγραφέα του εν λόγω άρθρου και βάλτε μια λέξη “Προσλαμβάνεσαι”. Τόσο ευχάριστο και ευχάριστα καλογραμμένο άρθρο έχω να διαβάσω πολύ καιρό. Θέλουμε κι άλλο. Ειδικά αυτό το “κάτι χαρτάκια Υπέρ Υγείας για τον εσπερινό” με έπιασε απροετοίμαστο, πηγε να μου βγει το νερό απ’την μύτη. Είναι προφανές πως ο άνθρωπος που το έγραψε χαμογελούσε όταν το έγραφε. 2) Από την δικιά μου 20ετή εργασιακή εμπειρία σε χώρους γραφείου δεν μπορώ να πω πως η λογική του τάπερ είναι παραγκωνισμένη στην Ελλάδα. Τουναντίον, κάθε μέρα συνάδελφοί μου,… Διαβάστε περισσότερα »
Ντεζολοχώρα:)))))
Μάλλον λείπεις πολλά χρόνια από την Ελλάδα. Οι περισσότεροι με ταπερακια είμαστε κ τρώμε υγιεινά. Ή τι να πω? Μπορει μόνο στη δουλειά μου να το κάνουμε αυτό
Δε λέω και μένα με εντυπωσίασε ότι όλοι εδώ φέρνουν το φαγητό τους μαζί και δεν αγοράζουν κάθε μέρα για να φάνε αλλά το τι έχει μέσα αυτό το τάπερ δεν το σχολιασαμε. Γιατί αυτό φαγητό από το σπίτι δεν το λες. Ναι μεν να φας υγειινα και ελαφριά αλλά να είναι και φαγητό της προκοπής, μαγειρεμένο, να έχει και λίγη γεύση! Αυτό που είδα εγώ είναι κάτι θλιβερές φέτες ανοστου ψωμιού με ακόμη πιο θλιβερά τυροαλλαντικα και κάτι έτοιμες αλοιφές τύπου χούμους, ένα καρότο ολόκληρο, ένα αβοκαντο ολόκληρο και ίσως κάποιο άγευστο σαλατικό ξερό όπως το πουλάνε στο σακουλάκι.… Διαβάστε περισσότερα »