ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΡΙΝΑ Τ.
Ιούλιος 2017
Σε Κλάσματα δευτερολέπτου…
Αν ήξερα τι θα γινόταν θα σου ψιθύριζα…
Φεύγοντας μη κλείσεις την πόρτα για να χαζεύω τη σκιά σου να περπατά προς το σκοτάδι…
Μη σκουπίσεις τα πόδια στο χαλί για να πατώ στα βήματά σου…
Μη πεις και τις τρείς αυτές λέξεις: συγγνώμη, καληνύχτα, σ ’αγαπώ.
Μόνο τη τελευταία. Αυτή είχε σημασία και αυτή μου έμεινε εξάλλου.
Το ρολόι σταμάτησε ένα ζεστό βράδυ του Ιούλη του 2017 από και μετά άρχισε να κάνει παλινδρομικές κινήσεις για μας ο χρόνος. Για καιρό αμφιταλαντευόταν το μυαλό στο παρελθόν και το μέλλον. Το παρόν προσπαθούσε να ξεπροβάλλει αλλά ο φόβος μου να το αντιμετωπίσω μπλόκαρε τη κάθε του προσπάθεια.
Πάμε να πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή.
Ο μπαμπάς έφυγε.
Τόσο ξαφνικά και τόσο απότομα, τόσο δηλωτικά χωρίς χώρο για παρερμηνείες μας ανακοίνωσε η μαμά στις 03:45 ότι είχε επέλθει η μεγαλύτερη αλλαγή στη ζωή μας έως τότε και ότι ο άντρας που αγάπησα και αγαπώ έφυγε για πάντα.
Κάποτε είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο ότι από την ίδια στιγμή που μαθαίνεις ότι πέθανε ένα αγαπημένο σου πρόσωπο αλλάζει η μορφή του στο μυαλό σου, αρχίζεις να τον βλέπεις σαν όραμα, διαφανή, σαν σε όνειρο και ότι σταδιακά ξεχνάς και τη φωνή του ή την αλλοιώνεις στο μυαλό σου…
Σπάραξα: Μάνα τι λες;! (δε την είχα ξαναπεί μάνα βγήκε από τα έγκατα της ψυχής μου)
Λιποθύμησα και όταν ξύπνησα θυμήθηκα αυτό που είχα διαβάσει και άρχισα να το βιώνω…άρχισα όμως και να θυμώνω να πεισμώνω και να μου υπόσχομαι ότι δε θα το αφήσω να περάσει!
Προσπάθησα στα αλήθεια να μη ξεχάσω το τόνο της φωνής του, το γέλιο του και να τον φαντάζομαι στη πιο ζωντανή και δραστήρια εκδοχή του. Ξεκίνησα αυτή τη διαδικασία εκείνη τη πρώτη μέρα και είναι κάτι που προσπαθώ ακόμα…
3:55 Και τώρα τι;
Αυτή ήταν η πρώτη απορία…Τι θα κάνουμε τώρα; Κανείς δε σε έχει προετοιμάσει για το πως είναι η ζωή μετά από αυτό…Και μένεις να αναρωτιέσαι τι θα πει αυτό το ποτέ ξανά που λένε όλοι.
Ότι δε θα τον αγκαλιάσεις ποτέ ξανά, δε θα τον ακούσεις ποτέ ξανά, δε θα τον δεις δε θα σε δει…εσύ θα προχωράς και αυτός θα λείπει. Περνάει από μπροστά σου η ζωή σου σα παλιά ταινία γυρισμένη με φιλμ και ένα μεγάλο κάψιμο ξεκινά να απλώνεται ξαφνικά κατά μήκος της. Νιώθεις τέτοιο μέγεθος πόνου που ξαφνικά όλο σου το σώμα αρχίζει να πονά, να σπαράζει και να πάλλεται.
Το σοκ είναι μεγάλο. Το μυαλό δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει την κατάσταση όμως η καρδία έχει τα δικά της μάτια και αρχίζει να βουτάει σε ένα βαθύ σκοτάδι. Και γεννιέται το πένθος. Και έχει στάδια. Αυτά τα στάδια που πολύ αργότερα έμαθα ότι είναι ατίθασα και αναρχικά και δεν εμπίπτουν σε κανόνες και σειρές. Έρχονται και φεύγουν άναρχα και ξαφνικά και θέλει πολύ δουλεία για να συνυπάρξεις μαζί τους και να τα περάσεις βήμα βήμα.
Μαμά φοβάμαι φώναξε η Μ. η μικρή μου αδερφή. Φοβάμαι σου λέω!
Και ‘γω φοβόμουν. Όμως εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι εκείνη φοβόταν περισσότερο. Στιγμιαία χωρίς δεύτερη σκέψη μου ορκίστηκα να είμαι πάντα δίπλα της και να τη προστατεύω όπως μπορώ. Ότι δε θα την αφήσω. Εκεί γεννήθηκε στο κεφάλι μου η φράση που της λέω ακόμη και τώρα το: Θα σ ‘αγαπώ για πάντα. Μεγάλη δέσμευση η αγάπη, η μεγαλύτερη αλλά και φάρμακο.
Αποφάσισα να εξυψώσω το ανάστημα μου και να απαντήσω στο ποτέ (δε θα τον ξαναδώ ποτέ, δε θα ξανα-ιδωθούμε ποτέ, δε θα ξανα-είμαστε όπως ήμασταν ποτέ) με το για πάντα (θα τον αγαπώ για πάντα, θα ζει μέσα μου για πάντα, θα τον σκεφτόμαστε πάντα).
Κοιτάξαμε μαζί με τη Μ. τη μαμά και σκεφτήκαμε το ίδιο, δε μου το είπε αλλά το ξέρω ότι σκεφτήκαμε το ίδιο.
Έμεινε μόνη της η μαμά;!
Και εκείνη δε μας κοίταζε. Έκλεινε τα δακρυσμένα της μάτια πότε πότε. Τα βλέφαρα ήταν βαριά για να συγκρατήσουν τέτοιο χείμαρρο δακρύων.
Φεύγει το πλάνο από την αδερφή, την χλωμή μάνα με το αχανές βλέμμα, τα τρεμάμενα χείλη και το γαλάζιο μπλουζάκι(χρώμα που έκανα τρία χρόνια να τη ξαναδώ να το φοράει). Είναι οι δύο τους αγκαλιασμένες στον απέναντι καναπέ. Εγώ κάθομαι απέναντι. Μόνη. Ο προβολέας πάλι σε μένα.
Είμαι μόλις 16.
Και αρκετά άτυχη.
Στην ηλικία που ήδη νιώθεις όλα σου τα συναισθήματα πιο έντονα από ποτέ, με τις πολλές καθημερινές συναισθηματικές μεταπτώσεις και τα πολλά πάρα πολλά νεύρα…όσο για αυτά θα γίνει ιδιαίτερη μνεία αργότερα.
Ζω ήδη τη γλυκιά μετάβαση της εφηβείας κατά την οποία με αρκετή ακμή, μπινελίκια άτσαλα και κάπως άχαρα περνάς από το παραμυθικό κόσμο των παιδικών σου χρόνων σιγά σιγά στην ενήλική ζωή. Ένα κομμάτι σου πιστεύει ακόμη στα παραμύθια αλλά ένα άλλο έχει αρχίσει να παίρνει πρέφα τι συμβαίνει στη πραγματικότητα.
Ένα πράγμα αξίζει να κρατήσουμε από τα παραπάνω. Είσαι 16 ετών και καταλαβαίνεις πάρα πολύ καλά τι έχει συμβεί, το συνειδητοποιείς σχετικά σύντομα και βιώνεις την απόλυτη οδύνη. Κανείς δε σου χρυσώνει το χάπι, δε σου μιλάει για άλογα που καλπάζουν μακριά ή για αστεράκια στον ουρανό. Τουναντίον αρχίζουν τα να ζεις να τον θυμάσαι, τα να στηρίξεις τη μάνα και την αδερφή σα μεγαλύτερη που είσαι και τα καλό κουράγιο. Τα απαγορευτικά πρέπει από ψυχιάτρους ανά τον κόσμο όπως τα πρέπει να φανείς δυνατή και δε πρέπει να κλαις και άλλες παρόμοιες αναρίθμητες μαλακίες αρχίζουν να κάνουν την εμφάνιση τους.
Μου φέρνουν νερό, σπάω το ποτήρι.
Ακολούθησαν και άλλα, ο ήχος του γυαλιού που σπάει με βοηθούσε να αποτυπώσω ηχητικά τη συναισθηματική μου κατάσταση, να την προβάλλω.
Σκληρή πραγματικότητα.
Γαμώτο.
Εφηβεία είπα…αυτό σημαίνει και άλλα πράγματα σχετικά με τη σχέση του παιδιού με τους γονείς. Άτυπος πόλεμος, αντιδράσεις, τσακωμοί και εντάσεις ακόμη και από ένα τόσο ήσυχο και ήρεμο και διαβαστερό κοριτσάκι όπως ήμουν εγώ. Ώρες ατελείωτες στο μωβ δωμάτιο σχεδιάζοντας την μεγάλη απόδραση βουτηγμένη στα βιβλία και με ζεσταμένα αυτιά από την ένταση της μουσικής στα ακουστικά.
Θα διαβάσω, θα περάσω, θα σπουδάσω και θα ρίξω μαύρη πέτρα!
Είχα πιάσει τον εαυτό μου στιγμές να τον μισεί βαθιά, να σκέφτεται επηρεασμένη από ταινίες του σινεμά να τα μαζέψει και να φύγει από το σπίτι, ααα και το συνηθέστερο να στοχεύσει στο να μην το ξαναδώ ποτέ. Επειδή μπορεί να τσακωθήκαμε, να μου φώναξε, να με αδίκησε και για χίλιους δύο άλλους επιφανειακούς λόγους. Αυτό το τελευταίο να φύγω να μην τον ξαναδώ πέρασε γρήγορα σα σκέψη από το κεφάλι μου και ήρθε χέρι-χέρι με ένα αίσθημα ενοχής και ματαιότητας.
Μάνα: πιο πολύ από όλους μας σκέφτομαι εκείνον που θα λείπει ενώ η ζωή θα προχωρά…εσείς θα μεγαλώνετε και θα λείπει…εγώ θα μεγαλώνω και θα λείπει, εσένα σκέφτομαι Δ. μου! Ζωή μου αγάπη μου και φως μου!
Και αυτό το ‘μου’ έπεσε σα πυροβολισμός στο δωμάτιο και σωπάσαμε όλοι. Τι άλλο να λέγαμε πια…
Άρχισε να ξημερώνει…Μα γιατί ξημερώνει; Δε ντρέπεται να ξημερώνει? Τι έτσι θα γίνεται τώρα χωρίς εκείνον;
Ο ουρανός είναι ροζ και λίγο κόκκινος, δεν είχα δει πολλές φορές την ανατολή και μου φαινόταν περίεργη και κάπως αταίριαστη μέσα στο σκοτάδι που είχαμε όλοι βυθιστεί. Ήταν κάπως παράταιρο το πρώτο φως…άκυρο.
Μη θέλοντας να είμαι μέσα με τους άλλους τους ξένους και τους συγγενείς που κατά ορδές καταφθάνουν κάθομαι στο μπαλκόνι για να κερδίσω λίγο χώρο και χρόνο μόνη, χαζεύοντας τον ουρανό. Ψάχνω για σημάδια…μία διαδικασία που άπαξ και ξεκινήσει μπορεί να σε συντροφέψει πολύ καιρό άλλοτε ωφέλημα και άλλοτε αποπροσανατολιστικά εδώ που τα λέμε.
Πέφτει το μάτι μου σε δύο αστέρια, μία λευκή γραμμή που άφησε στο πέρας του ένα αεροπλάνο, ένα σύννεφο σα καρδιά και τον ήλιο να ξεπροβάλλει από πίσω του.
Τελικά δεν είμαι αρκετά μεγάλη.
Είμαι ακόμη μικρή και ρομαντική και έχω ανάγκη να πιστέψω στο παραμύθι με τα δύο ταξιδιάρικα πουλιά που δε δαμάζονταν σε κλουβιά και στεγανά. Που ήταν αντισυμβατικά, ατίθασα, ξεροκέφαλα, ταξιδιάρικά και χάθηκαν παρέα στο μεγάλο τους ταξίδι στους αιθέρες. Ακριβώς όπως γούσταραν να χάνονται από όλους και από όλα. Απλά αυτή τη φορά το έκαναν κομματάκι πιο μόνιμα. Δεν ήθελαν να μεγαλώσουν (δε θα πω ποτέ θα σφίξω τα δόντια) αλλά να μείνουν στη μνήμη όλων νέοι και ωραίοι για πάντα (καλύτερα έτσι προτιμώ το για πάντα αγκαλιάζει καλύτερα τη φράση).
Ψάχνω από πολύ…ανατριχιαστικά πολύ πολύ νωρίς να βρω ένα μάθημα, να καταλάβω τι συμβολίζει το φευγιό αυτών των 2 πουλιών και τι θέλουν να μας αφήσουν να θυμόμαστε για αυτούς και τη στάση τους στη ζωή.
Να ακολουθείς τα όνειρά σου, να σπας τα όρια, να κάνεις αυτό που αγαπάς με όποιο κόστος, να αγαπάς την ευθύνη, να ταξιδεύεις, να πετάς, να χάνεσαι. Μπα είμαι ήδη πολύ θυμωμένη με τον Δ. εννοώ τον μπαμπά. Δε γίνεται να τα σκέφτομαι αυτά τώρα! Είναι πολύ νωρίς για να του συγχωρέσω τη μαλακία που πήγε και έκανε και να μιλώ μελιστάλακτα για εκείνων και τον Ν. εντάσσοντας στους σε ένα μύθο. Γιατί μου συμβαίνει αυτό; Μάλλον επειδή τον αγαπώ. Μάλλον γιατί το χα ανάγκη. Δε ξέρω.
Σταμάτησα στιγμιαία να το σκέφτομαι.
Ξημέρωσε.
Τα αστέρια δεν έφυγαν…!
Πολλές αράδες μπορώ να γράψω ακόμη για εκείνες τις πρώτες μέρες, ώρες, τον απολογισμό του πρώτου χρόνου χωρίς εκείνον, τα πρώτα γενέθλια-χριστούγεννα-πάσχα-αποφοιτήσεις-πτυχία-επιτυχία-αποτυχία χωρίς τον Δ. Τα πρώτα καλοκαίρια και τα επόμενα που έρχονται με το γλυκόπικρο Ιούλη που πάντα θα έχει κάτι από κείνον.
Μπορώ ακόμη να γράψω για το θρήνο μετά μουσικής. Καθώς μετά το θάνατο του μπαμπά, από μία εσωτερική μου ανάγκη συμφιλίωσης με εκείνο αλλά και ταυτόχρονη ανάγκη ανακάλυψης του βαθύτερου εαυτού του που δε πρόλαβα να γνωρίσω επιδόθηκα με ζήλο στο κοινό μας σπορ. Την αναζήτηση της μουσικής.
Από της πρώτες ώρες και μέρες έλιωσα να ψάχνω και να ακούω τη μουσική του, να διαβάζω πίσω από τους στίχους τι ήταν όλα αυτά που προσπαθούσε να μας πει και όταν δε μπορούσε τα έλεγε με ένα τραγούδι. Αρκετοί ήταν οι έντεχνοι καλλιτέχνες του ελληνικού πενταγράμμου που χωρίς να το ξέρουν και να το μάθουν ποτέ μέσα από τα ακούσματα τους μαλάκωσαν το αίσθημα γδαρσίματος στη ψυχή και βοήθησαν στην αχανής άβυσσο του αποχωρισμού που απλωνόταν εντός μου λειτουργώντας σαν δίαυλος που με έφερνε πιο κοντά σε εκείνο. Ξυπνώντας αναμνήσεις και όμορφα συναισθήματα που μοιραστήκαμε πριν πετάξει.
Είναι τόσα και άλλα τόσα αυτά που μπορούν να ειπωθούν για το πριν της ζωής και το μετά, όμως θα αποφασίσω σιγά σιγά να βάλω μια τελεία στο παρόν κείμενο.
Αυτή είναι η νύχτα πέρασμα, η ιερή στιγμή του πρώτου αποχωρισμού τότε που ακόμη δε γνώριζα ότι θα επέλθουν και άλλες στης ζωής το διάβα.
Η στιγμή που χάνεις του νήματος την άκρη και τη γη κάτω από τα πόδια σου.
Η στιγμή κορύφωσης του δράματος στην αρχαία τραγωδία.
Η στιγμή της αποκάλυψης της άλλης ζωής που ξημερώνει. Η πιο μαύρη από όλες τις νύχτες. Ή μόνη ημερομηνία που συναντήθηκαν η ζωή πριν και η ζωή μετά. Μέχρι να ενημερωθείς για το τι έχει γίνει ζεις στην άγνοια και βιώνεις τη ζωή πριν ενώ σε δευτερόλεπτα μετά την ενημέρωση του κακού μαντάτου πέφτεις χωρίς αλεξίπτωτο στη ζωή μετά. Μόνο για κλάσματα του δευτερολέπτου ακροβατείς ανάμεσα στις δύο.
Τετριμμένο το ξέρω αλλά και κλισέ, αλλά όντως σε μία στιγμή μπορούν να αλλάξουν όλα.
Μαμά, και μετά; Και μετά τι;
Κανείς δε ξέρει τι θα γίνει μετά.. και ούτε φανταζόμουν πόσες φορές ξανά μετά από κείνη τη μέρα θα ψάξω πάλι ξανά του νήματος την άκρη.
Δε θα προσπαθήσω να βρω κάποιο ιδιαίτερο κλείσιμο για την παραπάνω εξιστόρηση γεμάτο νόημα και διδαχή. Θέλω ο καθένας να ακουμπήσει σε όποιο κομμάτι του θέλει. Ήθελα να μοιραστώ τη μέρα που άλλαξε ο μέχρι τότε κόσμος μου και να σας πω με σιγουριά ότι όταν όλα φαντάζουν να τελειώνουν πάντα υπάρχει και ένα μετά, που δε το ξέρουμε και δυσκολευόμαστε να το δεχτούμε. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Προχωρά. Πάντα.
Υ.Σ λίγες μέρες μετά άνοιξα το Facebook του Δ. και θα μοιραστώ μαζί σας τη τελευταία του δημοσίευση. Απόφθεγμα του Ναζιμ Χικμέτ.
Ο Δ. ουδεμιά επαφή δεν είχε με την ποίηση και τη λογοτεχνία ως αναγνώστης στο βίο του όμως υπήρξε αθεράπευτα ρομαντικός και τρυφερός με το δικό του τρόπο.
Υ.Σ 1) Ο Δ. με τον Ν. ήταν δύο κολλητοί φίλοι που ‘πέταξαν μακριά’
Υ.Σ 2) Η αδερφή του Ν. έμαθε μία βδομάδα μετά ότι είναι έγκυος και έτσι στη περίπτωση της δική τους οικογένειας η ζωή νίκησε το θάνατο. Ο μικρός πήρε το όνομα του.
ΥΣ 3) Στη δική μας περίπτωση τα τρία Μ, η μαμά εγώ και η αδερφή μου απλώς προχωράμε χωρίς να ξέρουμε ακριβώς που πάμε μερικές φορές, τη σκέψη ότι η αγάπη δε χάνεται ποτέ και μένει για πάντα.
Μαρίνα Τ.

