σε , ,

Η ώρα της ευθύνης των ενεργών πολιτών

ekloges

Γράφει ο Γιώργος Μπάρμπας, επίκουρος καθηγητής ειδικής εκπαίδευσης στο Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του ΑΠΘ

Οι εκλογές τελείωσαν. Τα αποτελέσματα ήταν τα αναμενόμενα ή σχεδόν τα αναμενόμενα. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις προετοίμαζαν για μια διεύρυνση της διαφοράς ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις ευρωεκλογές. Αυτό δεν επαληθεύτηκε. Η διαφορά, έστω λίγο, μίκρυνε. Ο ΣΥΡΙΖΑ «σκαρφάλωσε» στο 32% περίπου, κι αυτό έχει τη δική του σημασία.

Το ιδιαίτερο στη νίκη της ΝΔ –ίσως θα έπρεπε να μιλάμε για προσωπική νίκη του κ. Μητσοτάκη- είναι ο τρόπος που την πέτυχε, ο πολιτικός λόγος που συστηματικά διατύπωνε. Ήταν ένας λόγος θετικός και λιγότερο κριτικός και καταγγελτικός. Ήταν προτάσεις μεταρρυθμίσεων και αλλαγών που κατά την κρίση της είναι αναγκαίες σήμερα. Ήταν ένα λόγος κατά κανόνα σε ήπιους τόνους, έξω από το δίπολο «δεξιά-αριστερά» που κυριάρχησε στην προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ένας λόγος και μια στάση «ισχυρής ήρεμης δύναμης» για να μπορέσει να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια ή την αγωνία που προκάλεσε η διακυβέρνηση του κ. Τσίπρα. Όλα αυτά είναι θετικά. Δεν προδικάζουν βέβαια την επιτυχία του εγχειρήματος. Αυτό είναι ένα στοίχημα. Βήμα – βήμα θα δούμε τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στην λεπτομέρειά τους και εκεί θα διατυπωθούν οι όποιες κρίσεις και κριτικές. Γιατί είναι άλλο να είσαι υπέρ των αλλαγών και μεταρρυθμίσεων και άλλο αν οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις θα έχουν θετικό πρόσημο. Το σίγουρο είναι ότι μπαίνουμε σε μια τέτοια περίοδο. Αντιμέτωποι με τις μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζονται. Κι αυτό είναι έτσι κι αλλιώς ένα σημαντικό θετικό βήμα μπροστά στην ακινησία του χθες.

Ο κ. Μητσοτάκης σ’ αυτή την πορεία θα έχει ως πιο ισχυρό εμπόδιο, όχι τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά την ίδια την κοινωνία. Ένα πολύ μεγάλο της τμήμα, όπως φάνηκε στο πρόσφατο παρελθόν αυτής της δεκαετίας, δεν ήθελε και δεν θέλει αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Θέλει να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και η οικονομική βελτίωση να έρθει όπως ερχόταν και παλιότερα. Κάποιοι άλλοι να βάζουν λεφτά και ’μεις να τα απολαμβάνουμε. Αυτό ήταν και ένα βασικό ατού του πολιτικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ. Η ίδια του η διακυβέρνηση ήταν μια απόλυτη ακινησία, εκτός από τις αλλαγές που είτε ήταν υποχρεωμένος να κάνει λόγω των μνημονίων (αλλαγές που επιβίωσαν ατροφικά γιατί δεν τις υπερασπίστηκε στην υλοποίησή τους) είτε αλλαγές που ταίριαζαν στα ιδεολογήματα που κουβαλούσε από δεκαετίες πίσω (σαν κι αυτά που επέβαλε ο κ. Γαβρόγλου στην εκπαίδευση νεκρανασταίνοντας τη δεκαετία του ’80). Στην εποχή της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ η έννοια των μεταρρυθμίσεων δυσφημίστηκε. Ενισχύθηκαν τα αρνητικά αντισώματα στην κοινωνία, καθώς για πολλούς η μεταρρύθμιση βαφτίστηκε «νεοφιλελευθερισμός» που στο μυαλό τους (με όλη τη θολούρα και ασάφεια του όρου) λειτουργεί ως μια απειλή για τη ζωή τους. Η διαβεβαίωση ότι με τον ΣΥΡΙΖΑ τίποτα δεν θα αλλάξει, ήταν ήδη ένα βίωμα ανακουφιστικό για μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, ίσως μεγαλύτερη κι από το ποσοστό που πήρε.

Εδώ είναι αναγκαίο να προλάβω «εύκολες» ενστάσεις για τον κίνδυνο που διατρέχουν τα κατακτημένα δικαιώματα. Υπάρχουν σημαντικά κοινωνικά, πολιτικά, ατομικά δικαιώματα που κατακτήθηκαν και η διασφάλισή τους αποτυπώνεται στο σύνταγμα και σε όλο το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη ζωή μας. Υπάρχουν όμως και «δικαιώματα» μιας στρεβλής δημοκρατίας, τελικά αντιδημοκρατικής, συνέπεια του πελατειακού της χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα τα περισσότερα από τα «κεκτημένα δικαιώματα» των συνδικαλιστών στο δημόσιο που μισθοδοτούνται ενώ είναι επισήμως άεργοι, η επιβίωση της οικονομίας μέσα από κρατικά ή ευρωπαϊκά επιδόματα και βοηθήματα και όχι μέσα από δημιουργικές αναπτυξιακές δράσεις, η παντελής απουσία της αξιολόγησης στον κρατικό μηχανισμό, ο οποίος είναι αποδεδειγμένα ανεπαρκέστατος και πολλά άλλα.

Το βόλεμα στα «κεκτημένα δικαιώματα» πάει χέρι – χέρι με τη λειτουργία του πελατειακού κράτους, την υποβάθμιση των θεσμών. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τηρούμε όλοι τους ίδιους κανόνες αλλά «οι δικοί μας» έχουν το δικαίωμα που δεν έχουν «οι άλλοι». «Η δημοκρατία μας και η δημοκρατία σας» όπως διατύπωσε ωμά κορυφαίος υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ. Το «εγώ» του κόμματος, της ομάδας μας, των δικών μας πάνω από τους θεσμούς. Αυτή η νοοτροπία έχει πολύ βαθιές ρίζες στο χρόνο και στην κοινωνική ταυτότητα του νεοέλληνα. Δεν την εφηύρε ο κ. Τσίπρας. Αλλά αυτός και το κόμμα του την ενίσχυσε και την ανέδειξε σε ακραίο βαθμό. Ανοιχτά και απροκάλυπτα επέβαλαν κριτήρια δίχως καμία θεσμική διασφάλιση και έλεγχο. Γιατί στην αντίληψη τους το «εγώ» του κόμματος είναι η γνήσια διερμηνεία του «λαϊκού συμφέροντος». Όχι οι θεσμοί.

Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, η άρνηση για αλλαγές μέσα από το βόλεμα στα «κεκτημένα» και η υποβάθμιση των θεσμών έχουν ένα κοινό παρονομαστή: την απουσία ατομικής ευθύνης· απουσία ευθύνης για τη δουλειά μας απέναντι στον πολίτη – πελάτη μας. Ο εκπαιδευτικός έχει ευθύνη να διδάξει την ύλη όσο μπορεί καλύτερα. Δεν νιώθει ευθύνη για το αν και πόσοι μαθητές έμαθαν αυτά που δίδαξε. Γι’ αυτό το θέμα, η ευθύνη μεταφέρεται στον ίδιο τον μαθητή και στην οικογένειά του. Αντίστοιχα παραδείγματα συναντούμε σε όλους τους τομείς του κρατικού μηχανισμού. Άλλωστε η απουσία ευθύνης καλλιεργείται από το ίδιο το κράτος. Δεν υπάρχει σαφής καθορισμός ευθυνών και αρμοδιοτήτων, αλλά κι όταν υπάρχει δεν υπάρχουν συνέπειες από τη μη τήρησή τους, ακόμα κι αν αυτές προβλέπονται ρητά. Να θυμηθούμε εδώ την απουσία αξιολόγησης στο δημόσιο, όπως και την αντίδραση που συνάντησε όταν επιχειρήθηκε να γίνει. Αντίδραση στην οποία πρωτοστάτησαν οι συνδικαλιστές στο όνομα του φόβου για αυθαιρεσίες της εξουσίας, οδηγώντας τελικά σε ακύρωση το όλο εγχείρημα. Όταν όμως στον επαγγελματικό μας χώρο, εκεί όπου υλοποιείται περισσότερο ο κοινός δημόσιος βίος μας, δεν υπάρχει ανάληψη ευθύνης για τον άλλο, δηλαδή για το κοινωνικό σύνολο τελικά, τότε καμία αλλαγή δεν μπορεί να περπατήσει, καμία μεταρρύθμιση δεν θα αντιμετωπιστεί θετικά. Θα αντιμετωπιστεί φοβικά και με τα μάτια στο σίγουρο χθες, στο ασφαλές πλαίσιο που ήδη διαβιούμε.

Υπάρχει όμως κι ένα τρίτο θέμα εξίσου σοβαρό και ίσως περισσότερο από τα άλλα δύο: το αντιδεξιό σύνδρομο, ο εγκλωβισμός στο δίπολο «δεξιά – αριστερά». Κι αυτό φαίνεται να είναι πολύ ισχυρό και να λειτουργεί ως καθοριστικό φίλτρο στις επιλογές πολλών συμπολιτών μας. Γιατί πολλοί ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ όχι επειδή είδαν αποτελέσματα, επειδή είδαν να βελτιώνεται η οικονομία και τα οικονομικά τους ή να βελτιώνονται οι υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και άλλες. Ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ όχι επειδή ενισχύθηκε η λειτουργία των θεσμών ή γιατί έγινε πιο αποτελεσματικό το κράτος. Όχι. Ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ για να μην έρθει η «επάρατος» δεξιά. Ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ γιατί η αριστερά, όσα λάθη κι αν κάνει, όσες ανεπάρκειες ή αστοχίες κι αν εκδηλώνει, όσα φάλτσα κι αν καταγράψει στη συμπεριφορά της, είναι πάντα προτιμότερη από τη δεξιά. Εξ ορισμού. Κι αυτή είναι μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας μας. Δεν έπεσε από τον ουρανό. Εδράζεται σε μνήμες του χθες. Στο συλλογικό φαντασιακό αυτών των πολιτών η αριστερά έρχεται μέσα από δάφνες και μαρτύρια, πάντα διωκόμενη και αδικημένη από τους νικητές του εμφυλίου. Κι αυτό έτσι είναι μέχρι κάποια στιγμή. Τα πράγματα άλλαξαν μετά το ’74. Κι αυτή η αλλαγή οδήγησε βήμα – βήμα σε καινούρια κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα και διλήμματα. Κανείς δεν εξαγνίστηκε και κανείς δεν απενοχοποιήθηκε. Τα πράγματα όμως και οι καταστάσεις έθεσαν το δίπολο «αριστερά – δεξιά» στην άκρη, κενό πλέον κοινωνικού και πολιτικού νοήματος. Δεν είναι

εδώ ο χώρος γι αυτή την ιστορική ανάλυση. Κάποια όμως παραδείγματα από τη ζωή μας είναι χρήσιμα για να αντιληφθούμε το κενό νοήματος στο δίπολο «αριστερά – δεξιά». Πρώτο παράδειγμα το πανεπιστημιακό άσυλο, το οποίο θεσπίστηκε για να προστατέψει την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών από την απειλή της κρατικής εξουσίας. Καταντά ανέκδοτο να το λέμε αυτό σήμερα. Εκατομμύρια φοιτητές από το 1974 και μετά στα πανεπιστήμιά μας, χιλιάδες πανεπιστημιακοί και εργαζόμενοι έχουν βιώσει την ανυπαρξία αυτής της απειλής. Αντίθετα η απειλή στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών είναι υπαρκτή και προέρχεται από τα μέσα. Από υψηλόβαθμους πανεπιστημιακούς προς χαμηλόβαθμους, από διδάσκοντες προς φοιτητές, από ομάδες φοιτητών προς όλους τους υπόλοιπους. Η κατάχρηση εξουσίας, η παράβαση των νόμων από μας τους ίδιους δίχως καμία συνέπεια, είναι η βασική απειλή στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Πού μπαίνει το αριστερό ή δεξιό πρόσημο σ’ αυτό το πρόβλημα; Κι όμως ακόμα και τη μέρα των εκλογών, υψηλόβαθμο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ υπερασπιζόταν το πανεπιστημιακό άσυλο στο όνομα της μη επέμβασης της κρατικής εξουσίας στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών!

Δεύτερο παράδειγμα η σχολική μάθηση. Αν το σχολείο έχει ως πρώτη και βασική αποστολή να αποκτήσουν οι μαθητές τη γνώση που τους διδάσκει (σύμφωνα με τα όσα είναι θεσπισμένα και κοινώς αποδεκτά από δεξιά και αριστερά και οποιαδήποτε άλλη ιδεολογική κατεύθυνση), τότε το πρώτο θέμα που αναφύεται είναι η αξιολόγηση του αποτελέσματος. Πετυχαίνει το σχολείο τον στόχο του και σε ποιο βαθμό; Μαθαίνουν οι μαθητές αυτό που τους διδάσκουμε και σε ποιο βαθμό και ποσοστό; Θέλουν οι μαθητές να μάθουν αυτά που τους διδάσκουμε; Τα ερωτήματα αυτά έχουν αριστερή ή δεξιά χροιά; Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δεν είναι καθόλου ευχάριστες για το ελληνικό σχολείο. Και η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών αποδίδει τα αίτια σε παράγοντες έξω από την τάξη (αναλυτικά προγράμματα, βιβλία, ελλείψεις σε προσωπικό, και μισθολογική κατάσταση κλπ). Δεν θα ασχοληθώ με την επεξεργασία αυτών των απόψεων. Άλλωστε ταιριάζουν πολύ μ’ αυτό που ήδη σημείωσα παραπάνω για την απουσία ατομικής ευθύνης. Αξίζει όμως να επισημάνω ότι τόσο η αποτελεσματικότητα της μαθησιακής διαδικασίας, όσο και οι ερμηνείες για τα ελλείμματά της αφορούν στην συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών (αριστερών, κεντρώων, δεξιών και ο,τιδήποτε άλλο). Πού βρίσκει κανείς το αριστερό ή δεξιό πρόσημο σ’ αυτό το οξύτατο πρόβλημα; Πουθενά. Γιατί το πρόβλημα αφορά στην προσέγγιση του μαθητή ως προσώπου, στη δική μας ευθύνη να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες, στις δικές γνώσεις και δεξιότητες να κάνουμε αποτελεσματικά αυτή τη δουλειά. Δεξιοί και αριστεροί συνδικαλιστές, το σύνολο των εκπαιδευτικών έχουν κοινή στάση στα θέματα αυτά, τη στάση που επιγραμματικά ανέφερα.

Όταν προσεγγίζουμε την κοινωνική πραγματικότητα είτε μερική (επαγγελματικός χώρος) είτε γενική (πολιτικός χώρος) με όρους πράξης και δράσης, βλέπουμε ότι το φίλτρο «δεξιά και αριστερά» είναι άνευ νοήματος. Στην κοινή πράξη μπορούμε να ενωθούμε όσοι έχουμε κίνητρο να τη μελετήσουμε και να τη βελτιώσουμε. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το αν είμαστε δεξιοί, αριστεροί ή τίποτα από τα δύο.

Στον κόσμο που ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, βλέπω αυτά τα τρία χαρακτηριστικά που έθιξα. Όχι κατ’ ανάγκη και τα τρία σε όλους. Γνωρίζω πολλούς υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ που σε όλη τους τη ζωή δεν είχαν καμία σχέση με μπαξίσια και ρουσφέτια, με βόλεμα και απουσία ατομικής ευθύνης. Σε όλη τους την επαγγελματική δραστηριότητα είχαν και με το παραπάνω πάρει την ευθύνη που τους αναλογούσε απέναντι στους μαθητές τους ή στους ασθενείς τους. Βέβαια το ίδιο έχω να καταθέσω και για πολλούς δεξιούς. Γιατί ευτυχώς η προσωπικότητά μας δεν προσδιορίζεται μόνο ούτε κυρίως από τη δεξιά ή αριστερή μας τοποθέτηση. Κι όμως αυτοί οι αριστεροί που γνωρίζω δεν μπορούσαν να σκεφτούν τον εαυτό τους να ψηφίζει ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ. Ίσως αυτό, το αντιδεξιό χαρακτηριστικό να είναι ακόμα πολύ ισχυρό σ’ αυτούς. Να μην τους επιτρέπει να δουν αλλιώς την πραγματικότητα.

Αυτό που έχει σημασία κατά τη γνώμη μου είναι η διαπίστωση ότι αυτά τα τρία χαρακτηριστικά συνιστούν μια ισχυρή συνεκτική και ανθεκτική βάση για να συγκροτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ το κόμμα που θέλει και την αντιπολίτευση που επιδιώκει. Υποθέτω ότι η αντιπολίτευση αυτή θα στραφεί πρώτα και κύρια ενάντια στις μεταρρυθμίσεις. Και εκεί είναι ο κίνδυνος. Γιατί ξέρουμε ότι μια κυβερνητική απόφαση δεν αρκεί για να υλοποιηθεί μια μεταρρύθμιση. Γνωρίζουμε ότι μεταρρυθμίσεις ακυρώθηκαν στην πράξη επειδή συνάντησαν την ανοιχτή και σθεναρή αντίδραση των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονταν. Πρόσφατο παράδειγμα ο νόμος Διαμαντοπούλου, ο οποίος ακυρώθηκε από μας στο πανεπιστήμιο πριν αρχίσουν να τον ξηλώνουν οι διάδοχοι της υπουργού. Εδώ λοιπόν δεν αρκεί μόνο η κυβερνητική βούληση. Οπωσδήποτε είναι σημαντικό να οργανωθεί σωστά και ανθρώπινα η πορεία της μεταρρύθμισης αλλά κι αυτό δεν είναι αρκετό. Εδώ χρειάζονται και οι πολίτες.

Και υπάρχουν πολλοί πολίτες που όχι μόνο έχουν επίγνωση αυτών των χαρακτηριστικών παθογένειας που ανέφερα, αλλά έχουν δείξει και την πρόθεση να δράσουν πάνω σ’ αυτά. Η τελευταία δεκαετία είναι ίσως η πιο παραγωγική δεκαετία σε προβληματισμό στην ελληνική κοινωνία. Εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες άνθρωποι επεξεργάστηκαν και επεξεργάζονται ατομικά και συλλογικά καίρια ζητήματα της κοινωνίας μας που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο μαζικού συλλογικού προβληματισμού. Από σοβαρά επιμέρους ζητήματα της οικονομίας, της εκπαίδευσης κλπ μέχρι γενικότερα που αφορούν την ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας. Ήρθε η ώρα όλα αυτά να μετατραπούν σε κοινωνική πράξη. Να βάλουμε όλοι όσοι αναγνωρίζουμε την ανάγκη της αλλαγής πλάτη σ’ αυτή την πορεία. Κρίνοντας με προσοχή και αυστηρά τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, προτείνοντας αλλαγές όπου ο καθένας εκτιμά, και επιδιώκοντας να στηρίξουμε ο,τιδήποτε σωστό και υγιές στην εφαρμογή του. Πείθοντας τους άλλους να δοκιμάσουν, βρίσκοντας λύσεις που να δίνουν φως στα προβλήματα, ενισχύοντας ό,τι θετικό και απαιτώντας ευθύνη στην πράξη. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα για τη δική μας ευθύνη. Δίχως εμάς, η αλλαγή της κοινωνίας και του κράτους είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια