Του Χαράλαμπου Βλαχόπουλου*
Τα κείμενα που γράφω αρχίζουν συνήθως με μια αναφορά σε κάποιο τραγούδι. Αυτό δε θα αρχίσει, αλλά θα τελειώσει με ένα.
– “Γιατί αργούμε;” ρώτησα την Victoria. “Δεν είναι είκοσι χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του Porto Allegre ο οικισμός των Guarani στο Cantagalo; Είμαστε ήδη μια ώρα και βάλε στο αυτοκίνητο …”
– “Δεν ακολουθούμε το συντομότερο δρόμο, κάνουμε μια παράκαμψη – δεν είναι σώφρον να περάσουμε από την Lomba do Pinheiro ακόμα και αν είναι 10 το πρωί,” απάντησε αυτή. Ακόμα και οι “μικρότερες” πόλεις της Βραζιλίας, όπως το Porto Allegre, βρίθουν από εγκληματικότητα. Κάτι τέτοια τα ήξερε καλά η Victoria, χρόνια μέλος μη κυβερνητικής οργάνωσης με σκοπό τη βοήθεια ιθαγενών μειονοτήτων της Λατινικής Αμερικής. Το προηγούμενο βράδι, στο δείπνο γνωριμίας του Συνεδρίου που είχα προσκληθεί για μια διάλεξη, με είχε προσκαλέσει να τους συνοδεύσω σε μια επίσκεψη αρχικής γνωριμίας στον οικισμό του Cantagalo. Χάνονται τέτοιες ευκαιρίες;
Με την βοήθεια, αρχικά του GPS, και τελικά κάποιων προθύμων ντόπιων, καθότι η ακριβής δορυφορική εντόπιση αποδείχτηκε επισφαλής, φτάσαμε στον οικισμό. Οι πρώτοι που συναντήσαμε ήταν οι μικροί του κάτοικοι. Μάλιστα, τους πετύχαμε εν ώρα εργασίας. Στην κεντρική βρύση έπλεναν τα πιάτα όλων. Έκπληκτα τα παιδιά σταμάτησαν την καθαριότητα για λίγο ώσπου να περιεργαστούν τους αναπάντεχους επισκέπτες. Εγώ δε μιλώ πορτογαλικά, αλλά ως συνήθως η γλώσσα με τα παιδιά είναι μόνο πρόσκαιρο εμπόδιο. Κάναμε τις αναγκαίες νοηματικές συστάσεις και σε λίγο η «ομάδα καθαριότητας» ξανασυγκεντρώθηκε στη λάτρα αφήνοντας με να φωτογραφίζω ανενόχλητος.
Είχαμε πάρει μερικά χρηστικά δώρα για τους μικρούς Guarani. Καθώς τα πλυμένα πιάτα είχαν πια υψωθεί σε στοίβες, είχε έρθει η ώρα. Βγάλαμε τα ρούχα που τους είχαμε φέρει και τα μοιράσαμε. Η χαρά τους, και εκ τούτου, η χαρά μου, ήταν απερίγραπτες. Να που η ευαγγελική γραφή ‘διεμερίσαντο τα ιμάτιά (μου) εαυτοίς’, μπορεί και να δηλώσει αγαλλίαση. Όμως, η μικρή ευχάριστη αναταραχή στον οικισμό κράτησε λίγο γιατί κάτι αναπάντεχο συνέβη. Ένας-ένας, μία-μία, οι μικροί πρωταγωνιστές εξαφανίστηκαν όλοι από το προσκήνιο.
Απομείναμε ενεοί να κοιταζόμαστε, ο Carlos, η Victoria και εγώ. Ανήμποροι να εξηγήσουμε τί είχε συμβεί, προχωρήσαμε στα ενδότερα του οικισμού για να συναντήσουμε τον αρχηγό της κοινότητας των Guarani. Μη φανταστείτε διαδήματα και σκήπτρα. Ένας καθημερινός καλόκαρδος σαραντάρης που πρόθυμα μας εξήγησε για τους λιγοστούς κρατικούς πόρους που τελικά φτάνουν σε αυτούς. Παρά το σχετικά μεγάλο για τα δεδομένα του οικισμού σχολικό συγκρότημα, επίφαση της κρατικής μέριμνας, τα σπίτια πρόδιναν φτώχεια και εγκατάλειψη. Οι Guarani είναι ένας από τους μεγάλους πληθυσμούς ιθαγενών της Νότιας Αμερικής με χαρακτηριστικό ενοποιό στοιχείο την ομώνυμη γλώσσα. Ζουν διασκορπισμένοι σε κοινότητες στην λιγοστή εναπομείνασα (με αβέβαια ιδιοκτησιακά δικαιώματα) γη τους που εντοπίζεται κυρίως στην Παραγουάη, στην Αργεντινή και τη Βραζιλία. Η μετακολομβιανή ιστορία τους είναι κοινή με αυτή όλων των ιθαγενών των αμερικάνικων ηπείρων. Αποδεκατισμός παλαιότερα, λεηλασία της γης διαχρονικά, δυσκολίες ενσωμάτωσης στο σύγχρονο τρόπο ζωής τώρα.
Το κείμενο όμως τούτο δεν αφορά μία ακόμα από τις αναξιοπαθούσες μειονότητες του κόσμου, είναι για τους μικρούς πρωταγωνιστές της ζωής μας. Καθώς αναχωρούσαμε από το οικισμό και είχαμε φτάσει στην κεντρική βρύση, κάτι αναπάντεχο συνέβη. Κάτι που εξηγούσε την πρότερη εξαφάνιση της «ομάδας καθαριότητας».
Όπως απρόσμενα είχε εξαφανιστεί, έτσι αναπάντεχα ανασυντάχτηκε και εμφανίστηκε ξανά μπροστά μας. Όμως ήταν διαφορετική και πολυπληθέστερη. Διαφορετική στην όψη γιατί τα παιδιά είχαν φορέσει τα καινούργια τους ρούχα και πολυπληθέστερη γιατί μαζί τους είχαν φέρει και τα οικόσιτα ζωάκια τους να μου τα δείξουν. Η μικρή Verigiana τον παπαγάλο της, o Manuel το σκύλο του και η Ιsabella τη γάτα της. Δείτε την περηφάνεια και τη χαρά με την οποία ποζάριζαν πια για τις φωτογραφίες. Κάτι τέτοιες στιγμές αισθάνομαι τυχερός που η φωτογραφική μηχανή είναι πια μόνιμη συνοδός μου.
Αυτή όμως η έκπληξη δεν ήταν η τελευταία πράξη, είχε και encore. Με προσκλητήρια νοήματα μας έκαναν να καταλάβουμε ότι έπρεπε να περιμένουμε λίγο ακόμα. Τότε κάποιοι έτρεξαν και έφεραν ενισχύσεις, τα μεγαλύτερά τους αδέλφια, με έναν από αυτούς κιθαρωδό. Και ιδού η νέα έκπληξη. Μικροί και μεγαλύτεροι σχημάτισαν μια επί τούτου, ad hoc, χορωδία, πήραν θέσεις και άρχισαν να τραγουδούν.
– “Τί λένε τα λόγια;“ ρώτησα την Victoria.
– “Είναι ένα αυτοσχέδιο τραγούδι της στιγμής για να μας ευχαριστήσουν που ήρθαμε εδώ.“
Ακούστε το και θα καταλάβετε γιατί είναι το πιο ωραίο μέλος που έχω ακούσει και το πιο ωραίο τέλος ιστορίας που έχω γράψει:
* Ο Χαράλαμπος Βλαχόπουλος είναι Καθηγητής Καρδιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. (instagram)




