Του Γιώργου Μαντά
Όταν πληροφορήθηκα πως τα θεατρικά έργα του γνωστού θεατρικού συγγραφέα και κινηματογραφιστή Μάρτιν ΜακΝτόνα κινδυνεύουν στη γενέτειρά του λόγω της επιβεβλημένης πολιτικής ορθότητας το μυαλό μου πήγε δεκαετίες πίσω όταν μαθητής Δημοτικού ακόμα μου ακουγόταν άσχημα ο τρόπος με τον οποίο οι περισσότεροι συμμαθητές μου ζητούσαν άδεια από τη δασκάλα για να επισκεφθούν την τουαλέτα.
Μου φαινόταν εξαιρετικά κακόηχη και απρεπής η φράση ”να πάω να κατουρήσω;” η οποία σπανιότερα υπήρχε και σε δεύτερη παραλλαγή ανάλογα με τη βιολογική ανάγκη που αντιμετώπιζε ο εκάστοτε μαθητής. Η δεύτερη μάλιστα φράση μου φαινόταν επιπροσθέτως και αηδιαστική.
Θυμήθηκα μάλιστα που το είχα συζητήσει με τη μητέρα μου και μου είχε προτείνει να χρησιμοποιώ τη φράση ”να πάω στην τουαλέτα;” σε περίπτωση που βρισκόμουν σε ανάλογη περίπτωση.
Οι βωμολοχίες μου δημιουργούσαν ανέκαθεν ένα είδος συστολής μέχρι που το πέρασμα των χρόνων με έκανε να καταλάβω την χρησιμότητά τους καθώς στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο μας συντελούνται καθημερινά πράξεις που ακόμα και οι χειρότερες(αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν τέτοιες) λέξεις δεν αρκούν για να περιγράψουν τη φρικώδη πλευρά αυτού του κόσμου που μας περιβάλλει.
Στη συνέχεια παρακολουθώντας τα δελτία ειδήσεων που έβλεπαν οι μεγάλοι στη δεκαετία του ’90 ερχόμουν αντιμέτωπος με πράξεις και συμπεριφορές που ενώ δεν περιείχαν καθόλου βωμολοχίες δεν έπαυαν από τις περιγραφές και μόνο να ακούγονται φρικιαστικές κι αναρωτιόμουν καθώς έμπαινα στην εφηβεία ή και μικρότερος ότι εφόσον αυτός είναι ο κόσμος που μας περιβάλλει κι ότι δεν έχουν όλοι τις αγνότερες προθέσεις σε αυτή τη ζωή ποιός ο λόγος να μη λέμε τα πράγματα με το όνομά τους παρά να προσπαθούμε να τα καλύψουμε με κάθε είδους λεκτικά φτιασιδώματα;
Όντας λάτρης της τέχνης από νεαρή ηλικία αναρωτιόμουν γιατί οι άνθρωποι κατακρίνουν ένα βιβλίο, μια ταινία ή ένα θεατρικό έργο όταν περιέχει βωμολοχίες ή σκληρές σκηνές και δεν προβληματίζονται από αυτή την καλλιτεχνική μεταγραφή της πραγματικότητας που κάνει ο κάθε δημιουργός ώστε ο κόσμος να γίνει καλύτερος ή τουλάχιστον να προσπαθήσει.
Η γελοιότητα της δικαιολογίας ότι η τέχνη επηρεάζει τους ανθρώπους και τους κάνει να γίνονται μιμητές των όσων παρακολουθούν στα έργα τέχνης μου ακουγόταν ανέκαθεν ως χοντρή σαχλαμάρα (ή τεράστια αν θέλω να είμαι πολιτικά ορθός και στο πνεύμα της εποχής όπου διορθωτές των βιβλίων του Ρόαλντ Νταλ αφαίρεσαν το εν λόγω επίθετο που υποδήλωνε το πάχος ενός ήρωα στο βιβλίο του ”ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας” αντικαθιστώντας το με το πιο εύηχο ”τεράστιος”).
Μεγάλωσα στη δεκαετία του ’90 και παρόλο που δεν υπήρχε πολιτική ορθότητα τόσο η ανατροφή μου όσο και η προσωπική μου αντίληψη για τον κόσμο μέσα από τις προσλαμβάνουσες που είχα με έκανε να σέβομαι και να τιμώ τους ανθρώπους όποιο σωματότυπο κι αν είχαν, όποια σεξουαλική προτίμηση κι αν εξέφραζαν κι όποιο κι αν ήταν το μορφωτικό τους επίπεδο.
Την ώρα που συνομήλικοί μου (αλλά και ενήλικοι για να μην ρίχνουμε το φταίξιμο πάντα στους νεότερους) έβρισκαν σε έναν άνθρωπο που σκόνταφτε κι έπεφτε μια αφορμή για ξεκάρδισμα εγώ έβλεπα έναν άνθρωπο που πιθανόν να χτύπησε από το πέσιμο και να χρειάζεται βοήθεια για να σηκωθεί από το έδαφος.
Κι αυτό δε στο μαθαίνει καμία πολιτική ορθότητα παρά μόνο η οικογενειακή σου ανατροφή και η ίδια η προσωπική διάθεση του καθενός να κατανοήσει συμπεριληπτικά τον κόσμο ακόμα και σε εποχές που πιθανόν να μην υπήρχε ή να μην ήταν τόσο διαδεδομένος ο όρος.
Με λίγα λόγια και όσον αφορά την τέχνη δεν έχει κανένα νόημα να προχωρήσουμε σε μιας νέας μορφής λογοκρισία σε αυτή και να φτάσουμε και σε ενδεχόμενο σημείο μελλοντικά να βάζουμε ”μπιπ” και να αφαιρούμε ακόμα κι από τις ελληνικές ταινίες τη λέξη ”κοντός” ή ”χοντρός” ή οτιδήποτε άλλο. Αντί για αφαίρεση των εν λόγω λέξεων σε ταινίες π.χ. του Ρίζου και του Βουτσά θα μπορούσαμε να μάθουμε από νωρίς στα παιδιά να σέβονται το συμμαθητή τους που έχει διαφορετικό σωματότυπο και ύψος από εκείνα. Αυτό εκτός της οικογένειας που είναι ο πυρήνας της διαμόρφωσης της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου καλώς ή κακώς θα μπορούσε να γίνει και σε ανάλογες συζητήσεις μέσα στην τάξη από τους δασκάλους κι αργότερα από τους καθηγητές.
Ο καθηγητής Μαθηματικών που με κορόιδευε και χασκογέλαγε στο Γυμνάσιο επειδή σε κάποια φάση έκανα παρέα και μοιραζόμουν το θρανίο με ένα παιδί που είχε έρθει στην τάξη μας και είχε νοητική υστέρηση καθώς και οι συμμαθητές μου που σιγοντάριζαν τη συμπεριφορά του δεν πρόκειται διαχρονικά να αλλάξει νοοτροπία όσα διορθωμένα με ευαισθησίες πολιτικής ορθότητας βιβλία κι αν μπουν στις βιβλιοθήκες κι όσες κομμένες ή διορθωμένες σκηνές κι αν υπάρξουν σε ταινίες ή θεατρικά έργα.
Ο κώδικας καλής συμπεριφοράς και η ανάδειξη του σεβασμού της προσωπικότητας του άλλου δεν περνάει κατά τη γνώμη μου από κανένα δρόμο πολιτικής ορθότητας στην τέχνη και τα παράγωγά της. Επίσης πρέπει πάντα να εξετάζεται η πρόθεση πίσω από κάθε κείμενο ή άλλο καλλιτεχνικό έργο.
Κρύβοντας ή διορθώνοντας τις λέξεις σε ένα έργο τέχνης οι πληγωτικές συμπεριφορές δεν θα πάψουν να υπάρχουν ενώ μπορούμε κάλλιστα λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους να καλλιεργήσουμε ηθικές αξίες και σωστή συμπεριφορά στα νεότερα άτομα που απαρτίζουν την οικογένειά μας. Ο πλήρης σεβασμός (και όχι η ανοχή) στην εθνικότητα, στο φύλο, στο σεξουαλικό προσανατολισμό, στη θρησκευτική πίστη ή την αθεϊα, στο μορφωτικό επίπεδο των συνανθρώπων μας είναι μια αδιάκοπη προσπάθεια αναμέτρησης με τον ειλικρινή εαυτό μας και η διάθεσή μας να βγούμε νικητές από τον πειρασμό της άσχημης κι απαξιωτικής συμπεριφοράς ο οποίος είναι υπαρκτός και μας τρώει εξαιτίας του εγωισμού και της απόδειξης της υποτιθέμενης ανωτερότητάς μας.
Η χύμα όπως και η σωστή, αξιοπρεπής και μετρημένη συμπεριφορά είναι συνειδητή επιλογή και δεν επηρεάζεται από τα έργα τέχνης. Προσωπικά δεν θέλω να πιστέψω πως οι άνθρωποι είναι τόσο ανόητοι ώστε να επηρεαστούν στη ζωή τους από ένα έργο τέχνης και να πράξουν ανάλογα με αυτό που είδαν ή διάβασαν παρόλο που μερικές φορές την κουτοπονηριά τους την βαφτίζουν ανοησία. Κι αυτό όμως πρόκειται για συνειδητή επιλογή.
Θα μπορούσαμε άραγε να ισχυριστούμε πως για κάθε κακοποιητική και βίαιη συμπεριφορά φταίνε οι ταινίες του Ταραντίνο; Σαφέστατα και όχι.
Αν λογοκρίνουμε και αφαιρέσουμε σκηνές από την ”πηγή των παρθένων” του Μπέργκμαν ή από τα έργα του Λαρς Φον Τρίερ όπως π.χ. το εξαιρετικό ”Nymphomaniac” , αυτή τη σπουδή στην ψυχανάλυση και την σεξουαλική συμπεριφορά θα πάψουν να υπάρχουν κακοποιητικές και παραβιαστικές συμπεριφορές κι οι βιασμοί θα αποτελούν παρελθόν; Εννοείται πως όχι.
Πολλοί κακοποιητές και γενικά άνθρωποι με άσχημες συμπεριφορές δεν έχουν ιδέα από τέχνη ούτε έχουν παρακολουθήσει ποτέ στη ζωή τους κάποια ταινία ή θεατρικό έργο ούτε έχουν διαβάσει κάποιο βιβλίο ή κι αν το έχουν πράξει σίγουρα δε φταίει το εκάστοτε καλλιτεχνικό έργο για τη διαστρέβλωση στην οποία υπόκειται μέσα στο μυαλό του κάθε θεατή/αναγνώστη.
Κάποιοι έχουν την άποψη ότι η τέχνη θα έπρεπε να δίνει μόνο θετικά μηνύματα, να εθελοτυφλεί δηλαδή μπροστά στην ασχήμια του κόσμου που σίγουρα δεν τη γέννησε αυτή, χαρούμενες μελωδίες, χαρές και γλέντια και γάμοι στο τέλος της κάθε ταινίας κι όλα να είναι χαρούμενα και φωτεινά κι όλα τα έργα να είναι παραλλαγές του ”μικρού σπιτιού στο λιβάδι”.
Δεν μπορώ να μην εκλάβω αυτή την άποψη ως σκέψη επί του πονηρού ή άλλοθι-δικαιολογία για άθλιες συμπεριφορές και πράξεις που έχει κάποιος στο μυαλό του και σκοπεύει να πραγματοποιήσει.
Πολλά καλλιτεχνικά έργα που δείχνουν την άσχημη πλευρά της ζωής πιθανόν το κάνουν για παραδειγματισμό ή και διδακτισμό που κι αυτός κάποιες φορές δεν είναι κακός τρόπος για να πεις κάποια πράγματα.
Και σίγουρα δεν ευθύνονται αυτά για την επιτηδευμένη ή μη ανωριμότητα του κάθε θεατή/αναγνώστη/ακροατή.
Πιστεύω πως η κατάχρηση της πολιτικής ορθότητας θα μας οδηγήσει σε φαινόμενα του παρελθόντος όπως τότε που διατείνονταν πως η heavy metal μουσική οδηγεί τους ακροατές της στο σατανισμό.
Αν ο θεατής/ακροατής/ αναγνώστης δεν έχει την ικανότητα να διαχωρίσει τι είναι τέχνη και τι ζωή σίγουρα δεν ευθύνεται η τέχνη γι’ αυτό.
Ποιός ο λόγος να αφαιρεθούν σελίδες ή να λογοκριθούν βιβλία όπως το ”και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν” της Flannery O’Connor που αποτελεί μια κριτική μεταξύ άλλων στον θρησκευτικό φανατισμό και φονταμενταλισμό;
Ποιά θα είναι η θέση του ”θα φτύσω στους τάφους σας;” του θρυλικού αυτού αντιρατσιστικού βιβλίου του Μπορίς Βιαν;
Δεν θα αποτελέσει ολόκληρη διαστρέβλωση και ωμή παρέμβαση στο ύφος του Τζακ Κέρουακ ενδεχόμενη διόρθωση των βιβλίων του;
Και στα καθ’ ημάς όμως τα πράγματα δείχνουν πως αν η πολιτική ορθότητα αποφασίσει να σαρώσει σημαντικά λογοτεχνικά έργα Ελλήνων συγγραφέων πιστεύω πως δεν θα μείνει τίποτα στο πέρασμά της.
Μεγάλωσα διαβάζοντας τα βιβλία του Σκούρτη, του Ξανθούλη και του πολυαγαπημένου μου Βαγγέλη Ραπτόπουλου μεταξύ πολλών άλλων.
Αναρωτιέμαι αν θα εκδιδόταν σήμερα ”ο κίλερ” και το ”ασκήσεις έρωτα” του μακαρίτη του Σκούρτη και πόση διόρθωση άραγε χωράει στις τετρακόσιες εβδομήντα τρεις σελίδες της θαυμάσιας ”Λούλας” του Βαγγέλη Ραπτόπουλου καθώς και το αν θα μιλάμε πια για διόρθωση ή για ολοκληρωτική μετάλλαξη.
Τα διηγήματα της αγαπημένης Λένας Κιτσοπούλου θα επιζήσουν άραγε ή θα θαφτούν για πάντα σε κάποια συρτάρια;
Θα μπορούσε κάποιος σύγχρονος πολιτικά ορθός κριτής να μέμψει άραγε τον Γιάννη Ξανθούλη για κάποιες αναφορές στο βιβλίο ”το ροζ που δεν ξέχασα” ή στο μαγικό ”ο σόουμαν δε θα ‘ρθει απόψε”;
Ακόμα και για βιβλία της δεκαετίας των zeroes ο κίνδυνος τσεκουριάσματος κάποιων σελίδων είναι υπαρκτός, όπως π.χ. τη σελίδα 69 του αγαπημένου βιβλίου ”χάπι λου” της Εύης Λαμπροπούλου όπου με εντελώς αθώο τρόπο γίνεται μια πλάκα με την ομιλία των ελληνικών από κάποιο ξένο. Κι όμως το βιβλίο είναι εντελώς αντιρατσιστικό και gay friendly κι εκδόθηκε το 2001.
Η ευαίσθητη και συμπεριληπτική ποίηση της αγαπημένης Κατερίνας Γώγου μήπως θα κουτσουρευόταν στα χέρια ενός -σε καμία περίπτωση καλλιτέχνη- πολιτικά ορθού λογοκριτή, για παράδειγμα στο ποίημα ”η μοναξιά” από την ποιητική συλλογή ”ιδιώνυμο” ή το ”κι εδώ” από την ποιητική συλλογή ”τρία κλικ αριστερά” λόγω κάποιων λέξεων;
Η ταπεινή μου γνώμη είναι πως σε ένα άλλο επίπεδο η έλξη του κόσμου από τη φασίζουσα νοοτροπία δεν σταματάει επειδή μπήκε κάποια νομοθετική ρύθμιση απαγόρευσης καθόδου κομμάτων τέτοιας ιδεολογίας στον πολιτικό στίβο και αυτό είναι ένα γεγονός που προσωπικά πιστεύω πως συνδέεται και με την πολιτική ορθότητα στην τέχνη, το θέμα δηλαδή που θίγω σε αυτό το κείμενό μου. Σε έναν κόσμο που διαχρονικά κι ίσως κι από τη δημιουργία του έλκεται από παράνομα λόγια κι ανάλογες συμπεριφορές και πράξεις, σε μια κοινωνία που ενώ καταδικασμένοι εγκληματίες-έστω και με κωλυσιεργία από τη Δικαιοσύνη-για διεύθυνση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που δρούσε υπό το μανδύα πολιτικού κόμματος κάνουν προεκλογικό αγώνα κι ετοιμάζουν νέο πολιτικό υποτίθεται κόμμα και υπάρχουν υποστηρικτές τους με την εξωφρενική άποψη πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να μετανοήσει και να αλλάξει ή ότι διάβασαν το καταστατικό του νέου κόμματος και το βρίσκουν πατριωτικό και καθόλου ναζιστικό η εισχώρηση της πολιτικής ορθότητας στην τέχνη δεν πρόκειται να προσφέρει κοινωνικά ευαίσθητους και συνειδητοποιημένους πολίτες-καταναλωτές τέχνης.
Η Παιδεία, αυτή η τόσο ταλαιπωρημένη έννοια και σίγουρα όχι με την απλή παράθεση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων είναι εκείνη που θα οδηγήσει στο σεβασμό προς το συνάνθρωπο και την αποδοχή της διαφορετικότητας μέχρι που να πάψει να λέγεται και διαφορετικότητα κι απλώς να νοείται ως επιλογή ζωής.
Υπάρχουν πολλά καλλιτεχνικά έργα που με σκληρό, ωμό τρόπο έχουν στόχο να οδηγηθούν τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση, την ανάδειξη των τρωτών σημείων και την βελτίωση των ανθρώπινων σχέσεων. Για παράδειγμα ο σεβασμός στον χοντρό συνάνθρωπό μας δεν είναι κάτι που θα συμβεί αυτόματα αν στις ταινίες στα θεατρικά έργα και στα βιβλία αντικατασταθεί το συγκεκριμένο επίθετο με το ”τεράστιος” ή το ”μεγαλόσωμος” ή όποιο άλλο σκαρφιστούν μελλοντικοί πολιτικά ορθοί διορθωτές καλλιτεχνικών έργων αλλά μόνο αν μας γίνει συνείδηση πως ο χλευασμός και η κοροϊδία των συνανθρώπων μας για οποιοδήποτε χαρακτηριστικό τους είναι κάτι που θίγει πρωτίστως (κι ίσως μόνο) τους πομπούς και όχι τους δέκτες των προσβολών. Το ίδιο ισχύει και για κάθε συμπεριφορά και γενικότερα έκφανση της ζωής μας.

Συμφωνώ απόλυτα με την θέση του άρθρου. Θα ήθελα μόνο να προσθέσω ότι το καλλιτεχνικό έργο κάθε γενιάς αποτυπώνει, όπως και οφείλει ως καθρέφτης, τον τρόπο που βλέπει/ερμηνεύει το παρελθόν το παρόν και το μέλλον της. Η “διόρθωση” παλαιότερου καλλιτεχνικού έργου αποσκοπεί στο να προσαρμόσει το καλλιτεχνικό έργο κατά κάποιο τρόπο στα γούστα του σήμερα και αυτή η πρακτική συμβαίνει κατά κόρον από την αρχαιότητα. Από την καταστροφή προτομών μη αρεστών προσωπικοτήτων στην Αίγυπτο μέχρι τον χρωματισμό των ασπρόμαυρων ταινιών. Όταν όμως προσαρμόζουμε ένα έργο στα γούστα των ημερών πέραν των θεμάτων αισθητικής που ανακύπτουν, όχι μόνο ακυρώνουμε την ματιά… Διαβάστε περισσότερα »
Η πολιτική ορθότητα, όπως πολλά πράγματα, θέλει να αποκρύβει την ιστορία της. Δεν είναι θεωρία συνωμοσίας, είναι η ιστορία των λέξεων. Το “πολιτικά ορθό” ήταν σε σχέση με την σταλινική ερμηνεία περί εφαρμογής του “ορθού” κομμουνισμού. Ήταν το μέτρο βάσει του οποίου κάποιοι στέλνονταν στα γκούλαγκ. Καμία συμπεριληπτικότητα δεν προωθεί η σημερινή πολιτική ορθότητα. Τον κοινωνικό σεκταρισμό και τον φυλετισμό προωθεί. Οι επί μέρους ταυτότητες, οι δευτερεύουσες, αναγάγονται σε πρωτεύουσες για να τεθούν στο περιθώριο οι βασικές. Και αυτό με έκδηλη εμπάθεια και υπερχειλή ρεβανσισμό. Η έννοια του πολίτη μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και ξαφνικά υπάρχει μόνο ο έμφυλος (αυτο)προσδιορισμός.… Διαβάστε περισσότερα »