σε , , ,

Η ζωή μας με τον Αχιλλέα Λαγούδοβιτς

Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, η μνήμη από τα χάδια και την αγάπη του ρεμπέτη λαγού παραμένει δυνατή

5522545 orig

Της Γεωργίας Δρακάκη

Την Αλεπότρυπα την ξέρετε; Το επίσημό της όνομα είναι Λόφος Ελικώνος και βρίσκεται στην Άνω Κυψέλη. Έχει ένα γηπεδάκι μπάσκετ, μερικά μονοπάτια και μια ωραία θέα στην πόλη.

Εκεί, λοιπόν, κάτω από ένα δέντρο, σε μια μικρή λακκούβα και με ένα ματσάκι αγριολούλουδα  ακουμπισμένα στο πρόσωπό του, κοιμάται εδώ και έναν χρόνο ο Αχιλλέας Λαγούδοβιτς.

Έζησε κοντά μας έξι και κάτι χρόνια με τρόπο ξέφρενο και ανέμελο. Με πολλές λιχουδιές και άφθονα χάδια, με αταξίες και ασταμάτητες εκπλήξεις.

Η νύχτα που μας προειδοποίησε για το “τελευταίο σάλτο” του ήταν εφιαλτική. Ο Αχιλλέας φερόταν παράξενα, έπινε νερό και έπεφτε από το στόμα του, τιναζόταν και μας τρόμαζε με το φέρσιμό του.

Τα τηλέφωνά μας σε κλινικές ζώων που διανυκτέρευαν απέβησαν άκαρπα: τρεις διαφορετικοί γιατροί μάς συνέστησαν να μην ταλαιπωρήσουμε το ζωντανό και να το αφήσουμε να “ησυχάσει”.

Το πρωί της επομένης, η γάτα Σκάι ήρθε για πρώτη και τελευταία φορά στο κρεβάτι μας και με τα πόδια της στο πρόσωπό μας προσπαθούσε να μας ξυπνήσει.

Μας ειδοποίησε ότι το λαγουδάκι μας είχε φύγει από την ζωή, ξαπλωμένο στον ήλιο του μπαλκονιού μας στα Πατήσια, όπου μέναμε εκείνη την περίοδο.

Ήταν Ιούλιος του 2020, μια εποχή που ο Χ. κι εγώ δεν θα ξεχάσουμε ποτέ-για διάφορους λόγους.

2241717 orig

Η λαγουδοθεσία

Τον Αχιλλέα Λαγούδοβιτς τον γνώρισα ως ένα ανώνυμο κουνέλι. Έναν μικροσκοπικό, άγριο κούνελο, φερμένο από την Καρυά Ελασσόνας.

Υποτίθεται ότι βρέθηκε στην άκρη ενός δρόμου που διέσχιζε με το αυτοκίνητό του ο Χ. και τον περιέσωσε. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι τον πήρε από έναν χασάπη, λίγο πριν σφαγεί.

Ο Χ. ήθελε να μου τον δωρίσει για την ονομαστική μου γιορτή που, όπως κάθε χρόνο, έπεφτε κοντά στο Πάσχα. Έξυπνο.

Δεν είχα κατοικίδιο ως τότε. Είχα όμως το πρώτο φοιτητικό μου σπίτι, στην οδό Αραχώβης των Εξαρχείων. Ισόγειο, μεγαλύτερο από γκαρσονιέρα, με μια αυλή στο πίσω μέρος που παρείχε πλήρη ακρόαση των ταινιών που παίζονταν στο θερινό Ριβιέρα.

Για αρκετά χρόνια, αποστήθιζα ακουσίως soundtracks και διαλόγους. Κι οι μουσαφίρηδές μου το ίδιο, φυσικά.

Όταν άνοιξε το μικρό κουτί παπουτσιών, αντίκρισα ένα μικροσκοπικό, γούνινο μπαλάκι με κατάμαυρα μάτια.

Δεν θυμάμαι την συγκυρία κατά την οποία ο Χ. τον βάπτισε Αχιλλέα.

Η γούνα του άστραφτε και όλα έδειχναν πως θα γίνει ένας δυνατός κούνελος, ήρωας, ολόδικός μας. Αχιλλέας, λοιπόν. Το Λαγούδοβιτς ήρθε αργότερα ως δική μου έμπνευση-κλοπή, από το υπέροχο επώνυμο της φίλης δημοσιογράφου Ελένης Γκρήγκοβιτς.

Οι περιπέτειες του Αχιλλέα

Με αυτό το όνομα, ήταν καταδικασμένος σε μια περιπετειώδη ζωή που σπάνια ζει κάποιο πλάσμα του είδους του.

Ο κτηνίατρος μάς είχε πει ότι αυτό το άγριο κουνέλι είναι δυνατό, αλλά θέλει προσοχή: όχι πολλές μετακινήσεις, όχι θορύβους, όχι αλλαγές στην καθημερινότητά του.

Εμείς τον φροντίζαμε όσο μπορούσαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να υπακούσουμε απολύτως τον γιατρό του, λόγω της ασταθούς ζωής μας και των καλοκαιρινών μας δουλειών.

Δεν τον σκλαβώσαμε ποτέ σε κλουβί, τον είχαμε σαν σκύλο. Κοιμόταν, στην καλοκαιρία, στην αυλίτσα. Είχε αρκετά σημεία με σκιά και πάντα φαγητό και νερό.

Στα πολλά κρύα, τον βολεύαμε στην σαλονοκρεβατοκάμαρα του εξαρχειόσπιτου. Μια φορά, πριν χρόνια, είχε χιονίσει και έτρεξα σπίτι να τον βάλω μέσα αμέσως. Ο Αχιλλέας πήδαγε δεξιά κι αριστερά κυνηγώντας τις νιφάδες, δεν ήθελε να μπει μέσα. Η γούνα του από χρυσφιά, είχε γίνει κατάλευκη. Μοναδικό θέαμα.

Άλλες φορές, που έβρεχε απροειδοποίητα, μπαίναμε αγχωμένοι στο σπίτι και τον πετυχαίναμε μουσκεμένο, ξαπλωμένο ανέμελα μες στα νερά της βροχής-δεν προσπαθούσε και ιδιαίτερα να προστατευθεί.

Τον στεγνώναμε με πιστολάκι και τον χαϊδεύαμε για να μη στεναχωριέται και να μην κρυώνει.

Όταν πήγα μία και μοναδική φορά στην ζωή μου σεζόν στην Πάρο και δεν υπήρχε καμία λύση για φιλοξενία του τόσους μήνες, τον πήρα μαζί στο καράβι και τον τακτοποίησα σε ένα άδειο χοιροστάσιο, κοντά στην Μάρπησσα, όπου βοσκούσε και λιαζόταν πλάι σε κοτούλες και χήνες.

Τον επισκεπτόμουν καθημερινά, αλλά για λίγο. Πέρασε αρκετή μοναξιά εκείνο το καλοκαίρι. Και πάλι άντεξε όμως.

Είχε δείξει την κράση του από τις πρώτες ημέρες παραμονής του στο εξαρχειόσπιτο. Μέχρι να βάλουμε καλαμωτή, περνούσε κάτω από το κάγκελο που διαχώριζε την αυλή μαςμε του δίπλα.

Ο δίπλα είχε ένα θηλυκό κυνηγόσκυλο, την Αθηνά, που, μια μέρα, κυνήγησε ανηλεώς τον Αχιλλέα φτάνοντας μέχρι το σπίτι μας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα απόγευμα που έψαχνα παντού τον Αχιλλέα και τον είδα στην άκρη της απέναντι αυλής. Με ένα ακροβατικό, πέρασα το διαχωριστικό κάγκελο, τον έπιασα, τον πέταξα στην δικη μας αυλή κι ξαναπήδηξα.

Μέχρι να προσγειωθώ στην αυλή μας, ο Αχιλλέας είχε ξαναπεράσει απέναντι. Τα αυτάκια του χόρευαν σαν τρελά με την αταξία που κατάφερε να επαναλάβει. Γέλασα και, λίγες ώρες μετά, η αυλή “σφραγίστηκε” με μια παχιά παχιά καλαμωτή.

7094750 orig

Είχε κοιμηθεί στο μπαλκόνι των γονιών μου στο Μοσχάτο και στο μπαλκόνι των γονιών του Χ. στα Ιλίσια. Είχε κάνει διακοπές στην Τζια, εν μέσω καλοκαιρινής σεζόν του Χ. Μια περίοδο, έζησε Παπάγου, παρέα με έναν γάτο, μια χελώνα και και δύο ηλικιωμένες  σκύλες, απολύτως ειρηνικά-πάντα υπό την εποπτεία μας.

Αδίκως, η ιδιοκτήτρια του σπιτιού κατηγόρησε τον Αχιλλέα ότι είχε μασουλήσει τους καναπέδες της. Μέγα ψέμα: ο λαγός αυτός ούτε καλώδια δεν μασούσε!

Κάθε φορά που τον ταϊζαμε (φρέσκα λαχανικά, λίγη ξηρά τροφή χωρίς κουνελίνη και το χόρτο του που ποτέ δεν αγάπησε) μας ευχαριστούσε κάνοντας τον  “κύκλο της αγάπης”. Χόρευε γύρω από τα πόδια μας με ουρά και αυτιά σε παραλήρημα. Μετά από μερικές στροφές, έπαυε και αναπαυόταν.

Καθημερινά, μαζεύαμε τα “κοκοπόπς” του. Δεκάδες, εκατοντάδες κουνελοκακά… Δεν τα έκανε ποτέ μες στο σπίτι, πάντα ε

Έξω στις εκάστοτε αυλές που τον είχαμε και, μάλιστα, κοντά σε σιφόνια όταν έβρισκε.

Την φωνή του την άκουσα μία και μοναδική φορά, όταν κατά λάθος τον πάτησα με την γόβα μου. Τσίριξε, σαν ποντίκι.

Ένα φιλάκι στο κεφάλι του νομίζω πως με εξιλέωσε γρήγορα.

Ο Αχιλλέας γίνεται αδερφός

Ο Αχιλλέας ήταν σταρ, ήταν πασάς. Δεν είναι τυχαίο που, χάρη στην ομορφάδα και το στιλ του, ήρθε στο κονάκι μας η Μαριαλένα Βαϊνανίδη από το spitishoot και μου χάρισε μερικά τρυφερά καρέ μαζί του.

Η πιο γλυκιά περίοδος της ζωής μου, τα χρόνια στο εξαρχειόσπιτο. Κλειδί για αυτό το σπίτι είχαν πάνω από δέκα διαφορετικά άτομα. Κάναμε πάρτυ στην αυλή, σιωπηλή συναινέσει των γειτόνων, παίζαμε μπουζούκια και κιθάρες, πίναμε ως το πρωί, καμιά φορά τσακωνόμασταν.

Στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας έμενε η ρεμπέτισσα Μαριώ που είχε αδυναμία στην Αθηνά, το κυνηγόσκυλο. Ακούγαμε την καλημέρα της, τακτικά.

Στο μποέμ μας, ατίθασο σύμπαν, το διάστικτο από αφραγκίες, βιβλία, έρωτες, εργασίες και μελέτη για την σχολή, πρόβες για τα πρώτα λάιβ και γνέσιμο δημοσιογραφικών ονείρων, προστέθηκε η Σκάι, ένα θρασύ, ασπρόμαυρο γατί.

Βρέθηκε στον περίβολο του ομώνυμου καναλιού, την είχαν περιμαζέψει κάποιες δημοσιογράφοι και η Σταματίνα Σταματάκου είχε δημοσιεύσει μια φεϊσμπουκική αγγελία γατοθεσίας. Δεν μπορούσα να αντισταθώ. Άλλωστε, σε αυτή τη ζωή είμαι καταδικασμένη να ερωτεύομαι ασπρόμαυρα, ζωηρά γατιά: τον Ντόριαν, τον Νυχτούλη (του Παπάγου!) και τώρα, πια, την Σκάι.

Ο Αχιλλέας τα είδε όλα. Το μωρό τον κυνήγαγε ανηελώς, παίζοντας μαζί του. Τον δάγκωνε, του τράβαγε τα αυτιά του, τον γρατσούναγε στο πρόσωπο. Ποτέ δεν την φοβήθηκε. Αντιθέτως, την άφηνε να κοιμάται πάνω του και κοιμόταν κι αυτός μαζί, κι ας μην τον βόλευε η στάση που έπρεπε να πάρει για να είναι άνετο το γατί.

7478474 orig

Όταν πήγαμε στο πρώτο επισήμως κοινό μας σπίτι με τον Χ, στα Πατήσια, η Σκάι είχε μεγαλώσει για τα καλά και είχε αποδεχθεί πλήρως τον αδερφό της. Εκείνος, άλλωστε, ζούσε στο μπαλκόνι κι εκείνη μες στο σπίτι. Λίγες στιγμές συναντιόνταν.

Μας συγκίνησε πολύ το βρωμόγατο όταν μας ειδοποίησε για το τέλος του Αχιλλέα. Βδομάδες μετά, καθόταν πίσω από το τζάμι, στην μπαλκονόπορτα από όπου μέχρι πρότινος μπορούσε να βλέπει τον Αχιλλέα να τρέχει και να μασουλά.

Καθόταν και κοίταζε το κενό, κάπως μελαγχολική.

Το κενό του Αχιλλέα

Έχοντας μάθει να λειτουργούμε για τρία χρόνια με δύο ζώα, της Σκάι δεν ήταν το γραφτό της να μείνει μόνη.

Αναζητήσαμε αμέσως σκύλο και ανοίξαμε το σπίτι μας στην μονόφλαλμη, πειρατίνα Χαρά, ένα λευκό μαλτέζ-κανίς γκριφόν. Η Σκάι δεν την έχει αγαπήσει ακόμα, έναν χρόνο μετά, αλλά η αγάπη της Χαράς φτάνει για δέκα Σκάι.

Ο Αχιλλέας μάς λείπει πολύ. Είναι, ίσως, δύσκολο να υποτευθεί κανείς το δέσιμο που μπορεί να πετύχει ένας άνθρωπος με ένα κουνέλι, με ένα αγριοκούνελο, με έναν λαγό.

με Σκάι

Κι όμως. Όταν τον χαϊδεύαμε στο κεφάλι, έβαζε πίσω τα αυτιά και έκλεινε τα μάτια. Όταν γυρνούσαμε σπίτι και ανοίγαμε την μπαλκονόπορτα μάς έκανε υποδοχή. Άκουγε στο όνομά του. Αγαπήθηκε από τους γονείς, τα αδέρφια και τους φίλους μας, με τους οποίους είχε την δική του αλληλεπίδραση.

Υπήρξε πολύ λιχούδης-μια φορά, έφαγε ένα κομμάτι γύρο χοιρινό που μας είχε πέσει από το σουβλάκι μας και μια άλλη είχε ανέβει στην καρέκλα, είχε τεντωθεί μέχρι το τραπέζι, αναποδογύρισε ένα ποτήρι τσίπουρο και το έγλειφε με λαχτάρα.

Το μπωλάκι του νερού του, σε εκείνη την φάση, αν αναρωτιέστε, ήταν γεμάτο και ολόφρεσκο.

Θυμάμαι που είχε κλέψει με το στόμα ένα κομμάτι μήλο από το κλουβί του καναρινιού του μπαμπά μου. Αδυσώπητος και μαχητής. Δεν αρρώστησε ποτέ του. Μια μιρκή ωτίτιδα που πέρασε μέσα σε μια εβδομάδα. Δεν μας ταλαιπώρησε ποτέ.

Προσαρμοστικός και τρυφερός, κοινωνικός και απρόβλεπτος στις ενδείξεις χαράς και αγάπης του.

Λάτρευε τα ρεμπέτικα. Κάθε φορά που είχα μπουζούκια στο σπίτι, παρακολουθούσε ξαπλωμένος αναπαυτικά τα δάχτυλα και τις χορδές. Κι όταν έβαζα Τσιτσάνη, κάτι κυριακάτικα μεσημέρια, ερχόταν κοντά στο λάπτοπ για να ακούει καλύτερα.

με Σκάι 2

Δεν περιμέναμε ποτέ ότι θα κλαίγαμε τόσο πικρά όταν τον αποχαιρετήσαμε. Σημάδεψε για τα καλά μια περίοδο της ζωής μας και στάθηκε άξιος δάσκαλός μας στην Αγάπη.

Όσο τον είχαμε, δεν τρώγαμε ποτέ κουνέλι ή λαγό. Κι ούτε μπορούμε να φάμε πια ξανά. Με το φευγιό του, έκλεισε ένας κύκλος. Κι αμέσως μετά, άνοιξε άλλος. Μας αγαπούσε τόσο πολύ που, εκείνη την τελευταία του νύχτα, προσπαθούσε να ανακάμψει όταν τον φωνάζαμε με το όνομά του. Έκανε μικρά σάλτα ζαλισμένος.

Θυμάμαι τις πρώτες νύχτες που τον είχα στο σπίτι. Ξυπνούσα αλαφιασμένη με τον τρόμο ότι θα έχει πεθάνει. Ήταν το πρώτο πλάσμα μετά τον εαυτό μου που χρειάστηκε να φροντίσω, να είμαι υπεύθυνη για εκείνο.

Τον ευχαριστώ γιατί, φεύγοντας από την ζωή (μας), άφησε χώρο για να έρθει η Χαρά. Γιατί με άφησε να μουσκέψω την γούνα του με τα δάκρυά μου για ανόητους λόγους πολλές, πολλές φορές. Γιατί καθόταν να τον χτενίζω και να του κόβω τις τζίβες του, κερνώντας με ένα λαγουδίσιο φιλί με την μικρή γλωσσίτσα του.

Ο Αχιλλέας Λαγούδοβιτς δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Κι αυτό το κείμενο ας συντελέσει στην εδραίωση της ανάμνησής του από όσους πήραν την ανεκτίμητη χαρά του χαδιού του.

Ήταν βελουδένιος, ήταν ένας και μοναδικός. Εσείς που αγαπάτε ένα ζωάκι, ξέρετε. Καταλαβαίνετε…

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.