του Αλέξανδρου Σαλαμέ (asalames1@gmail.com)
Φόβος. Άγχος. Τρόμος και για να αγγίξεις τα χέρια των αγαπημένων σου..
Το Alert από την Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, ήχησε δυνατά σαν ξυπνητήρι.
Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα πια. Θα αργήσει η επιστροφή στην κανονικότητα.
Η ανθρωπότητα υποφέρει. Φοβάται. Και εσύ μαζί τους πιο πολύ.
Τα τελευταία σύννεφα ελπίδας, ότι ο Μάρτιος αυτός θα μοιάζει με άλλους Μάρτιους που έζησες σε αυτό τον πλανήτη εξανεμίστηκαν.
Πηγαίνεις με φόβο στην δουλειά. Πηγαίνεις με φόβο στο σούπερ μάρκετ.
Κατεβάζεις τα ράφια.
Βλέπεις την ταμεία να ιδρώνει και να σκουπίζει τα μάτια της. Από την πίεση και την υπερπροσπάθεια. Σχεδόν μηχανικά αγοράζεις τα μαντήλια δίπλα σου για να απολυμάνεις ότι αγόρασες.
Πριν λίγες ώρες ήσουν στη δουλειά. Τη δουλειά που θα γίνει εκ περιτροπής από την επόμενη εβδομάδα. Τη δουλειά που σου έμεινε όταν έχασες όλες τις άλλες δουλειές σου μέσα με λίγες ώρες.
Στο ενδιάμεσο ραντεβού με την Α., για να μιλήσετε για τα σχέδια που κάνετε και θέλετε να κάνετε. Τα μάτια άδεια και από τους δύο. Προσπαθείτε να οργανωθείτε αλλά βαθιά μέσα σας ξέρετε, ότι δεν γίνεται αυτό.
Τούτη η αρρώστια μοιάζει με μια μοχθηρή μπαμπούσκα, που κάθε φορά που την ανοίγεις βρίσκεις και άλλο φόβο και άλλους θανάτους και άλλη αρρώστια.
Γυρνάς σπίτι. Βάζεις ένα ποτό απολυμαίνεις ξανά, βάζεις πλυντήριο ξανά και βάζεις ένα ποτό ανοίγοντας το Netflix.
Τα αυτιά σου καίνε. Ίσως είναι από την αρρώστια, ίσως από την ένταση και την στεναχώρια. Βγαίνεις στο μπαλκόνι και αφουγκράζεσαι την ησυχία της πόλης και την μικρή φωλιά που έχτισες. Το φρούριο σου.
Τη σιωπή σπάει το μήνυμα στο messenger από τον Θ.
“Πάμε να πιούμε ένα ποτό;” Τον γειώνεις χωρίς δεύτερη σκέψη και αναρωτιέσαι αν αυτός είναι πολύ αφελής ή εσύ πολύ φοβισμένος.
Και τι δεν θα έδινα για ένα ποτό τώρα.
