Γράφει ο Δημήτρης Μακρίδης
Η παιδική ηλικία είναι θεμελιακή και καθοριστική για κάθε άνθρωπο. Τότε πλάθεται ο καθένας μας, παρατηρώντας και λαμβάνοντας τα ερεθίσματα του κόσμου και πλουτίζοντας τις μνήμες του. Ακούει τους πάντες χωρίς την τυφλότητα κάποιας ιδεολογίας ή τη σκληρότητα και τον συμφεροντολογικό υπολογισμό ενός ενήλικα. Ρουφάει την εποχή με τα μάτια ορθάνοιχτα και αντιλαμβάνεται τις παραμικρές δονήσεις και αλλαγές της. Και όταν ενηλικιώνεται, με τη ματιά τού τότε και τη γνώση τού τώρα, γίνεται ικανός να αποτυπώσει ανάγλυφα την κοσμογονία της.
Τέτοιος είναι και ο πρωταγωνιστής στο βιβλίου του Βασίλη Τσιαμπούση «Ο κήπος των ψυχών», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εστία». Ένας μικρός μαθητής που χάνει και τους δύο γονείς του στη δεκαετία του ’40. Μένοντας ορφανός στο κατώφλι μιας άγριας ενηλικίωσης μέσα στην εξίσου άγρια Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Μια Κατοχή που ήταν η Τρίτη κατά σειράν, μετά την 1η (1912-1913) και τη 2η (1916-1918). Εξάλλου, οι βλέψεις των Βουλγάρων για το έδαφος της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κράτησαν από τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα μέχρι, θα έλεγε κανείς, την είσοδο της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε αυτή την 3η Κατοχή οι Βούλγαροι υποχρεώνουν τους ντόπιους να αλλάξουν τα ονόματά τους και τις επιγραφές των δρόμων και των καταστημάτων, να χρησιμοποιούν λέβα στις συναλλαγές τους και να βάλουν με το ζόρι Βούλγαρους συνεταίρους στις επιχειρήσεις τους. Και όποιος αρνούνταν, τα αντίποινα ήταν σκληρά. Τα μάτια του μικρού πρωταγωνιστή, λοιπόν, θα δουν πολλές σκληρές εικόνες γεμάτες φόβο, μίσος και σκοτάδι.
Παρά τη φυσική του απέχθεια στους κατακτητές, ο ήρωας του βιβλίου θα βρει το πρότυπο του πατέρα στον Βούλγαρο υπολοχαγό Άντον, που θα κατοικήσει στο επιταγμένο σπίτι του. Από τη μια θα θέλει να τον σκοτώσει, όπως οι Βούλγαροι σκότωσαν τον πατέρα του. Από την άλλη δεν μπορεί να μην δει έναν φυσιολογικό και ευαίσθητο άνθρωπο με τη δύστροπη, πάντως, γυναίκα του.
Όταν όμως εκείνη θα ξαναφτιάξει την αυλή της μάνας του χωρίς να πειράξει τα δέντρα της, και ο Άντον θα τον μυήσει στο σκάκι, αφιερώνοντάς του πολλές ώρες για τη διδασκαλία των βασικών, τα αισθήματά του μαλακώνουν. Μάλιστα θα δει στο όνειρό του το ζευγάρι να συζητά φιλικά στον κήπο με τους γονείς του. Έτσι με την «παράξενη έγκριση» της νεκρής του μάνας και του πατέρα του, ο ίδιος θα νικήσει τις τύψεις, θα νιώσει οικεία και θα τους αγαπήσει πραγματικά. Το αποτέλεσμα θα είναι να γίνει το ψυχοπαίδι του ζευγαριού στα πιο ευαίσθητα χρόνια του.
Χρόνια στα οποία χάνει και τους δύο καλούς του φίλους και συμμαθητές. Τον Εβραίο Σάλμο, που θα φυγαδευτεί οικογενειακώς χωρίς ο ήρωάς μας να γνωρίζει για χρόνια αν είναι ζωντανός. Και τον Κώστα, έναν Πόντιο αριστερής οικογένειας, που μετά τον Εμφύλιο θα καταφύγει με τους αντάρτες στην Τσεχοσλοβακία. Αυτοί οι τρεις συμμαθητές και φίλοι φτιάχνουν πέρα από την ιστορία μιας πόλης, της Δράμας, την αφήγηση μιας χώρας και μιας εποχής. Αξίζει να αναφέρουμε την άγνωστη σε πολλούς Έλληνες συγκέντρωση των Εβραίων της πόλης στο τοπικό καπνομάγαζο του Φαρατζή, πριν πάρουν το τραίνο για το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τρεμπλίνκα. Από τα 500 άτομα της κοινότητας, δεν θα επιστρέψει πίσω κανείς. Αλλά και να σταθούμε στο κίνημα της Δράμας, που ξέσπασε τον Σεπτέμβρη του ’41. Κίνημα κακοοργανωμένο αλλά λαϊκό, ίσως η πρώτη αντίδραση κατά του Άξονα μέσα στην κατεχόμενη Ευρώπη. Ένα εγχείρημα εξαρχής καταδικασμένο που είχε αιματηρή κατάληξη και εκατοντάδες νεκρούς. Αλλά που εντέλει συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής και απέτρεψε την κάθοδο περισσότερων Βουλγάρων για τον εποικισμό της. Κάτι που μας θυμίζει, παρά τη διαφορετική ιδεολογική αφετηρία, το αντίστοιχο των πολιτών της Βαρσοβίας και του Κράλιεβο και Κραγκούγεβατς της Σερβίας. Ένα κίνημα, αυτό της Δράμας, που είχε την ίδια αφέλεια αλλά και την αντίστοιχη γνησιότητα με τα άλλα. Θεωρούμε δε πως πρέπει να τιμάται από τους κατοίκους της Δράμας ως κάτι γνήσιο και αυθεντικό όπως συμβαίνει και στην Πολωνία.
Είχαμε καιρό να διαβάσουμε βιβλίο χωρίς να κοιτάμε σε τακτά διαστήματα πόσες σελίδες έχουμε ακόμη μέχρι το τέλος. Η αφήγηση του Τσιαμπούση σε δροσίζει, όπως τα μπουζάτα νερά στον δημοτικό κήπο της Δράμας. Οι λέξεις παγώνουν στον αέρα όπως φυσάει ο βοριάς τον χειμώνα από τα βουνά της περιοχής, όπου διαδραματίζονται οι μάχες της αντίστασης και του εμφυλίου. Τα κεφάλαια είναι σαν ασπρόμαυρα πλάνα χωρίς περιττές λεπτομέρειες, που μπορούν να ενωθούν σε μία καλοδουλεμένη ταινία εποχής του Νέτφλιξ. Δείχνοντας στους νεότερους συνδρομητές της ψηφιακής πλατφόρμας πως όταν μιλάμε για πόλεμο, μιλάμε για κάτι διαφορετικό από αυτό που ζούνε οι ίδιοι. Γιατί μέχρι να ακουστεί η πρώτη ντουφεκιά κανείς δεν γνωρίζει πως θα αντιδράσει.
Τι θα κάνεις αν πεινάει η οικογένειά σου και το σπίτι των Εβραίων γειτόνων παραμένει άδειο; Πώς θα διαχειριστείς την απώλεια αγαπημένων προσώπων όταν βλέπεις τον δολοφόνο τους να κυκλοφορεί ελεύθερος; Καλύτερα να μην βρεθούμε σε τέτοιες καταστάσεις και να πρέπει πρακτικά να απαντήσουμε. Καταστάσεις, όμως, που τις ζει ο δεκαπεντάχρονος ήρωας του βιβλίου του Τσιαμπούση.
Κάποιες σκηνές του βιβλίου είναι συγκινητικότατες. Όπως εκείνη στην οποία ο ήρωας βλέπει στο σαλόνι του σπιτιού του μια φωτογραφία του γάμου των γονιών του. Μια χαρούμενη στιγμή που είναι μαζεμένοι όλοι οι στενοί συγγενείς τους. Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως είναι όλοι τους νεκροί. Μια σκηνή στην οποία, όσο και να κρατιέσαι βάζεις τα κλάματα, όπως ο ήρωας του βιβλίου.
Όλα αυτά λίγο πριν, λίγο μετά αλλά κυρίως κατά τη δεκαετία του ’40. Μία εποχή κακού για της Ελλάδα και ίσως για όλη την ανθρωπότητα. Ο Τσιαμπούσης στο βιβλίο του πάντως, δεν ψάχνει μετά από τόσα χρόνια για ήρωες και προδότες. Σε μία εποχή κακού υπάρχουν μόνο θύματα. Θύματα που είπαν και έπραξαν πράγματα που σε άλλες περιπτώσεις δεν θα τα είχαν καν σκεφτεί. Θύματα που έχασαν περιουσίες, αλληλοσφάχτηκαν με συγγενείς και γείτονες και χωρίστηκαν με φίλους γκαρδιακούς. Και άλλαξαν άγρια όπως αλλάζουν και οι πρωταγωνιστές στο βιβλίο του Δραμινού συγγραφέα. Άγρια και γρήγορα.
Τόσο γρήγορα, που σε κάνει να αναρωτιέσαι στο τέλος ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί. Το πώς ξεκινά κανείς και πώς καταλήγει. «Στην αρχή ξεκινάς να βγάζεις λεφτά και μετά νιώθεις ότι έχεις να κάνεις με ψυχές», λέει ο φωτογράφος πατέρας του πρωταγωνιστή, που πουλούσε πλαστές ταυτότητες για να φυγαδεύσει τους Εβραίους της πόλης. Πράξη που πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή. Πράξη για την οποία θα τιμηθεί ο γιος του από το κράτος του Ισραήλ.
Και τι μένει για τους άκαπνους επίγονους πέρα από παλιές ιστορίες που ακούνε βαριεστημένα, όπως τα παιδιά του πρωταγωνιστή στο τέλος του βιβλίου; Να αφήσουν τις παλιές πληγές των άλλων και να κοιτάξουν τις δικές τους. Η χώρα βγαίνει μετά από δεκαετή εκτροχιασμό, την ψυχικά τραυματική εμπειρία της πανδημίας και τις οικονομικές επιπτώσεις ενός πολέμου στην ήπειρό της. Με τόσα πολλά δεν χρειάζεται να βάλουν και την δεκαετία του ’40 στο κεφάλι τους. Αν θέλουν να κρατήσουν κάτι από τότε είναι η μεταπολεμική αισιοδοξία. Αυτή που απορρέει από το βιβλίο του Τσιαμπούση. Η πίστη πως το ειρηνικό μέλλον θα είναι καλύτερο για όλους.
Πως ο κήπος θα ξαναβγάλει καρπούς, φρούτα και άνθη. Κοιτώντας «πολύ προς τα μπροστά και λίγο προς τα πίσω», όπως συμβούλευε ο Βούλγαρος υπολοχαγός τον μικρό πρωταγωνιστή του βιβλίου.



