Από την Μαριάνθη Καραλή
(Μια πρόσφατη εμπειρία μου στο θέατρο Coronet, H πόρνη από πάνω του Αντώνη Τσιπιανίτη με την Κατερίνα Διδασκάλου, σκηνοθεσία Σταμάτης Πατρώνης )
-ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ( ΕΙΜΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ) ΑΛΛΑ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ-
Διασχίζοντας αρκετή απόσταση και περιπλανώμενη σε αρκετά μέσα μεταφοράς είχα την ευκαιρία να σκεφτώ αρκετά πριν φτάσω στο θέατρο. Καμιά φορά ο χρόνος στα μέσα και η αντίθεση από τους πολύβουους δρόμους, το συνωστισμό και το φως σε φέρνει σε απόλυτη αντίθεση με το σβήσιμο των φώτων στην αίθουσα του θεάτρου. Νομίζω πως η διαδρομή για το θέατρο λειτουργεί και ως πνευματική αποχή-προετοιμασία για να μπορέσεις να αποσυνδεθείς και να δεις με μια ολότελα διαφορετική προσήλωση κάθε φορά όσα θα γίνουν στη σκηνή. Αυτή τη φορά το έργο αποτελούταν από ένα μόνο πρόσωπο, που ενσάρκωνε η Κατερίνα Διδασκάλου και δεν ήταν άλλο από το «Η πόρνη από πάνω στο θέατρο Coronet».
Η παράσταση αυτή ανεβαίνει δέκα χρόνια αλλά νομίζω ότι σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό πλαίσιο δεν μπορεί ποτέ να ιδωθεί με το ίδιο βλέμμα. Εάν το θέατρο είναι μία συνδημιουργία πραγματικότητας και καθώς τα στοιχεία του αλλάζουν διαρκώς(κοινό, φωτισμοί , διάθεση ηθοποιού τρέχοντα κοινωνικά γεγονότα κ.α.) το αποτέλεσμα και το συναίσθημα που γεννάται δεν ακουμπάει, ακριβώς, ποτέ στο προηγούμενο. Το έργο αυτό υπηρετεί τη συγκεκριμένη σκέψη και ίσως εάν κάποιος το έχει δει σε ένα άλλο χρονικό πλαίσιο να μπορεί να κατανοήσει διαφορές.
Μη γνωρίζοντας τα τεκταινόμενα άλλων καιρών τολμώ να πω πως η παράσταση πιο πολύ από ποτέ χρειάζεται, τώρα. Γιατί όσα δεν μπορούμε να μετατρέψουμε σε λόγο πριν ακόμα κατανοήσουμε μπορούμε εάν θέλουμε να τα νιώσουμε σε κάποιο θέατρο. Η γυναίκα που κακοποιείται βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής και μας αφήνει για λίγο να μπούμε στο κόσμο της χωρίς να απολογείται για αυτόν. Πέρα από κάθε πλαίσιο η Κατερίνα Διδασκάλου σηκώνει στους ώμους θεατρικά το βλέμμα ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας(βαθμιαία μικρότερου ελπίζω) που ρωτάει με περίσσεια υποκριτική απορία γιατί δεν έφυγε, γιατί δεν μίλησε. Το να βρίσκεσαι θεατής σου δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθείς όσα συμβαίνουν πολύ πιο βαθιά καθώς η ταχεία ροή των γεγονότων μας βάζει συχνά σε μία θέσης γρήγορης απάντησης-ανταπόκρισης. Η επιβεβλημένη λοιπόν σιωπή μας κάνει να δούμε τη ζωή μιας γυναίκας μέσα από τα δικά της μάτια. Το έργο αυτό δεν σε οδηγεί να ξεχαστείς καθώς καθήκον της τέχνης δεν είναι η τήρηση της κοινής ησυχίας.
Οι γυναικοκτονίες, η κακοποίηση, η απουσία επαρκούς πλαισίου στήριξης και δομών επιμένουν σταθερά. Το επιτυχές σημείο είναι ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν χρειάζεται να εξηγηθεί γιατί το βίωμα της απόγνωσης, της ελπίδας που φθείρεται και ευτελίζεται κάθε μέρα περισσότερο ξεκινώντας από την αγάπη και φτάνοντας στον θάνατο, είναι εκεί, μόνιμα παρών. Βλέποντας το να εκτυλίσσεται βίωσα την απογοήτευση, την αηδία της για τη βία, τη δίψα για ελευθερία όμως αναπήδησε και κάτι άλλο η αίσθηση τρωτότητας. Μου δημιουργήθηκε ένας μικρός φόβος(εάν μπορεί οποιοσδήποτε φόβος να είναι μικρός) και τέλος μια υπόθεση. Μήπως δε μιλάμε για την παθογένεια μίας κοινωνίας γιατί έτσι νιώθουμε πως δεν είμαστε μέρος αυτής. Το να είσαι εν δυνάμει άρρωστος σε υποστελεχομένο νοσοκομείο, θύμα βίας, έκθετος σε καιρικά φαινόμενα και πάσης φύσεως «κακοτοπιά», με απουσία κρατικής ευθύνης είναι τρομακτικό. Εάν επιτρέψεις στον εαυτό να υποθέσει πως εσύ εξαιρείσαι από τα δεινά τότε θα βρεις μια προσωρινή γαλήνη, προσοχή όμως είναι σημείο των καιρών. Τα προβλήματα υπάρχουν, αν δεν κοιτάμε κάτι δεν εξαφανίζεται. Η έννοια της μονιμότητας του αντικειμένου κατακτάται στην παιδική ηλικία και καλό είναι η συζήτηση για εκείνη να μένει εκεί.
Όπως μια άλλη παράσταση με δίδαξε: για κάθε τυχαίο γεγονός πρέπει να πάρετε μια θέση. ( φράση από το «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού του Ντάριο Φο, σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας, Θέατρο Γκλόρια, Να δείτε και εκείνη)
Λοιπόν εσείς πως νιώσατε;
