Ο Κώνσταντίνος Βρέλλης, γιος του Παύλου Βρέλλη, λέει πως το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων ο πατέρας του δεν το άφησε κληρονομία μόνο σε αυτόν και την αδερφή του Άννα αλλά σε όλους τους Έλληνες. Σήμερα μας παρουσιάζει άγνωστες πτυχές της ζωής και του έργου του πατέρα του, άγνωστα εκθέματα του μουσείου (τα οποία είναι εκατοντάδες) και την μάχη που δίνουν για την επιβίωση του ιστορικού αυτού μουσείου μιας και, όπως υποστηρίζει, η πολιτεία όχι απλά δεν βοηθά για την ομαλή λειτουργία του, αλλά αντίθετα το αντιμετωπίζει ως μια απλή επιχείρηση.

«Εφτά γεμάτα χρόνια χωρίς αυτόν» παρατηρεί ο Κ.Β. και μας αφηγείται την ιστορία του πατέρα του: «Ήταν παιδί που ορφάνεψε από μάνα στα 4 χρόνια του και από πατέρα στα 13. Άτομο ως αιχμάλωτος πολέμου στη φυλακή που τον είχαν ρίξει οι Γερμανοί, κατάλαβε ότι η ζωή χάνεται εύκολα και αμετάκλητα. Έργα της ύλης που έπλαθε, δημιουργώντας μορφές ανθρώπων, θα παρέμεναν όχι μόνο για θυμίζουν αλλά και να τον κρατάνε σε αγρύπνια. Όχι οποιεσδήποτε μορφές. Προσωπικότητες που τον οδήγησαν με τα έργα τους, αγαπημένοι που του κρατούσαν ζεστή την ψυχή, αδικοχαμένοι που προσδοκούσαν να συμπορευτούν μαζί του αλλά έμελλε να μην ξανασμίξουν ούτε για ένα χαμόγελο.



Ο Παύλος Βρέλλης αποφοίτησε από τη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία το 1947, όμως ο εμφύλιος πόλεμος («Ο χειρότερος πόλεμος» όπως έλεγε) του σακατεύει το ηθικό και αναγκάζεται μέσα σ’ όλη τη θλίψη να τελειώσει με αργά βήματα την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το 1954. Ευτυχεί να δουλέψει ως συντηρητής τα επόμενα τρία χρόνια σε έργα της Ακρόπολης. Αντιλαμβάνεται ότι ο σεβασμός στην ιστορία και τις πολύτιμες παρακαταθήκες όσων πρόσφεραν στην τέχνη αποτελεί μέγιστο κριτήριο στην εξέλιξη του προκειμένου και τα δικά του έργα να αναγνωριστούν ως παρακαταθήκες. Τα επόμενα χρόνια καταφέρνει να αποσπάσει υποτροφίες για χαλκογλυπτική στη Φλωρεντία και ψηφοθεσία στη Ραβέννα.

Έχοντας λάβει και Θεωρητικό και Πρακτικό πτυχίο από την ΑΣΚΤ ονειρεύτηκε να αρχίσει καριέρα ως γλύπτης. Μεγάλη του αγάπη ρεύματα που είχαν εδραιωθεί πρόσφατα (κυβισμός, κονστρουκτιβισμός, αφαιρετικές μορφές τέχνης). Ταξιδεύει συνέχεια για να εμβαθύνει νοητικά και να εμπλουτίζεται πνευματικά. Αλλά η τέχνη που είχε αναπτύξει και θεωρούσε «ορθογραφία της δουλειάς του», το καλλιεργημένο ταλέντο του, η τίμια συμπεριφορά του και οι μοντέρνες ιδέες του δεν χωρούσαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η Ήπειρος κατασκεύαζε κάθε ωραιοποιημένο μπούστο επιφανών σύμφωνα με τις επιταγές ανίδεων. Τα Ηρώα, όπως αυτό του Μπιζανίου, θύμιζαν ένδοξες ποτίστρες – όμορφες μόνο στην μπροστινή όψη, οι αδρές γραμμές χάνονταν από καθοδηγούμενες επιτηδεύσεις ανατομικών λεπτομερειών (γαλλική μυτούλα, μαζεμένα αυτάκια, χείλη με σφιχτά περιγράμματα) και η φυσικότητα θα έπρεπε να πλαστογραφείται ώστε να γίνεται αρεστό το αποτέλεσμα στον εντολοδόχο.
Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, του ανοίγει τις πόρτες το 1971-1977, προκειμένου να διδάξει Σύγχρονα Ρεύματα Τέχνης. Μόνιμη διαφωνία του με τους καθηγητές ιστορίας ήταν ότι θεωρούσε την ιστορία υποκειμενικά μεταβαλλόμενη σύμφωνα με την καλλιέργεια, τη γνώση και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία αυτές σχηματίστηκαν. Δημιούργησε ένα μικρό πειραματικό χώρο στο χωριό Μουζακαίοι το 1975 σε ηλικία 52 ετών. Μεταφέρθηκε στον υπάρχοντα χώρο στο Μπιζάνι Ιωαννίνων το 1995, έχοντας ξεκινήσει το 1983 (60 ετών). Αυτή η συνιστώσα της πορείας του, αυτή η εσωτερική του δύναμη που θα έπρεπε να εμπνέει, παραμένει μόνιμα υποτιμημένη από την πλειονότητα των επισκεπτών.»

Σήμερα το επιφανέστερο έργο του Παύλου Βρέλλη μετρά σαράντα πέντε χρόνια ζωής.
Η μακροβιότητα όχι μόνο του έργου αλλά και της αποδοχής του από το κοινό, το οποίο περιλαμβάνει ανθρώπους όλων των ηλικιών από διάφορα μέρη του κόσμου, έγκειται στο ότι η ιστορία χρησιμοποιείται ως γενεσιουργός αιτία και όχι ως αυτοσκοπός. Παραμένει πάνω απ’ όλα ένα έργο τέχνης. Μόνο αρνητικό, είναι το ότι ακόμη και καλλιεργημένοι και ανοιχτόμυαλοι επισκέπτες εστιάζουν στο κερί και όχι τη δουλειά, τη μόρφωση και το ανεπτυγμένο ταλέντο που απαιτείται, ώστε το κερί να αποτελέσει το τελικό στάδιο, λόγω της ποιότητάς του να προσομοιάζει την ανθρώπινη επιδερμίδα. Ελάχιστοι ανιχνεύουν το ότι ο ίδιος ο εσωτερικός χώρος, αποτελεί και αυτός ένα έργο τέχνης, μεταπλασμένος και πατιναρισμένος έτσι ώστε να μεταφέρει το κλίμα ή το περιβάλλον των σκηνών που λαμβάνουν χώρα. Τα ομοιώματα, υπηρετούν την ιδέα και δεν τοποθετούνται πάνω και πέρα από αυτή. Και, επειδή ο επισκέπτης γίνεται υποκείμενο του χώρου, των μορφών και των αντικειμένων καθίσταται όχι απλός ερευνητής, αλλά μέτοχος της ιστορίας.



Μια άλλη πλευρά του έργου του, που δεν παρουσιάζεται γιατί δεν έχει ακόμη εκτεθεί παρά μόνο τμηματικά, αποτελούν: τα φυλασσόμενα ρούχα και φορεσιές, πίνακες του Παύλου Βρέλλη (τέμπερες, υδατοχρώματα, κάρβουνο – αρκετοί από αυτούς αποτελούν δοκίμια), χαρακτικά του έργα, σμικρύνσεις και μεταπλάσεις προτομών που χρονολογούνται από την αρχαιότητα έως και τον 20ο αιώνα. Ίσως καλύτερα που δεν έχουν εκτεθεί ακόμη γιατί τους αξίζει ένα ιδιαίτερο στήσιμο σε κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο.

Τα παιδιά του καλλιτέχνη, ανέλαβαν το 2006. Από τότε, οι προσπάθειές τους εστιάζονται πρώτα στη συντήρηση των κτιριακών δομών (παρέλαβαν φθαρμένα και ρημαγμένα ουκ ολίγα τμήματα) και έπειτα σε οτιδήποτε άλλο. Μεγαλόπνοα έργα που δε θεμελιώνονται σωστά και δεν συντηρούνται τακτικά, καταρρέουν. Και μαζί μ αυτά και το περιεχόμενο.
Μέχρι τα 72 του, ο γλύπτης δούλευε. Μετά, χαιρόταν την επαφή με τους επισκέπτες του. Όχι όλους. Πάντα υπήρχαν οι κακόπιστοι που θα ήθελαν να έχουν την επιφάνεια του, αλλά πάντα έβλεπαν κοντά και έκριναν ρηχά. Ειδικά ο θρασύς έλληνας, αυτοκοστολογεί αυθαίρετα οποιαδήποτε υπηρεσία ή έργο κατά το δοκούν. Τότε, η έλλειψη καλλιέργειας και περισσότερο η έλλειψη καλής πίστης, γίνονται εμφανείς. Στις μέρες μας, άλλοι αποτελούν την κάστα των τρελαμένων οξύθυμων από την κρίση, των περίεργων που έχουν έρθει να χαζέψουν, των κενόδοξων ψαγμένων που κρίνουν άπαντες και δεν δέχονται κριτική από κανένα, των ιδεαλιστών (sic) που αντιτίθενται στα ιδανικά του Μουσείου για να βρίσκονται σε διαρκή «επαγρύπνηση» και αντιδιαστολή…

Ακολουθούν τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα βγαλμένα απ’ τη ζωή, όπως τα περιγράφει ο κ. Βρελλης.
·Δεν έχει σημασία που το Μουσείο ευαισθητοποιείται προς τους πολύτεκνους και τους άνεργους, αφού δεν έχω κι εγώ καλύτερη (προνομιακότερη κατά μια στρεβλή λογική) μεταχείριση ας το βγάλω άχρηστο, εφευρίσκοντας αήθειες (παρωχημένο, υπερτιμημένο, δεν έχει το «τάδε» θέμα, και πάει λέγοντας).
·Κοινοί ρατσιστές, ακόμη και σε πρόσφατα «παράπονά τους» διασπείρουν ψευδώς ότι ο Παύλος Βρέλλης «πίστευε» ότι δεν θα έπρεπε να πληρώνουν οι Έλληνες τόσο πολύ όσο πληρώνουν και οι ξένοι. Ισχνό έως αδιάφορο μέρος της Ελλάδας εξανίσταται επειδή προπορεύθηκαν 12 Αλβανοί και έμειναν (οι ρατσιστές) στην ουρά. Αυτοί θα αποτελέσουν το μέλλον. Ευτυχώς όχι του Μουσείου. Γιατί η ίση μεταχείριση δεν έπαψε να υφίσταται στο έργο αυτό. Ο αείμνηστος τα χαρακτήριζε ως άτομα των οποίων η ύπαρξη διέπεται από τη ρήση: «ο φθόνος είναι αρρώστια της μετριότητας».
·Selfie addicts που τους κόπηκε η χαρά του check–in στο Facebook επειδή ο συνοδός τους κατάλαβε [θα συγκεντρωθούν αργότερα στο έργο], επαγγελματίες αγενείς, νεαρά άτομα που περιδιαβαίνουν το χώρο σε λιγότερο από πέντε λεπτά και τραβολογάνε τους γονείς από κοντά, ανιστόρητοι πλην περισπούδαστοι ξερόλες, ανακριτές της πορείας του «πλούτου» που παράγεται από τα εισιτήρια και τις πωλήσεις, απαίδευτοι που πετάνε ό,τι σκουπίδι μπορεί να φανταστεί κανείς στα πιο απίθανα μέρη και πάμπολλα άλλα ομοειδή (παρ)άφρονα αποτελούν την κατηγορία που δέχεται παρατηρήσεις από τους συνοδούς του Μουσείου. Δεν αποτελεί έκπληξη το ότι συνήθως αποφασίζουν να εκδικηθούν με μια κακή κριτική στο TripAdvisor, λαθραία φωτογραφία στο Google Maps και το FB, αφού έχουν χυδαιολογήσει, για να έχουν και την πρώτη ύβρι και την τελευταία λέξη.
Αυτοί είναι η ενσάρκωση φτηνής σκέψης και έωλης λογικής. Η μετεξέλιξη των ατόμων που πάντα αποστρέφονταν ο Παύλος Βρέλλης. Η μειοψηφία.


Όσο για την πλειοψηφία, αυτή αντιλαμβάνεται τη σημασία και την ομορφιά του εξωτερικού χώρου (με βλάστηση που έχει σοφά τοποθετήσει η σύζυγος του γλύπτη, στην οποία εμπιστεύτηκε τα πάντα) και την Ιστορική σημασία του κτιρίου που φέρει μορφή κτίσματος Αστικής Φρουριακής Αρχιτεκτονικής της ενδοχώρας της Ηπείρου κατά τον 18ο αιώνα. Ως φυσική συνέχεια του έξω, έπεται το έσω, με τα 36 θέματα να κρύβουν εκπλήξεις που δε γίνονται εύκολα αντιληπτές. Μόνο μετά το πέρας της περιήγησης, αναγνωρίζουν ότι μόνο μια πολυσχιδής προσωπικότητα μπορεί να δράσει παράλληλα και ως συλλέκτης, ενδυματολόγος, μάστορας, αρχιτέκτονας, ζωγράφος και γλύπτης.
Μα το πιο σημαντικό, είναι ότι θα κατανοήσουν ότι τόσα ερεθίσματα δεν είναι δυνατόν να «ταξινομηθούν» εν μια νυκτί. Αν έχει έρθει προετοιμασμένος (υπάρχει άφθονο υλικό στο www.vrellis.gr) θα απορροφήσει και θα αφομοιώσει δημιουργικά. Αν όχι, ευχής έργο θα είναι να εξερευνήσει και να εμβαθύνει, ορμώμενος από την εμπειρία του αυτή.