Γράφει ο Πάνος Ποντικίδης
Πάνε κάποια χρόνια από τότε που ήμουν στο σχολείο και κάναμε κατάληψη. Ήταν θυμάμαι για το νομοσχέδιο του Αρσένη. Ήταν μια χρονική συγκυρία η οποία με καθόρισε σε μεγάλο βαθμό. Γυρνούσα σπίτι νωρίς και ανακάλυπτα τα βινύλια του πατέρα μου. Black Sabbath, Led Zeppelin, Bee Gees κ.α. Έτσι, από μια σκοπιά χρωστάω πολλά σε αυτές τις καταλήψεις. Αυτή η πολιτισμική – μουσική εξερεύνηση και μια αξεπέραστη αδυναμία στα μαθηματικά είναι στην πραγματικότητα ό,τι αποκόμισα από τις μέρες εκείνες.
Ο λόγος που δεν συμμετείχα στις καταλήψεις, αλλά ψήφιζα πάντα ΝΑΙ για τους παραπάνω λόγους, είναι ότι ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κάναμε κατάληψη, τι θέλαμε να κερδίσουμε και πως μέσω της κατάληψης θα το καταφέρναμε. Ήμουν 15 χρονών και το μόνο που με ενδιέφερε ήταν πότε θα παίξω μπάλα. Πολλοί συμμαθητές μου, αγωνιστές με το λάβαρο ψηλά, προσπάθησαν να μου εξηγήσουν την κατάσταση αλλά η παπαγαλία που επανειλημμένως μου αραδιάζανε δεν με βοηθούσε να καταλάβω. Προφανώς ούτε αυτοί είχανε καταλάβει αλλά συνήθιζαν να το αναπαράγουν για λόγους που δεν είναι της παρούσης.
Συνεπώς, ο λόγος για τον οποίο ούτε εγώ αλλά ούτε αυτοί μπορούσαν να καταλάβουν γιατί κάνανε ό,τι κάνανε ήταν ότι οι καταλήψεις ήταν πάντα υποκινούμενες και υποστηριζόμενες από εξωσχολικά στοιχεία. Ποιος μπορούσε στα 15 του να αξιολογήσει το τότε εκπαιδευτικό σύστημα ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει και την μεταρρύθμισή του; Αυτό είναι απολύτως λογικό μιας και ένα παιδί του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου στην ηλικία 15-18 χρονών, ιδιαίτερα αν μιλάμε για αγόρι, έχει άλλα σοβαρά προβλήματα που το απασχολούν: Το απασχολεί αν έχουν πάρει γραμμή στο σπίτι ότι καπνίζει, αν η facebook profile pic είχε επαρκή αριθμό Like, αν θα σηκώσει κούπα ο γαύρος, αν η Μαιρούλα από το Γ2 φοράει string και οι πιο προχωρημένοι, αν θα πάνε κανά στριπτιτζάδικο το Σάββατο που έρχεται και πως θα καταφέρουν να πάρουν κανά δίκυκλο για να κάνουν το κομμάτι τους στο σχολείο. Όχι ότι τα κορίτσια της ηλικίας αυτής έχουν κανέναν υπαρξιακό προβληματισμό. Αντίστοιχοι είναι και οι προβληματισμοί από τη δική τους οπτική γωνία.
Θέλω να πω ότι σε μια εφηβική ηλικία οι προβληματισμοί των παιδιών δεν μπορούν να είναι πολιτικοί και αυτό είναι λογικό. Γιατί στην ηλικία της εφηβείας είμαστε όλοι ανώριμοι. Ανακαλύπτουμε τον κόσμο και σε κάθε βήμα μας νομίζουμε ότι έχουμε ανακαλύψει τον τροχό. Κανείς δεν μπορεί να με πείσει ότι υπάρχουν 16χρονοι που ασχολούνται με την κυβέρνηση της χώρας τους και έχουν σχηματισμένη, προσωπική πολιτική άποψη. Στην καλύτερη περίπτωση, είναι φερέφωνα των πολιτικών απόψεων που εκφέρονται από οικεία πρόσωπα (γονείς, παππούδες ή δασκάλους). Δεδομένων αυτών, είναι αστείο να θεωρούμε ότι οι καταλήψεις για το Μακεδονικό είναι αποτέλεσμα μαθητικής, εθνικής ευαισθησίας.
Όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητά αν σκεφτούμε ότι τελειώνοντας το σχολείο, 18 χρονών (δηλαδή σε ηλικία δικαιώματος ψήφου) η συντριπτική πλειοψηφία των νέων έχει διδαχτεί μόνο την ιστορία του σχολείου, η οποία σχεδόν δεν αγγίζει την νεότερη ελληνική ιστορία (εμφύλιος, χούντα) λόγω των φοβερών εθνικών ταμπού που έχουμε σαν λαός, πιθανά έχει βομβαρδιστεί με το πολιτικό απωθημένο της οικογένειάς του (μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια μετά – ΠΑΣΟΚ εποχή, συνεπώς όλα είναι χειρότερα) και έχει επαναβομβαρδιστεί από την πολιτική επικαιρότητα που πλασάρουν τα media. Η τελευταία δε, έχει μοναδικό σκοπό να διχάσει τον κοινωνικό ιστό και να ανεβάσει τα νούμερα του εκάστοτε τηλεοπτικού σταθμού προβάλλοντας πολιτικούς & δημοσιογράφους να επιδίδονται σε πανελίστικες κοκορομαχίες, να διαστρεβλώνουν γεγονότα και νούμερα μέσω fake news και καφτά tweets προκειμένου να ευνοήσουν κάποια πολιτική παράταξη και, κάτω από το τραπέζι, την τσέπη τους. Επομένως δεν πιστεύω ότι ένα παιδί αυτής της ηλικίας που απαγορεύει τη λειτουργία του σχολείου του έχοντας αγκαλιά την ελληνική σημαία, έχει συνείδηση αρχικά του τι σημαίνει η συμφωνία των Πρεσπών, τι διακυβεύεται στο Μακεδονικό θέμα και κυρίως γιατί κάνει ό,τι κάνει. Το θέμα είναι άλυτο εδώ και δεκαετίες κι εμείς περιμένουμε τον Κωστάκη από το Γ2, πρόεδρο του δεκαπενταμελούς, κάπου μεταξύ Nomads και Greece Next Top Model να μας δώσει λύση;
Δεν απαξιώνω σε καμία περίπτωση το μαθητικό κίνημα ούτε τις καταλήψεις. Το πρόβλημα όμως είναι ότι όλοι αυτοί που κάνουν τις καταλήψεις στο όνομα του Μακεδονικού θέματος δεν αντιλαμβάνονται τη σημασία και τη δύναμη της κατάληψης σαν κοινωνικός και πολιτικός μοχλός πίεσης. Δεν είναι σε καμία περίπτωση φασίστες (δεν μπορούν να είναι φασίστες γιατί είναι ακόμα παιδιά) αλλά είναι τα πιο αθώα θύματα μια πολιτικής η οποία προκαλεί έναν μικροπολιτικό πόλεμο. Αυτή η πολιτική είναι ο λύκος με γαλανόλευκη προβιά που κοιτάει προς τα δεξιά και μοναδικός σκοπός του είναι να πληγώσει, να διχάσει και να αποπροσανατολίσει το κοινωνικό σύνολο. Αλλά το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι τα αλυσιδωτά παράγωγα αυτής της κατάστασης τα οποία είναι πολύ επικίνδυνα.
Πρώτον: Η ευρεία χρήση της λέξης “φασισμός” και όλων των παραγώγων (ειδικά τα τελευταία 10 χρόνια), χωρίς ισότιμη αντιστοιχία στην πραγματικότητα έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα να ξεπλένει την έννοια του φασισμού. Αυτό γίνεται πάρα πολύ απλά όταν αποκαλούμε τον καθένα φασίστα χωρίς πραγματικό λόγο. Με αυτόν τον τρόπο αδικούμε τον ίδιο τον φασισμό. Τον κάνουμε να φαίνεται κάτι λιγότερο απ’ ότι είναι. Του στρογγυλεύουμε τις γωνίες. Εισάγουμε το όνομα του τέρατος στην καθημερινότητάς μας πολύ πιο συχνά απ’ ότι το ίδιο το τέρας μας εμφανίζεται. Επιτρέψετε μου όμως να θυμίσω σε όσους ήδη έχουν αρχίσει να δυσανασχετούν, ότι φασισμό είχανε την Γερμανία του Hitler και είχαμε στην Ελλάδα του Παπαδόπουλου. Η μη άμεση δημοκρατία, ή όπως αρέσκεται ο καθένας να αναφέρεται στο ελληνικό πολίτευμα της εποχής μας, δεν συνεπάγεται Χούντα και προφανώς ούτε φασισμό.
Δεύτερον: Σε συνέπεια του εκφυλισμού της έννοιας του φασισμού έρχεται ο χαρακτηρισμός των μαθητών ή των εθνικό – φρονούντων και όλων όσων δεν συμμερίζονται πιο αριστερές απόψεις ή αντιδρούν πιο έντονα σε θέματα όπως το Μακεδονικό ή οι σχέσεις κράτους – εκκλησίας. Όπως ήδη ανέφερα, τα παιδιά στις καταλήψεις δεν είναι φασίστες. Δεν προλάβανε να γίνουν φασίστες. Ούτε η πολιτοφυλακή των ανήλικων παιδιών που παρασημοφορούσε ο Hitler πριν πέσει το Βερολίνο ήταν φασίστες. Ήταν παιδιά. Έτσι λοιπόν και τα δικά μας τα παιδιά, δεν είναι φασίστες. Είναι παιδιά που αδιαμφισβήτητα βρίσκονται στον λάθος δρόμο. Όσο όμως τους προδικάζουμε αποκαλώντας τους φασίστες, τόσο τους σπρώχνουμε προς τα εκεί.
Τρίτον: Με όλη αυτή βαρύγρουπη φρασεολογία περί φασισμού, κατάληψης, πάλης και αγώνα εκφυλίζεται ακόμα μία πολύ σημαντική έννοια. Η κατάληψη. Κάνοντας κατάληψη προφασιζόμενοι κάτι που ούτε οι ίδιοι οι καταληψίες καταλαβαίνουν, αποδυναμώνουν την πράξη της κατάληψης σαν αντιστασιακό όπλο κοινωνικής πάλης. Για να φρεσκάρω πάλι μερικές μνήμες, κατάληψη είχαμε στο Πολυτεχνείο το 1973 και το έργο τελείωσε με ένα τανκ να κατεβάζει μια καγκελόπορτα γεμάτη ανθρώπους πάνω. Η οποία παρεμπιπτόντως ξεκίνησε από το φοιτητικό κίνημα το οποίο προφανώς και ήταν βαθιά πολιτικοποιημένο και μάλιστα στοχοποιημένο τα χρόνια της Χούντας (με τον νόμο περί ανάκλησης στρατιωτικών αναβολών των φοιτητών). Φυσικά και επεκτάθηκε και στο μαθητικό κίνημα, όπως επεκτάθηκε και σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Αλλά πιστεύω πραγματικά ότι ο μόνος λόγος για να κάνει κατάληψη το μαθητικό κίνημα είναι η επαναφορά της ποδιάς. Δεδομένου ότι η επαναφορά της μαθητικής ποδιάς δε θα επιτρέπει στη Μαιρούλα από το Γ2 να φοράει ανοιχτά ντεκολτέ.
Επομένως, καλώς ή κακώς πιστεύω ότι ζούμε μια συνηθισμένη οικογενειακή και κατ’ επέκταση κοινωνική ανωμαλία όπου οι γονείς βάζουν τα παιδιά τους να λύσουν τα προβλήματα των γονιών τους. Γονική παροχή ανωριμότητας και ανευθυνότητας και μάλιστα χωρίς παράβολα δημοσίου. Ας αφήσουμε τα παιδιά να ζήσουν την ηλικία τους γιατί όταν τα ποτίζουμε το δηλητήριο του κοινωνικού διχασμού και της αδιαλλαξίας το μόνο που τους εξασφαλίζουμε είναι ένα δυστυχές μέλλον γεμάτο ανασφάλεια.
Μέσα στον αναβρασμό λοιπόν, σαν βόμβα που δεν περίμενε κανείς, σκάει η είδηση της σύλληψης του Ριχάρδου. Δεν ξέρω τι μας ξάφνιασε πιο πολύ. Ότι ο Ριχάρδος ήταν ένας σύγχρονος μαυραγορίτης ή ότι εκτός από τη μαύρη αγορά έκανε και λαθρεμπόριο; Η περίπτωση του Ριχάρδου (όπως και του Ζακ Κωστόπουλου) είναι λίγο ακόμα αλάτι στην πληγή του Έλληνα που ακούει στο όνομα υποκρισία.
Διότι, είμαστε διαθέσιμοι να κατασκηνώσουμε στο Σύνταγμα επειδή μας κόψανε τις συντάξεις και μας αυξήσανε τον ΦΠΑ. Είμαστε ακόμα πιο διαθέσιμοι να κάνουμε συλλαλητήρια για το Μακεδονικό έχοντας άποψη θεμελιωμένη σε αμφίβολη κατανόηση του θέματος ή ακόμα χειρότερα με επιτηδευμένη προς το συμφέρον μας άποψη. Κάποιοι είναι διαθέσιμοι να πνίξουν πρόσφυγες στο Αιγαίο. Κάποιοι άλλοι, ίσως οι χειρότεροι, είναι διαθέσιμοι σε ένα video ξυλοδαρμού με έναν νεκρό να υποστηρίξουν τους θύτες σαν να ήταν θύματα. Κανείς όμως δεν είναι διαθέσιμος να κατεβάσει τις βιτρίνες των μαγαζιών του Ριχάρδου που πίνει το αίμα του γείτονά του και στη συνέχεια της ίδιας του της χώρας με τον χειρότερο ίσως τρόπο. Βέβαια, ο Ριχάρδος έχει τα λεφτά. Ο Ριχάρδος μας βοηθάει. Ο Ριχάρδος είναι επιχειρηματίας. Ο Ριχάρδος είναι νοικοκύρης. Δηλαδή πόσοι από όσους βλέπανε τις διαφημίσεις στην τηλεόραση σκεφτόντουσαν ότι γέμισε ενεχυροδανειστήρια την Ελλάδα εν μέσω οικονομικής κρίσης με γνώμονα την εξυπηρέτηση και την αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο. Δε θέλω να σας χαλάσω το όνειρο αλλά ο Ριχάρδος δεν ήταν ενεχυροδανειστής, ούτε καν τοκογλύφος. Ήταν μαυραγορίτης. Και κανείς δεν γίνεται μαυραγορίτης για να βοηθήσει τον γείτονά του, παρά μόνον για να πλουτίσει σε βάρος του γείτονά του.
Δεν ξέρω αν είναι η πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία που έχουμε διαστρεβλώσει σε τόσο μεγάλο βαθμό αξίες όπως η πατρίδα, η κοινωνική αλληλεγγύη, η ατομική ελευθερία και το δικαίωμα της ελεύθερης γνώμης. Αν και, δυστυχώς, φοβάμαι ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο η διαστρέβλωση αλλά το γεγονός πως αδιαφορούμε για το πρόβλημα. Αυτή η αδιαφορία είναι παρούσα σχεδόν σε όλη την έκταση της ελληνικής κοινωνίας. Είναι εκεί όταν το παιδί μας σε πολύ μικρότερη ηλικία με την παρέα του θα γελάει εις βάρος ενός άλλου παιδιού συστηματικά, ενώ στη συνέχεια το παιδί μας στα 15 του αποφασίζει να κάνει κατάληψη χωρίς να ξέρει το γιατί.
Είναι παρούσα όταν οδηγούμε ή όταν δουλεύουμε. Όταν ζητάμε κάποιο ρουσφέτι, όταν κάνουμε το ρουσφέτι, όταν τρώμε μίζες και κατασπαταλάμε δημόσιο χρήμα και όταν πλαστογραφούμε ένα απολυτήριο δημοτικού. Σε διαφορετικές μορφές, και με διαφορετική δικαιολογία ή σκοπό που αγιάζει τα μέσα, όταν κάνουμε κάτι εις βάρος του διπλανού μας πρόκειται για την ίδια αδιαφορία. Και το χειρότερο απ’ όλα; Η αδιαφορία είναι πάντα θέμα επιλογής.
