σε ,

Ο Ταχυδρόμος της Οδού Ονείρων

Με αφορμή την επέτειο γέννησης του Μάνου Χατζιδάκι

Screenshot_3

Του Δημήτρη Τζανιδάκη

Όταν ήμουν οκτώ ετών και έκανα τα πρώτα μου βήματα στην κιθάρα, η δασκάλα μου, σε ένα από τα μαθήματα μας, μου έφερε μια παρτιτούρα. Δίχως να χάσω χρόνο, ξεκίνησα να παίζω τις πρώτες νότες. Άρχισα να ξαφνιάζομαι. Για πρώτη φορά στα δύο χρόνια μαθημάτων, ένιωθα να με διακατέχει ένταση και πάθος. Ήταν το μόνο τραγούδι στην κιθάρα που έμαθα απνευστί και ένα από τα ελάχιστα που θυμάμαι έως σήμερα να παίζω. Η παρτιτούρα έγραφε τον άγνωστο για μένα -τότε- τίτλο, «Χάρτινο το Φεγγαράκι». Χωρίς να το καταλάβω, είχα μόλις μυηθεί στο μουσικό βασίλειο του Μάνου Χατζιδάκι.

Σήμερα συμπληρώνονται 96 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου μας συνθέτη, ενός ανθρώπου που ονειρεύτηκε έναν καινούριο τρόπο τραγουδιού, βαθιάς συγκίνησης αλλά και υψηλής νόησης. Ενός τραγουδιού που όπως έλεγε «θα μας ενώνει σε έναν κοινό μύθο». Μοντέρνο και νεωτερικό, με αναλλοίωτη όμως την ουσία του, τις ρίζες και την ταυτότητα του. Ένα δημιουργικό κράμα, δηλαδή, Ανατολής και Δύσης. Η μουσική του, σε αντίθεση με τη δωρικότητα και την επαναστατικότητα του Θεοδωράκη, έμοιαζε σαν να εκπορεύεται από τις σκιές της ζωής. Τους αναστεναγμούς πίσω από το κλειστό παράθυρο, τον πόνο του έρωτα, την απώλεια και τις ευαισθησίες.

Σε ολόκληρη την πορεία του, ο Χατζιδάκις υπήρξε πρωτοπόρος. Στην Αθήνα του Εμφυλίου, όταν ήταν περίπου 20 ετών, ακούει μαγεμένος μπουζούκια πίσω από μια μάντρα. Εκεί έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το ρεμπέτικο και εντοπίζει όχι μόνο την αμεσότητα και την ευγένεια του, αλλά τις αρχαίες και τις βυζαντινές μουσικές κλίμακες. Τον εντυπωσιάζει η ανθεκτικότητα του τραγουδιού αυτού, καθώς ήταν το μόνο που ακουγόταν μετά τη γερμανική εισβολή. Το ίδιο συνέβη μάλιστα και το ’22, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Το 1949, δίνει την ιστορική διάλεξη για την αξία του ρεμπέτικου στο Θέατρο Τέχνης, παρόντος του Μάρκου Βαμβακάρη. Ήταν ο πρώτος που επί της ουσίας το απενοχοποίησε, αναγνωρίζοντας την γνησιότητα και την αλήθεια των τραγουδιών αυτών.

Το ’59 μαζί με τον Κάρολο Κουν, τον Τσαρούχη και τη Ραλλού Μάνου, ανεβάζουν τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, μια παράσταση που άφησε εποχή. Εκεί ο Χατζιδάκις καινοτομεί ξανά, εισάγοντας μέσω της μουσικής του, το λαϊκό στοιχείο στο αρχαίο κείμενο. Το ’62 στήνει τη θρυλική «Οδό Ονείρων», εμπνευσμένος από μια κοινωνία που ενώ είχε απελευθερωθεί εδώ και 20 χρόνια, τα όνειρα της παρέμεναν εγκλωβισμένα μέσα σε γειτονιές που κανείς δεν ζούσε αληθινά. Ο Χατζιδάκις υπήρξε μοναδικός ακόμα και την περίοδο που έγραφε τραγούδια για «βιοποριστικούς λόγους», όπως συνήθιζε να λέει. Το ’60, ενώ όλη η Ευρώπη μιλούσε για τον ίδιο και «Τα Παιδιά του Πειραιά», ο ίδιος απαξίωνε το τραγούδι του, φοβούμενος πως έτσι θα παραμεριστεί η ουσία και ο πυρήνας του έργου του.

Την περίοδο της δικτατορίας, παρουσιάζει στο ελληνικό κοινό το κορυφαίο ίσως έργο της ελληνικής τραγουδοποιίας, τον «Μεγάλο Ερωτικό». Εκεί ισορρόπησαν όλα τα μουσικά στοιχεία που τον βασάνιζαν, αρχαίοι μουσικοί τρόποι, ελαφρά μουσική και λαϊκό τραγούδι. Εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς γιατί ο Χατζιδάκις επιλέγει εν μέσω μιας τόσο σκοτεινής εποχής για την Ελλάδα, να υμνήσει το μεγαλείο του έρωτα. Ήταν φυσικά μια αναπάντεχη πράξη αντίστασης, με την οποία θέλησε να δείξει πως αντίσταση δεν είναι μόνο η διαμαρτυρία, αλλά το ήθος, το επίπεδο, και η ομορφιά.

Στη μεταπολίτευση, ο Χατζιδάκις τα βάζει με τα κακώς κείμενα της εποχής, γίνεται εξωστρεφής και στηλιτεύει τον άκρατο λαϊκισμό που επικρατεί. Ενώ η περιρρέουσα ατμόσφαιρα επέβαλλε ένα κλίμα επαναστατικό, εκείνος επιλέγει να επισημάνει μια οικολογική, αισθητική και πολιτισμική καταστροφή η οποία ήταν προ των πυλών. Στο μουσικό του έργο «τα Παράλογα», πρωτοπορεί θίγοντας ένα ζήτημα που κανέναν δεν είχε απασχολήσει έως τότε, το ζήτημα της οικολογίας. Το ’93, λίγο καιρό πριν πεθάνει διοργάνωσε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, την πρώτη συναυλία ενάντια στο νεοναζισμό, σε μια εποχή που τίποτα δεν προμήνυε μεταγενέστερα φαινόμενα, όπως η Χρυσή Αυγή.

Στις εκπομπές του στο Τρίτο Πρόγραμμα, συνήθιζε να προτρέπει τους νέους να αντισταθούν στην ασχήμια των καιρών. Οι ρίζες μας, έλεγε, μπορεί να είναι στους αιώνας, αλλά ο στόχος μας αυτή εδώ η στιγμή. Θα του είμαι πάντα ευγνώμων, γιατί με τις μελωδίες του, έντυσε και χαρακτήρισε την ανώριμη αλλά και την ώριμη περίοδο της νιότης μου. Σαν ένας ταχυδρόμος, που ξαγρυπνούσε έξω από τα σπίτια μας, για να μαζεύει τα όνειρα μας.

*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Ακραία, σοκαριστική, διδακτική: Η ιστορία της κόντρας Χατζιδάκι – Αυριανής

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.