Από την Κατερίνα Γλυνιαδάκη
Έχω ακούσει επανειλημμένα φίλους και γνωστούς να λένε αυτή τη φράση, κάποιοι από αυτούς συνάδελφοι κοινωνικοί επιστήμονες. Είτε επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες, είτε διαβάζοντας σχετικές ειδήσεις και άρθρα, τους φαίνεται υπερβολική η συχνότητα με την οποία γίνεται αναφορά στον όρο «race». Η μετάφραση αυτού του όρου, μάλιστα, δεν χρησιμοποιείται καν στις περισσότερες Ευρωπαϊκές γλώσσες. Θα μας φαινόταν όντως αστείο αν έπρεπε να συμπληρώσουμε σε επίσημο έγγραφο ποια είναι η «φυλή» μας, όπως αντίστοιχα συμβαίνει στις ΗΠΑ.
Πού βρίσκεται λοιπόν η αλήθεια; Πάει κάτι τόσο στραβά με τους Αμερικάνους και βλέπουν παντού γύρω τους ρατσισμό; Ή, μήπως ο ρατσισμός είναι μια έννοια που οι περισσότεροι νέοι στην Ελλάδα και την Ευρώπη απλά αδυνατούν να κατανοήσουν; Τόσο η προσωπική μου εμπειρία ως μπασκετμπολίστρια στις ΗΠΑ όσο και οι προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές μου στην χώρα αυτή «φωνάζουν» το δεύτερο.
Ήταν Ιανουάριος του 2005 όταν άφησα πίσω μου την οικογένεια μου στην Κρήτη και μετακόμισα στην Φλόριντα. Είχα μόλις κλείσει τα 18 και είχα κερδίζει αθλητική υποτροφία σε ένα μικρό Αμερικάνικο κολέγιο. Αισθανόμουν ότι δεν μπορούσα να μην εκμεταλλευτώ αυτή την ευκαιρία, αν και σίγουρα δεν ήταν κάτι που συνήθιζαν τα κορίτσια του μπάσκετ την περίοδο εκείνη. Γενικότερα, δεν είχα ιδέα τι με περίμενε (το ίντερνετ ήταν ακόμα είδος πολυτελείας). Ειδικότερα, βρέθηκα να είμαι η μία από τις 3 λευκές παίκτριες στην ομάδα, οι άλλες δύο από την Αυστραλία. Οι υπόλοιπες 10 ήταν Αφροαμερικανές.
Η σύνθεση αυτή παρέμεινε πάνω κάτω η ίδια για τα επόμενα χρόνια, ακόμα και αφού μετακόμισα στην Καλιφόρνια 1.5 χρόνο μετά. Μαζί με τις συμπαίκτριές μου περνούσα κάθε μέρα, όλη μέρα: μαθήματα, προπονήσεις, ταξίδια, παιχνίδια, φαγητό, ύπνος και φτου και απ’ την αρχή (άντε και κανένα πάρτι πού και πού). Από εκεί που οι μόνοι Μαύροι άνθρωποι που είχα δει ποτέ βρισκόταν στα διαφημιστικά της UNICEF για τα «καημένα τα παιδάκια στην Αφρική που πεινάνε», όπως μας έλεγαν στο δημοτικό οι δάσκαλοι, μέσα από το χρόνο κατέληξα να εντρυφώ στην κουλτούρα των Μαύρων στις ΗΠΑ.
Κάποια μαθήματα ήταν απλά και άμεσα:
-Οι παλάμες τους όπως και οι πατούσες τους είναι λευκές. Είναι απλά έτσι—χωρίς λόγο (μη σκεφτείτε ας πούμε πως η αγαπημένη σας φίλη ίσως πάσχει από κάποια δερματική ασθένεια)
-Οι γυναίκες φοράνε συχνά περούκα, ποστίς, ή κάνουν ισιωτική (όχι, τα μαλλιά τους δεν είναι φυσικά ίσια και, ναι, η κοινωνία περιμένει από αυτές να τα έχουν ίσια για να φαίνονται πιο «καθώς πρέπει»).
-Μιλάνε μια δική τους διάλεκτο, γνωστή και ως «slang». (Και, όχι το lower του Cambridge δε βοηθάει καθόλου για να την καταλάβεις, πόσο μάλλον να τη μιλήσεις).
-Πολλοί λευκοί Αμερικάνοι τους μιλάνε και τους φέρονται άσχημα, χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Μπορεί π.χ. να ανεμίσουν προκλητικά μπροστά τους την ομοσπονδιακή σημαία (σύμβολο υπέρ των νοτίων στον εμφύλιο αλλά και υπέρ της σκλαβιάς και του ρατσισμού). Ή μπορεί να τους κοιτάνε με μεγάλη καχυποψία όταν μπουν, ας πούμε, σε ένα ψιλικατζίδικο.
Κάποια άλλα μαθήματα ήταν μέσω της επίσημης εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, κατά το 2006:
–11,7% όλων των Αφροαμερικανών αντρών ηλικίας 25-29 βρισκόταν στη φυλακή. Το ποσοστό αυτό ήταν 7 φορές ψηλότερο από εκείνο των λευκών αντρών της ίδιας ηλικίας.
-Η συμμετοχή στην αγορά εργασίας ήταν κατά 25% χαμηλότερη για τους μαύρους από ότι για τους λευκούς Αμερικάνους.
-Οι μαύροι άντρες με πτυχίο πανεπιστημίου είχαν μισθό κατά 31% χαμηλότερο από τους λευκούς άντρες με τα ίδια προσόντα.
Πέραν από το ότι η κοινωνιολογία είναι ενδιαφέρον και χρήσιμο μάθημα για να κατανοήσει ένας άνθρωπος τον κόσμο γύρω του, η μελέτη τέτοιου είδους στοιχείων μου έδωσε να καταλάβω κάτι βαθύτερο: το να συμπεριφέρεσαι άσχημα σε έναν μαύρο αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου του ρατσισμού. Η χειρότερη μορφή ρατσισμού είναι στην πραγματικότητα η θεσμική, όταν μια σειρά από νόμους και κανόνες λειτουργίας της κοινωνίας ευνοεί συστηματικά μια κοινωνική ομάδα (αυτήν που τους έφτιαξε) ενώ μεροληπτεί εναντίον μιας άλλης (που δεν είχε λόγο κατά τη δημιουργία τους).
Το 2009 ήταν η τελευταία μου χρονιά στην ομάδα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια.
Την χρονιά αυτή συνέβη κάτι που μου έδωσε να καταλάβω τι σημαίνει να γίνεσαι στόχαστρο οπλισμένων αστυνομικών.
Ήταν Παρασκευή, περίπου 10μ.μ. Είχα μόλις τελειώσει προπόνηση και μπήκα στο αυτοκίνητό μου κατευθυνόμενη προς το διαμέρισμά μου. Οι δρόμοι ήταν άδειοι και σκοτεινοί και εγώ ξεκίνησα να οδηγώ αργά και σταθερά σε μια ευθεία 2 περίπου χιλιομέτρων ακούγοντας δυνατά ποπ μουσική στο ραδιόφωνο. Σύντομα αντιλήφθηκα πίσω μου ένα μπλε-κόκκινο φως που αναβόσβηνε, αλλά απέκλεισα το ενδεχόμενο να θέλει να μου τραβήξει την προσοχή — δε διέτρεχε κανένας απολύτως λόγος. Συνέχισα κανονικά στο δρόμο μου, αλλά το φως που αναβόσβηνε φαινόταν να με ακολουθεί. Δεν ήμουν σίγουρη αν έπρεπε να σταματήσω – δεν με είχε σταματήσει ποτέ ως τότε η αστυνομία. Καθώς προσπαθούσα να θυμηθώ τους κανόνες κυκλοφορίας σε αυτές τις περιπτώσεις, είχα σχεδόν φτάσει στο διαμέρισμά μου. Αποφάσισα να στρίψω στο στενάκι της γειτονιάς μου και, αν στρίψουν και αυτοί, να βγω να δω τι θέλουν.
Έστριψα και με ακολούθησαν. Το περιπολικό που ήταν πίσω μου είχε καλέσει και ενισχύσεις. Τώρα βλέπω από τον καθρέπτη δύο αστυνομικούς, ένα από κάθε περιπολικό, να στέκονται πίσω μου και να σημαδεύουν τα όπλα τους προς την κατεύθυνσή μου. Η καρδιά άρχισε να χτυπάει δυνατά. Με ένα μεγάφωνο άρχισαν να μου δίνουν οδηγίες: «Σβήσε τη μηχανή και βγάλε τα κλειδιά. Βγες σιγά σιγά έξω με τα χέρια ψηλά». Τα όπλα τους συνέχιζαν να με σημαδεύουν. «Σήκωσε την μπλούζα σου και κάνε ένα γύρω από τον εαυτό σου. Κάτσε στο πλάι ήσυχα καθώς τσεκάρουμε τα χαρτιά σου». Ακολουθούσα τις οδηγίες ευλαβικά, καθώς η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, ενώ οι γείτονες κοιτούσαν με περιέργεια από τα παράθυρα.
Τελικά όλο αυτό ήταν για το τίποτα. Αφού βεβαιώθηκαν ότι όλα ήταν εντάξει και κατάλαβαν ότι είμαι παίκτρια της ομάδας του πανεπιστημίου, σε φιλικό τόνο και με χαμόγελο μου είπαν να πάω από Δευτέρα να κοιτάξω το αριστερό μου φλας.
Την επόμενη μέρα το πρωί διηγήθηκα την ιστορία αυτή στις συμπαίκτριές μου. Ένιωθα λίγο ντροπή που δεν είχα θυμηθεί σωστά τους κανόνες και δεν σταμάτησα αμέσως και περίμενα να με πειράξουν γελώντας. Αντί αυτού, αντιμετώπισα το παγωμένο τους βλέμμα καθώς άκουγαν με προσοχή την κάθε μου λέξη. Στο τέλος φάνηκαν αρκετά ανακουφισμένες με το αίσιο τέλος της ιστορίας και σχεδόν ομόφωνα είπαν: «είσαι τυχερή που δεν είσαι Μαύρη». Όπως μου εξήγησαν στη συνέχεια, το αυτοκίνητό μου –ένα λευκό Buick Century του 98— ήταν ένα αυτοκίνητο που πιο συχνά οδηγούσαν Μαύροι. …Αυτά λοιπόν συμβαίνουν σε ένα φαινομενικά «Μαύρο» αυτοκίνητο στις ΗΠΑ.
Τελικά, όχι. Οι Αμερικάνοι δεν «βλέπουν» απλά παντού ρατσισμό. Είναι περιτριγυρισμένοι από αυτόν, μιας και οι θεσμοί τους ιστορικά – από το υψηλότερο επίπεδο διακυβέρνησης ως το επίπεδο εφαρμογής πολιτικών στο πεδίο — είναι ποτισμένοι βαθιά με ρατσισμό. Η ερώτηση που προκύπτει συνεπώς είναι η εξής. Εμείς οι Έλληνες και οι Ευρωπαίοι που αποφεύγουμε τη χρήση της λέξης «φυλή», αντιλαμβανόμαστε άραγε τις αντίστοιχες διακρίσεις που μπορεί να συμβαίνουν καθημερινά στις δικές μας κοινωνίες και στους δικούς μας αντίστοιχους Αφροαμερικανούς;
