«Κάθε επιβάτης, κάθε φορά, είναι κι ένα διαφορετικό λεωφορείο». Λεωφορείο, Γιώργος Σκαμπαρδώνης
To μοναδικό μέσο μεταφοράς της πόλης ως επιβαλλόμενο μονοπώλιο που ορίζει την καθημερινότητα και το πρόγραμμά μας είναι γεμάτο από καθημερινές γλυκόπικρες στιγμές πολύωρης ταλαιπωρίας και κωμικοτραγικές σκηνές που προκαλούν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής μας.
*Ανέβηκαν από τη στάση Γηροκομείο και χαμογέλασαν στον οδηγό που τους έβλεπε μια φορά την εβδομάδα μετά το σχολείο να παίρνουν τη γραμμή 14. Ο Αρμάντο πήγαινε δ’ δημοτικού και ο Τζίμης στη β’. Κάθε Τετάρτη έπρεπε μετά το σχολείο να πάνε στη λαϊκή αγορά για φρούτα και λαχανικά καθώς η μητέρα τους θα επέστρεφε αργά το βράδυ.
*Στη στάση Βενιζέλου προσπαθούσε να χωρέσει δυο βαλίτσες σε ώρα αιχμής. Οι επιβάτες την κοίταζαν ενοχλημένοι και ένας όμορφος νεαρός τη βοήθησε λέγοντάς της «Ας τις αποθηκεύσουμε εδώ πριν σας κατασπαράξουν». Του χαμογέλασε ενώ γλίστρησε το μαντηλάκι από τον ιδρωμένο λαιμό της.
*Έπαιρνε τη γραμμή 30 κάθε βράδυ στις 22:00 μετά τη βάρδιά της και αγωνιούσε να βρει μια θέση, αν έπεφτε το βλέμμα σε κανένα γνώριμο έπιανε ψιλή κουβέντα για την κίνηση στο μαγαζί, τον καιρό, το επόμενο λεωφορείο που έπρεπε να προλάβει, στο τέλος έβαζαν τα γέλια για το μετρό που δεν ολοκληρώθηκε ακόμα. Άλλες φορές έκλεινε τα μάτια και κολλούσε το μέτωπό της στο παράθυρο.
*Μετά τη γραμμή 5 έπαιρνε από το σταθμό το λεωφορείο για τα ΤΕΙ στη Σίνδο. Κάθε φορά αναρωτιόταν πότε επιτέλους οι φοιτητές θα δικαιούνται δωρεάν εισιτήριο για τη διαδρομή τους στις σχολές.
*Στη γραμμή του 58, η κυρία Βιολέτα κουβαλάει μια νάιλον σακούλα με τα ρούχα της δουλειά της, καθαρίζει σπίτια στο Πανόραμα και συνήθως διαβάζει ένα μικρό βιβλιαράκι με Βίους Αγίων. Κάποιες φορές, θα τη δεις να αρωματίζει τα χέρια της με κολόνια Μυρτώ. Όταν κατεβαίνει, μυρίζει ακόμα το άρωμα από την κολόνια της δεκαετίας του ’80.

