Στη στήλη «Οι Ξενιτεμένοι» φιλοξενούμε κείμενα φίλων που ξενιτεύτηκαν και μιλούν για τη ζωή στα μέρη τους
Σήμερα ο Νίκος Τσιραμπίδης
Ʃτα δύο και πλέον χρόνια που βρίσκοµαι εκτός Ελλάδας, έχω κυριολεκτικά χάσει το µέτρηµα του πόσες φορές συναντώ Έλληνες στον δρόµο και η πρώτη κουβέντα που ανταλλάσσουµε είναι το “γενικά αποφεύγω τους Έλληνες στο εξωτερικό”. Η ειρωνεία είναι ότι εκτός αν είσαι καλά εκπαιδευµένος, αποκλείεται να µην γυρίσεις το κεφάλι σου όταν ακούς κάποιον να µιλά ελληνικά ή να έχει την ελληνική προφορά που δύσκολα µπορεί κανείς να αποβάλλει πλήρως. Προσπαθώ να καταλάβω τι µας έχει οδηγήσει στο να συµφωνούµε µε την διατύπωση αυτή, τι ακριβώς έχει δώσει υπόσταση σε µια τόσο ευρέως διαδεδοµένη προειδοποίηση.
Οι ιστορίες για την προβληµατική αντιµετώπιση που έχουν βιώσει Έλληνες στο εξωτερικό από άλλους Έλληνες είναι τόσο παλιές όσο και το φαινόµενο της µετανάστευσης. Τα τελευταία χρόνια, πολλές χιλιάδες Έλληνες, νεότερων γενιών αναγκάστηκαν να µετοικήσουν ή να µεταναστεύσουν στο εξωτερικό, είτε για σπουδές είτε για οικονοµικούς και βιοτικούς λόγους- και στην περίπτωση πολλών από εµάς για συνδυασµό των δύο. Η ζωή στην Ελλάδα µπορεί να είναι καλή αλλά δεν είναι για όλους. Ωστόσο, παρά την αίσθηση ότι µια δεκαετία κρίσης έχει σκληραγωγήσει αλλά ίσως και κατηχήσει τους νεότερους σε προσεγγίσεις και τρόπους ζωής που δεν συνάδουν µε την ανθρωποφαγία, παραµένει σταθερός ο φόβος και η ανασφάλεια του να βρεθείς κοντά σε έτερους Έλληνες στο εξωτερικό.
Διάφορες κοινότητες µεταναστών, αυτό που ίσως αποκαλούµε διασπορά, έχουν καταφέρει να δοµήσουν συστήµατα αλληλοκάλυψης και αλληλοπροστασίας των οµοεθνών τους. Το να βρεθείς εκτός του πρότερου φυσικού σου χώρου είναι από µόνο του µια εµπειρία που επιφυλάσσει εκπλήξεις, δυσκολίες ή και ακόµη κινδύνους. Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που αποδέχονται καταστάσεις χαµηλότερες των προσδοκιών τους, αποθαρρηµένοι από αυτές τις πιθανότητες. Ʃεβαστό και κατανοητό. Η αίσθηση µιας άτυπης κοινότητας ανθρώπων, ικανής να σου παρέχει καταφύγιο και στήριξη αν ο µη γένοιτο κάτι δεν πάει καλά, άρει σηµαντικά το βάρος που πολλοί νέοι απόδηµοι νιώθουν. Βέβαια, µια κοινότητα δεν χρειάζεται να έχει φυσικά όρια για να δηµιουργήσει τέτοια δίκτυα. Οι Έλληνες του εξωτερικού, είναι λιγάκι σαν ένας µικρός λαός χωρίς χώρα- τόσο συνδεδεµένοι µε την πατρίδα ώστε να µην έχουν αποκοπεί αλλά και τόσο εγκατεστηµένοι στις χώρες διαµονής ώστε να µην µπορούν να µην αισθανθούν µακριά από την πρότερη χώρα. Τους χωρίζουν πολλά και τους ενώνει µόνο ο κοινός τόπος καταγωγής τους. Και ίσως, το ότι πέρασαν από λίγο πολύ ίδιες φάσεις και διαδικασίες όταν αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκτός Ελλάδας και να στήσουν µια ζωή εκ νέου.
Ʃτον διάλογο περί µετανάστευσης, έχει παρατηρηθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι άνθρωποι που µετεγκαθίστανται σε µια νέα χώρα, φέρνουν µαζί τους τον τρόπο ζωής τους. Ʃτον ακραίο της βαθµό, αυτή η συµπεριφορά οδηγεί εν µέρει στις περιπτώσεις εκείνες που δηµιουργούνται φούσκες µεταναστών, αποκοµµένων από τον τρόπο ζωής της νέας χώρας και αφοσιωµένων στη διαιώνιση της δικής τους προσέγγισης µε τα οικονοµικά ή όποια άλλα οφέλη του νέου τόπου. Θυµάµαι να διαβάζω κάπου, για ορισµένους µετανάστες που παρά το γεγονός ότι βρίσκονταν στο εξωτερικό για δεκαετίες, δεν είχαν επιχειρήσει ποτέ να µάθουν την γλώσσα της χώρας διαµονής τους. Δεν είναι βέβαια πάντα θέµα συνειδητής επιλογής και είναι δόκιµο ότι η ενσωµάτωση είναι µια περίπλοκη και δύσκολη διαδικασία. Παρόλα αυτά, θα περίµενε κανείς ότι οι άνθρωποι που έχουν βρεθεί εκτός της χώρας τους συνειδητά, θα έχουν επίσης την δυνατότητα να απεµπολήσουν εκείνα τα χαρακτηριστικά, τις συνήθειες και τις συµπεριφορές που κάνουν τους ίδιους και άλλους να φύγουν από αυτόν τον χώρο.
Ʃτην περίπτωση των ευρύτερων Ελλήνων του εξωτερικού, αισθάνεται κανείς ότι µαζί µε τα φυσικά τους αντικείµενα, οι νέοι µετανάστες µεταφέρουν δυστυχώς και εξάγουν όλα αυτά που θυµίζουν την Ελλάδα, διαιωνίζοντας εν µέρει όσα έχουν κάνει έτερους Έλληνες να µην σκέφτονται παρά µόνο φευγαλέα το ενδεχόµενο της επιστροφής. Μια κουλτούρα µη βοήθειας, δολοπλοκίας και περιφρόνησης αν όχι αποστροφής για τους φόβους, τις επιφυλάξεις και τις ανησυχίες των δικών τους ανθρώπων που βρίσκονται λίγο πιο πίσω από αυτούς. Ένα crab mentality, που δεν δικαιολογείται αφού οι πόροι και οι δυνατότητες είναι πολλαπλά περισσότεροι από ότι στην Ελλάδα και αιτιολογείται από την ελαφρώς άβολη συνειδητοποίηση ότι δεν βλέπουµε τους όµοιους µας ως κάτι οικείο, φίλιο και άξιο προστασίας.
Δεν µπορώ να κατηγορήσω κανέναν µετανάστη ή επίδοξο µετανάστη για τις επιφυλάξεις που µπορεί να έχει ακούγοντας όλες αυτές τις ιστορίες ή διαβάζοντας τις παραπάνω γραµµές. Θέλω ωστόσο να δώσω, εν είδει ευχής και κατάρας, την εξής συµβουλή: µην επιτρέψετε στον εαυτό σας να γίνει το υποκείµενο µιας ακόµη ιστορίας ενός αποκτηνωµένου έλληνα στο εξωτερικό.
***
*Αν είστε κι εσείς Ξενιτεμένοι και θέλετε να μιλήσετε για τα καλά ή τα στραβά που ζείτε στο μέρος που ζείτε τώρα, στείλτε μας τα κείμενά σας >> mikropragmata@lifo.gr


Διερωτώμαι. Μήπως έχει παίξει κάποιον ρόλο το αδιάκοπο πετροβολητό οιασδήποτε παραδοσιακής ελληνικής (επι)κοινωνίας; Περισσότερο σκέφτομαι μεγαλοφώνως. Και εγώ έχω ζήσει στο εξωτερικό και άμεσοι συγγενείς και φίλοι. Νομίζω, αποδεχόμενος περιθώριο από πλευράς μου λάθους, ότι ένα ποσοστό της παραβατικότητας στην οποία είμαστε συνηθισμένοι στην πατρίδα μας πιο εύκολα θα το βγάλουμε σε έναν συμπατριώτη μας αλλά, και κυρίως αυτό νομίζω ότι ισχύει, σνομπάρουμε τις ενώσεις μας σαν χωριατιά. Ίσως σφάλλω και στα δύο. Όμως νομίζω ότι έχει διαμορφωθεί μια γενιά που είναι Έλληνες μόνο στο διαβατήριο και εν μέρει στη γλώσσα. Και δεν πολυσυμπαθούν τίποτα από αυτά που είναι κοινά… Διαβάστε περισσότερα »
Οι ενώσεις δεν έχουν πλέον τον λόγο ύπαρξης που είχαν το ΄50. Οι περισσότεροι πλέον πάνε σε μια χώρα γνωρίζοντας τη γλώσσα, επικοινωνώντας στιγμιαία με όποιον θέλουν και η κουλτούρα τους είναι πολύ πιο όμοια (και δεν εννοώ μόνο χορούς και άσματα) με τους συνομηλίκους τους από την άλλη άκρη του κόσμου, παρά με ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας από τη χώρα τους.
Δεν κατάλαβα γιατί θέσατε ηλικιακό όριο.
Σε κάθε περίπτωση η παγκοσμιοποίηση είναι κάτι δεδομένο. Αλλά προϋπόθεση του κοσμοπολίτη είναι η γνώση, και προφανώς αποδοχή, της ταυτότητάς του. Αλλιώς είναι απλώς άμορφη μάζα.
Πάντως δεν έχω καθόλου αυτή την εμπειρία από εξωτερικό, ήμουν μέχρι το 2011 και πάντα έκανα πολύ καλή παρέα με Έλληνες, με βοήθησαν σε πολλά και θα χαρώ πολύ να τους ξανασυναντήσω…
Νίκο, σε καταλαβαίνω.
Επειδή το αντιμετώπισα και εγω στο Βέλγιο, προσπαθώντας να το ερμηνεύσω ψυχολογικά, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οφείλεται στο ότι η θέαση ενός άλλου Έλληνα στο εξωτερικό θυμίζει τους λόγους για τους οποίους φύγαμε από την πατρίδα. κι ως τέτοια, άθελα, πονάει και προκαλεί αποστροφή.
Επίσης, στο εξωτερικό, ένας Έλληνας “πεινασμένος” για καλοζωΐα και αναγνώριση, γρήγορα πέφτει θύμα της επιτυχίας του και αποκτά αλαζονεία.
Τέλος, η ζήλια είναι ίδιον της φυλής από αρχαιοτάτων.
Όποιος επιθυμεί μπορεί να διαβάσει το διήγημα της συγγραφέως Λουκίας Δέρβη ”πες όχι, Ελένη” από τη συλλογή ”αλλού, στο πουθενά”. Θίγει αυτό ακριβώς το θέμα και όπως έχει πει και η συγγραφέας είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα. Ο τρόπος αντιμετώπισης των Ελλήνων που πηγαίνουν να εργαστούν στο εξωτερικό σε μαγαζιά συμπατριωτών τους είναι απαξιωτικός και απαράδεκτος και τα ωράρια εργασίας είναι εξαντλητικά. Έχω ακούσει πολλά τέτοια παραδείγματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την καλλιέργεια αντιπάθειας και μίσους. Οι φτασμένοι Έλληνες του εξωτερικού δυστυχώς ξεχνούν γρήγορα τι πέρασαν ώστε να επιτύχουν, τις δικές τους δυσκολίες στο ξεκίνημά τους ή το με ποιού… Διαβάστε περισσότερα »