σε , ,

Όταν αρχικά πιστέψαμε ότι «ληστής πέθανε προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί από κοσμηματοπωλείο στην Ομόνοια»

Κάτι για τον Ζακ, ένα χρόνο μετά

Παρασκευή απόγευμα, λίγο πριν τα δελτία ειδήσεων, έρχεται η είδηση στους δημοσιογράφους ότι «ληστής πέθανε στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί από κοσμηματοπωλείο στην Ομόνοια».

Λυπήθηκα που πέθανε ένας άνθρωπος αλλά από την άλλη σκέφτηκα ότι κάποιος που διαπράττει ληστείες παίρνει τέτοιου είδους ρίσκα. Παρασκευή μετά τα μεσάνυχτα βλέπω να κυκλοφορεί το πρώτο βίντεο. Παθαίνω σοκ. «Μα τι λένε;», διερωτώμαι. Ποια προσπάθεια να απεγκλωβιστεί; Τον άνθρωπο τον σκότωσαν στο ξύλο. Σάββατο ξύπνησα και με ρώτησε ο άνθρωπος που ήμαστε μαζί: «Ξέρεις τον Ζακ Κωστόπουλο;». Τρόμαξα, νόμιζα πως έπαθε κάτι με την υγεία του. Του απαντάω καταφατικά και μου λέει ότι χθες ήταν αυτός στην Ομόνοια. Κι άρχισα να φωνάζω και να κλαίω μαζί: «Τον Ζακ φοβήθηκαν οι νοικοκυραίοι; Τον Ζακ; Αυτόν σκότωσαν;». Και ναι, αυτόν είχαν σκοτώσει. Σκότωσαν τον φόβο τους στα μάτια του Ζακ που φοβόταν περισσότερο από τον καθένα.

Και όσο αποκαλύπτονταν τα βίντεο της δολοφονίας του και όσο τους λέγαμε ποιος είναι πραγματικά ο Ζακ τόσο προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι ήταν ένα καθίκι, ένας ληστής, ένας επίδοξος δολοφόνος, ένα πρεζάκι. Με κάθε τρόπο πάλευαν να μας αποδείξουν ότι ήταν άξιος της μοίρας του. Που και όλα αυτά να ήταν τέτοιος θάνατος σε κανέναν δεν αναλογεί. Σε κανέναν δεν αξίζει να πεθάνει με τόση βία σε κοινή θεά ενός άπραγου όχλου. Τον σκοτώσανε στο ξύλο μέρα μεσημέρι στο Κέντρο της Αθήνας. Τον σκότωσαν. Τον δολοφόνησαν.

Ο καημένος ο κοσμηματοπώλης με τον μεσίτη με τα μαύρα, τον ευυπόληπτο πολίτη, δεν έφταιγαν που έκαναν το κεφάλι του Ζακ μπάλα ποδοσφαίρου. Τους ανάγκασε. Αυτοάμυνα τολμάνε να λένε όταν τα απανωτά βίντεο τους προδίδουν. Τους δίνουν στην ψύχρα το ένα μετά το άλλο. Τα στοιχεία τους εξέθεσαν, εξέθεσαν τους θύτες και μια ολόκληρη κοινωνία νοικοκυραίων. Οι αστυνομικοί που έχουν χρέος να προστατεύουν τους πολίτες, επίσης, θεατές τους εγκλήματος, άφησαν το θύμα βορρά στα όρνια. Θυμήθηκαν να του βάλουν χειροπέδες όταν ξεψυχούσε. Μετά βέβαια η Αστυνομία ξεκίνησε τις στημένες διαρροές που διαψεύδονταν η μία μετά την άλλη, όπως το περιβόητο μαχαίρι που τελικά είχε μόνο το αίμα του και όχι τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Πάλευαν κι οι αστυνομικοί με κάθε τρόπο να γίνουν μπάτσοι. Θέλει κόπο για να παραδεχθείς ότι έκανες λάθος από την αρχή ως το τέλος και θύμα είναι αυτός που νόμιζες για θύτη;

Ακόμη και τώρα, έναν χρόνο μετά, μου φαίνεται κομμάτι τραγικό -αν δεν ήταν νεκρός θα μου φαινόταν αστείο- να φοβήθηκε κάποιος τον Ζακ. Έναν άνθρωπο που φοβόταν ο ίδιος τη σκιά του, έναν άνθρωπο που «φου» να τους έκανες θα έπεφτε κάτω. «Την έχω γλιτώσει φθηνά. Έχω φάει κάτι κλωτσιές μόνο, κυρίως γιατί τρέχω γρήγορα και τσιρίζω πολύ δυνατά όταν φοβάμαι», είχε πει σαν τραγική ειρωνεία το Δεκέμβρη του 2017 σε συνέντευξή του στο Vice. Κι όμως εκείνη τη μέρα, εκείνη την Παρασκευή δεν πρόλαβε να τρέξει, τον πρόλαβαν, δεν τη γλίτωσε και την πλήρωσε ακριβά. Ο Ζακ έμενε κάτω από το σπίτι μου στην Πλατεία Αμερικής, είχαμε απόσταση λίγες δεκάδες μέτρα. Όπως ο ίδιος είχε πει ένιωθε περισσότερη ασφάλεια σε αυτές τις περιοχές με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες πάρα σε αυτές που είναι αυστηρά Έλληνες και νοικοκυραίοι γιατί όσες φορές είχε δεχθεί επιθέσεις ήταν από Έλληνες. Λες και ήξερε ποιοι θα είναι οι δολοφόνοι του. Όταν μου έδωσε εμένα συνέντευξη στο ραδιόφωνο την 1η Δεκεμβρίου 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για το AIDS/HIV μου είχε πει ότι «πλέον δεν πεθαίνεις από HIV, άλλοι σε σκοτώνουν». Αυτοί οι άλλοι τον σκότωσαν.

Πάντως αν ο Ζακ ήταν όσα πάλευαν να μας πείσουν ότι είναι τότε δεν θα είχαμε ξεσηκωθεί όλοι εμείς, δεν θα έβγαιναν συγγραφείς, πολιτικοί, δημοσιογράφοι για να πουν τα αυτονόητα. Αυτοί που θεωρούν τον Ζακ περιττό είναι αυτοί που αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνία, κίνδυνο για τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Ζακ Κωστόπουλος δεν ήταν απλώς ομοφυλόφιλος ή οροθετικός, ήταν ακτιβιστής της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, πρωτοστατούσε για τα δικαιώματα των οροθετικών, ήταν από τους πρώτους που μίλησε ανοιχτά για τον HIV. «Όταν βλέπεις να επιτίθενται σε κάποιον, γιατί κοιτάς από την άλλη; Δεν λέω να παίξεις ξύλο γιατί ούτε εγώ το έχω με το ξύλο, αλλά μπορείς να βάλεις μια φωνή. Να κάνεις κάτι, να αντιδράσεις με κάποιον τρόπο», δήλωνε στις συνεντεύξεις του. Και για εκείνον οι νοικοκυραίοι δεν έβαλαν καμία φωνή.

Κι αυτοί που τον σκότωσαν κοιμούνται σπίτια τους και μας κουνάνε το δάχτυλο. Όσο αυτοί είναι σπίτια τους, εμείς βγαίνουμε στους δρόμους για τον Ζακ. Γιατί ο δρόμος έχει το αίμα του.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Αφήστε μια απάντηση