Εξιλέωση
από την Χ.
Στη μνήμη του πατέρα μου που τον λάτρευα, όμως μου ήταν απαγορευμένος. Μακάρι να υπήρχε κάποιος τρόπος να τον έκανα να ακούσει από το στόμα μου όλα όσα θα ήθελα να του έλεγα όσο βρισκόταν στη ζωή.. Μα δεν ήξερα, ούτε προέβλεψα πως θα τον έχανα τόσο αναπάντεχα, εκεί που είχα αρχίσει μια ζεστή σχέση μαζί του…
Ένας αιώνας δε φτάνει για να εξιστορήσω τα νοσηρά, προσωπικά βιώματα μου σαράντα χρόνων σχεδόν. Καθώς όμως η εξιλέωση αυτή αφορά μόνο το άτομο μου, δεν θα ήθελα και φυσικά ούτε θα είχα κανένα δικαίωμα να φέρω σε δύσκολη θέση άλλους. Θέλω μόνο να καταγράψω την αιτία που εγώ θεωρώ πως υπήρξε για μένα από την αρχή της ζωής μου πηγή δυστυχίας και δυσκολιών, για την διαμόρφωση του ιδιότυπου χαρακτήρα μου. Όλα τα γεγονότα είναι πέρα για πέρα αληθινά. Δεν θα αναφέρω ονόματα. Ένας άλλος σκοπός αυτής της εξομολόγησης μου, είναι να βγει και η δικιά μου αλήθεια προς τα έξω. Δυστυχώς, μερικοί βλέπουν μόνο τη μια πλευρά, και πάλι δε μπορώ να γνωρίζω τι πιστεύουν. Όμως, όλα τα νομίσματα έχουν δυο όψεις. Δεν θα είναι ευχάριστα αυτά που έχω να πω, παρόλο που προσπαθώ να είμαι άνθρωπος χαρούμενος, γελαστός, αισιόδοξος, θετικός προς τα έξω. Πολλές φορές, είμαι και αθυρόστομη. Ο κάθε άνθρωπος, όμως, διαθέτει και κάποιες άμυνες για να μπορεί να παλεύει. Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως πέρασα και καλές στιγμές, και θα έπρεπε να αναπολώ μόνο αυτές. Δεν τους αδικώ, μια και δεν βίωσαν από πρώτο χέρι το θέατρο του παραλόγου μέσα στο οποίο εξαναγκαστικά έπαιζα και εγώ τον ρόλο μου. Όσο για τους πλείστους ηθοποιούς και για τους κομπάρσους, μπορούσαν πού και που να κάνουν και κανένα διάλειμμα για τσιγάρο. Κι εγώ, η μαριονέτα, το ντελικάτο πιόνι, δεμένη ασφυκτικά πάντοτε στα δάχτυλα της δικτατορικής, σαδιστικής κακιάς πρωταγωνίστριας.
Γεννήθηκα τυφλή, με άδειες τρύπες για μάτια. Οι γονείς μου, κατά τα φαινόμενα και κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν αγαπούσαν ο ένας τον άλλον. Ο γάμος τους, πιστεύω, ήταν από αυτούς των παλιών εποχών της στενοκεφαλιάς και της καταπίεσης γονέων, αδερφών και λοιπών συγγενών. Ήταν από το ίδιο χωριό. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, παιζόταν θέατρο αγάπης μεταξύ τους. Έχω μνήμες από πολύ μικρή ηλικία, γύρω στα 2 ας πούμε. Θυμάμαι όταν άρχισα να ακούω φωνές και μπόλικο βρισίδι από τη μάνα μου που αφορούσε τον πατέρα μου και εμένα. Έτρωγα ανελέητο ξύλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, και βίωσα κάποιες αποτυχημένες απόπειρες πνιγμού στη μπανιέρα και στη λεκάνη της τουαλέτας. Όταν έμεινε έγκυος ξανά, η παράλογη βία αυξήθηκε. Περνώντας τα χρόνια, οι εντάσεις συνεχίζονταν και η μάνα μου ισχυριζόταν ότι ήθελε να χωρίσει αλλά υποστήριζε πως περίμενε να μεγαλώσουμε για να σιχτιρίσει όπως έλεγε τον πατέρα μου. Τότε άρχισαν περισσότεροι καβγάδες, δηλητήριο, λεκτική βία, ψυχολογική βία και πλύση εγκεφάλου που αφορούσε όλα τα υποτιθέμενα κακά του πατέρα μου, και όλου του υπόλοιπου κόσμου μπορώ να πω. Στο τέλος χώρισαν, και κάθε άλλο παρά μειώθηκε η ένταση! Η μάνα μου κυριεύθηκε από κακία, ζήλεια και αρρωστημένες εμμονές εναντίον του πατέρα μου, εμένα του σιχαμερού ανεπιθύμητου σπόρου του, και γενικά ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μέχρι τη 16η Οκτωβρίου του 2018, ζούσα κάτω από την απόλυτη κυριαρχία και την καταπίεση. Και όσο θα ζει, εγώ θα είμαι υπό τη σκιά του απόλυτου τρόμου.
Χωρίς να γράφω ονόματα, δεν χρειάζεται εξάλλου, μια και η εξομολόγηση αυτή δεν είναι απαραίτητο να αφορά τα άτομα που εγώ νιώθω πως ευθύνονται, όπως επίσης δε μου φταίνε σε τίποτε όσοι αγαπώ και όσοι θέλω να πιστεύω πως με αγαπούν πραγματικά και με ανιδιοτέλεια, όμως πιστεύουν πως εγώ έχω εμμονές, κατηγορώ ανοιχτά πλέον, και φυσικά δεν είμαι καθόλου περήφανη για τα γεγονότα.
Από μωρό, μου εμφύτευσε, επαναλαμβάνοντας καθημερινά, πως θα καταραστώ την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκα. Με έβριζε και επικαλούταν τον διάβολο.
Από μωρό μου έλεγε ότι δεν θα τα καταφέρω μόνη μου στη ζωή να κάνω τίποτα χωρίς να είναι παρούσα η ίδια. Με απειλούσε πως αν την χάσω δεν θα μου αρέσει καθόλου και πως θα δω τη γλύκα. Πως θα μείνω μόνη μου και όλοι θα με κάνουν πέρα επειδή είμαι τυφλή, εχτός και αν με εκμεταλλεύονται. Μου έδειχνε, με λόγια και με έργα, πως είμαι ένα μηδενικό. Ένα σκουπίδι. Μέχρι τα 13 μου με έδερνε, και όταν της ζήτησα τον λόγο μετά από χρόνια, με αποστόμωσε λέγοντας μου πως το έκανε αυτό για να με συνετίσει, και για να μην με κακομάθει, μια και ήμουν τυφλή. Δυστυχώς, εκείνη με εκμεταλλευόταν αλλά φροντίζοντας με, μαγειρεύοντας μου, πλένοντας τα ρούχα μου, βγάζοντας με βόλτα σε εστιατόρια, θέατρα και συναυλίες και άλλα τέτοια, με καθήλωνε με την επιβλητική φωνή της, επιβάλλοντας μου ξανά και ξανά κάθε μέρα, πως θα έπρεπε να νιώθω υποχρέωση μόνο απέναντι της, και πως αν δεν ήταν αυτή θα είχα ψοφήσει εγώ μέχρι τώρα τυφλή, μόνη και αβοήθητη. Μου έφερνε συνεχώς παραδείγματα από ανάπηρα άτομα που πέθαναν λίγο πριν ή λίγο μετά τον θάνατο των γονιών τους, αφού ο θεός τα πακέταρε σε μια συσκευασία μια και δεν θα είχαν ζωή μόνα τους. Μου έλεγε ότι ο πατέρας μου ποτέ δεν συνεισέφερε οικονομικά και ότι με σπούδασε αυτή και μόνο αυτή, ζητιανεύοντας και εξασφαλίζοντας μου υποτροφίες. Στο μεταξύ, όταν μιλούσαμε στο τηλέφωνο, έστω και αν φώναζε για το ανυπέρβλητο τηλεφωνικό κόστος, δεν σταματούσε ποτέ να με δηλητηριάζει για τον πατέρα μου. Δεν μπορώ ακόμα να ξεχάσω, αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, τους απαίσιους εφιάλτες που είχα σχεδόν κάθε βράδυ στο μοναχικό δωματιάκι μου στην εστία, πως ερχόταν να με αρπάξει με τη βία για να με φέρει πίσω στον ασφυκτικό κλοιό του πατρικού σπιτιού μας. Εφιάλτες, δυστυχώς, εξακολουθώ να βλέπω ακόμα και τώρα σχεδόν κάθε βράδυ. Βλέπω πως είμαι στο σπίτι μαζί της, και πετάγομαι κατατρομαγμένη μέχρι να συνειδητοποιήσω πως δεν κινδυνεύω και να νιώσω ανακούφιση. Εδώ, θα ήθελα να αναφέρω ότι παρόλες της αμέτρητες δυσκολίες που αντιμετώπισα στα 3 χρόνια των σπουδών μου, ο μόνος λόγος για τον οποίον είχα τολμήσει να πάρω την απόφαση να μην τα παρατήσω μέχρι το τέλος, λανθασμένα ίσως, ήταν για να δώσω την ευκαιρία στον εαυτό μου να ξεφύγω έστω και για λίγο από τα σίδερα της φυλακής. Έκανα πάρα πολλά λάθη. Για παράδειγμα, σπούδασα κάτι που το επέλεξα εγώ, όμως ο μοναδικός λόγος ήταν η φαντασία μου και τα είδωλα που είχα δημιουργήσει στο μυαλό μου σαν μια διέξοδο. Μετά τους πρώτους τρεις μήνες των σπουδών μου, υποτίθεται πως ένιωσα ερωτευμένη με κάποιον. Στην πραγματικότητα, ήθελα απλά να νιώσω ασφαλής και πως με μια σχέση θα κατάφερνα να φτιάξω τη ζωή μου κάπως. Ήμουν δεκαοχτώ χρονών. Πριν το πανεπιστήμιο, στο λύκειο, ήθελα να το παίζω ιν, κουλ κλπ, κάνοντας την άνετη στον μαθητόκοσμο λέγοντας βλακείες, χοντρά αστεία και πονηριές. Καμία σχέση με την πραγματικότητα. Πίστευα πως θα ήταν το ιδανικό για μένα να βρω κάποιον που να με αγαπήσει, να κάνω οικογένεια. Ήμουν πολύ αθώα τότε. Νόμιζα πως θα ήταν όλα πολύ όμορφα και απλά.
Φτάνοντας στην ξένη χώρα για σπουδές, η αλήθεια είναι πως ένιωθα χαμένη. Δεν ήξερα κανέναν εκεί. Και φυσικά, ποτέ δεν έκανα το πρώτο βήμα να συστηθώ σε κάποιον. Ήμουν και ντροπαλή. Δε λέω. Με εγκατέστησε στο δωμάτιο, κουράστηκε, είναι η αλήθεια. Σαν άντρας κουβαλούσε βάρη. Προϋπόθεση, ήταν να μην τολμήσω να τηλεφωνήσω του πατέρα μου για να τον ενημερώσω για την τύχη μας. Γιατί δεν το έκανα κρυφά? Δεν είχα τρόπο. Τηλεφωνικούς θαλάμους είχαμε εκεί που έμενα τότε. Έπαιρναν και κέρματα, τα οποία δεν είχα στις αρχές, όμως υπήρχαν και κάτι τηλεκάρτες που ξεκλείδωναν με κωδικό, και μόνο αυτή είχε το πάνω χέρι να πηγαίνει να αγοράζει και να τις χρησιμοποιεί για να παίρνει τηλέφωνα. Το παράξενο, ήταν πως περνώντας οι δέκα μέρες που έμεινε μαζί μου, σιγά σιγά γνώρισα αρκετούς συμφοιτητές. Όταν έφυγε, ερχόντουσαν διάφοροι, άντρες και γυναίκες, μια και μέναμε στην ίδια εστία τον πρώτο χρόνο, και με ρωτούσαν αν ήθελα φαγητό, αν ήθελα καμιά βοήθεια και άλλα πολλά. Ο άνθρωπος που έλεγα πριν ανοίξω αυτή την παρένθεση, μιλούσε μαζί μου ανελλιπώς τρεις, τέσσερις ή και περισσότερες φορές τη μέρα ρωτώντας με αν χρειάζομαι κάτι. Τα τηλέφωνα μεταξύ μας στην εστία ήταν δωρεάν. Εγώ η καημένη, παρεξήγησα το ενδιαφέρον του και κολακευόμουν. Βγαίναμε και βόλτες μαζί, ή και με άλλες παρέες. Και εκεί ήταν που νόμισα πως ερωτεύτηκα για πρώτη φορά. Έκανα τη χαζομάρα τότε να λέω σε όλους το μυστικό μου, όμως ο κόσμος το είχε τούμπανο, κι εγώ κρυφό καμάρι. Στο τέλος, το έμαθε και αυτός, και μου έδωσε μια καυτή χυλόπιτα. Στις αρχές, για λίγο το έπαιζε άνετος μαζί μου και συνέχισαν για λίγο ακόμα οι βόλτες και το νιάξιμο, όμως εγώ από τη μια ήμουν με την ουρά στα σκέλια, και από την άλλη σκεφτόμουν πως χάθηκε μια ευκαιρία ελευθερίας. Όταν τέλειωσε ο πρώτος χρόνος, πολύ σπάνια τον έβλεπα και προσπαθούσα να συνέλθω όμως ήταν υπερβολικά ανώμαλη η προσγείωση στην πραγματικότητα. Σε κάποια φάση, δεν θυμάμαι πότε και πως το έμαθα, έβαλε και εδώ το χέρι της η μάνα μου. Που να το φανταστώ εγώ πως πριν να φύγει εκείνο τον πρώτο Σεπτέμβρη, ζήτησε από όλους τους οποίους άρχισα δήθεν να κάνω παρέα, να της δώσουν τα τηλέφωνα τους. Τους έπαιρνε τακτικά. Δεν έμαθα ποτέ ακριβώς τι τους έλεγε, πάντως είχε τον έλεγχο. Και ο άνθρωπος αυτός, με φρόντιζε κατόπιν εντολής. Ας είναι όλοι τους καλά. Για πάρα πολλά χρόνια δεν μαθαίνω, και δεν επιδιώκω κιόλας να μάθω νέα.
Όμως, ποιος δούλευε στη Σαουδική Αραβία και στην Ελλάδα μερικά χρόνια πριν να γεννηθώ εγώ? Ποιος συντηρούσε την οικογένεια οικονομικά μέχρι το 1990? Από μωρό με έτρεχε στην Ρωσία και στην Αγγλία στους γιατρούς, οι οποίοι με καλούπια μου έφτιαχναν ψεύτικα μάτια, τα οποία δήθεν έπρεπε να αντικαθίστανται κάθε λίγους μήνες, για να ταιριάζουν στο σχήμα του προσώπου μου που μεγάλωνε. Με ποιανού τα λεφτά όμως γινόταν αυτό αφού δεν εργαζόταν η ίδια? Και τραβούσα εγώ το μαρτύριο. Μέχρι και στο αεροπλάνο μέσα φώναζε και έβριζε και κλαιγόταν για την κακή της μοίρα. Μια φορά, γύρω στα τρία ήμουν, καθώς πηγαίναμε στην Αγγλία, μου έλεγε να βάλω τη ζώνη μου. Εγώ, που ποτέ δεν αρνήθηκα πως είχα και πείσμα και παραξενιές, όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου, της έλεγα πως ήθελα να μου το πει η αεροσυνοδός, κάνοντας μου παρατήρηση. Η μάνα μου τότε μου έβαλε τις φωνές, αλλά εκεί εγώ. Ήρθε η αεροσυνοδός, μου είπε: «Παιδάκι, βάλε τη ζωνούλα σου σε παρακαλώ», προσδέθηκα λέγοντας με ύφος: «Δώσε μου και την άλλη άκρη μαμά…», και εκεί ήταν που την άκουσα να ρουφάει τη μύτη της, να κλαίει, και να αρχίζει το κλασικό λογύδριο για την κακοτυχία της και για το ότι ο πατέρας μου την άφησε να τα βγάζει πέρα μόνη της με ένα τέρας σαν εμένα, κουβαλώντας με από δω κι από κει.
Αυτή η γυναίκα, είχε και το θράσος να σηκώσει όλα τα χρήματα που ο πατέρας μου είχε την αφέλεια να βάλει δυστυχώς σε κοινό λογαριασμό μαζί της. Και πάνε οι κόποι του ανθρώπου. Πάει ο ιδρώτας του.
Όσο για μένα, η μάνα μου, Μου αγόρασε δυάρι, μετά από δικά μου παρακάλια και προσπάθειες, πουλώντας ένα από τα πολλά χωράφια που από ότι μαθαίνω, τα διεκδίκησε με το ζόρι. Όταν μετακόμισα στον δικό μου χώρο, με πολλή κόπο, μέχρι που άλλαξα την κλειδαριά, η γυναίκα αυτή ισχυριζόταν ότι εγώ είμαι το κακό αγκάθι στη ζωή της, και επειδή εγώ έμενα στο ίδιο σπίτι μαζί της, αναγκαζόταν να αποξενώνετε από τον κόσμο. Τελικά, αυτή ήταν που με παρότρυνε να αποξενωθώ από τους πάντες, όλους τους οποίους σνόμπαρε και τους θεωρούσε μίζερους, ανθρωπάκια και λίγους για τα δικά της στενόμυαλα δεδομένα. Με λίγα λόγια, μου απαγόρευε την επαφή με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, εχτός φυσικά από κάποιες εξαιρέσεις τις οποίες δήθεν τις ενέκρινε για λίγο διάστημα, μου τις επέβαλλε, και μετά τις εκμηδένιζε. Όσο και αν σκέφτηκα τόσα χρόνια, δεν μπόρεσα να καταλάβω το κριτήριο της.
Απαγόρευε σε όλους ανεξαρτήτως να με πλησιάσουν χωρίς την έγκριση της, . Γιατί αυτή θα έπρεπε να έχει το πάνω χέρι σε όλα. Γιατί αυτή η καημένη που είχε κόρη τυφλή, θα έπρεπε να θεωρηθεί και να ανακηρυχθεί επίσημα σε ηρωίδα σε κάποιο βάθρο, αφού ανέβαινε Γολγοθά και θυσιαζόταν. Γιατί απλά, θα έπρεπε να είναι το θύμα της κοινωνίας. Η κακομοίρα. Η μίζερη. Γιατί όλα και όλοι της έφταιγαν, εχτός από τον εαυτό της. Γιατί αυτή είχε πάντα δίκαιο και όλοι οι άλλοι άδικο. Συνέχεια μου εμφύτευε ενοχές. «Φταίει ο τάδε γιατί δεν πήγα να σπουδάσω, φταίει ο άλλος γιατί δεν έγινα κάτι σπουδαίο», όλοι έφταιγαν για όλα. Κάποτε μου έλεγε ότι είμαι μπάστακας και ότι είμαι συνέχεια αγκιστρωμένη πάνω της, ενώ αποδεικνύεται ακράδαντα το αντίθετο. Από την άλλη πλευρά, η παραμικρή κίνηση μου, από το να πάω στην τουαλέτα μέχρι το να θέλω να βγω μια βόλτα με φίλους, θα έπρεπε να εγκριθεί από την ίδια, εγώ όφειλα να υπακούω και να εκτελώ με ακρίβεια τις εντολές της, και να υποτάσσομαι στην ισχυρογνωμοσύνη της. Και αλίμονο μου αν έμενα λίγο παραπάνω εχτός ελέγχου. Μέχρι που έβαζε τις φωνές επειδή κάποτε αναστέναζα ή τύχαινε να χασμουρηθώ.
Όταν πήγαινα σχολείο, δεν μου επέτρεπε ούτε να κουνηθώ, αν δεν με τρέλαινε πρώτα στις μονότονες και οδυνηρές επαναλήψεις, που είχαν ως αποτέλεσμα εγώ να προσπαθώ να διεκδικώ ένα μικρούλι διαλειμματάκι ενός λεπτού, και αυτή να αρχίζει φωνές, ξύλο, κλωτσιές και μπουνιές. Και εγώ ούρλιαζα, έκλαιγα και σπάραζα κάτω από τον σαδισμό της. Και όλα αυτά, από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Κάποτε, κατάφερα να την δαγκώσω στο μπράτσο. Δυστυχώς αυτό το έχω μέσα μου και θα το έχω ευ όρου ζωής. Τραγικό ήταν και το γεγονός πως μου έλεγε πως αν έδερνα κάποιον, όταν θα μεγάλωνα θα έτρεμαν τα χέρια μου. Τα δικά της, δεν έτρεμαν πάντως… Και πάλι, ένα τυφλό παιδάκι, πως θα πάλευα να της ξεφύγω? Στο νηπιαγωγείο και στην πρώτη δημοτικού, σπάραζα και την αποζητούσα. Μετά αντιλήφθηκα πόσο καταπιεζόταν και πόσο με σιχαινόταν. Να με φροντίζει από τη μια, Να μου το χτυπάει από την άλλη. Και γιατί δεν με πέταξε στα σκουπίδια από τότε, όποιος έχει λίγο μυαλό, ας βγάλει το συμπέρασμα…
Από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, άρχισα να λέω ψέματα που δεν ήταν και τόσο αθώα, προσπαθώντας να στρέψω την προσοχή της αλλού. Φυσικά, τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Όταν έπαιρνα χαμηλό βαθμό στα διαγωνίσματα, εγώ της έλεγα πάντοτε πως έπαιρνα άριστα. Ώσπου, μια μέρα, της είπε ο δάσκαλος μου την αλήθεια, και φυσικά, το ξύλο και οι κλωτσιές δεκαπλασιάστηκαν. Θυμάμαι ακόμα την κλωτσιά που μου έδωσε στην πλάτη επειδή έτρεμα από τον φόβο μου, καθώς σκεφτόμουν πως να της αποκαλύψω το μεγάλο μου σφάλμα, πως δεν είχα δώσει του δασκάλου μου κάποια εργασία στα Αγγλικά να μου την διορθώσει. Και εγώ έπεσα κάτω τότε, νοιώθοντας έναν οξύ πόνο στην ραχοκοκαλιά μου για κάποιες εβδομάδες.
Μια άλλη φορά, με χτύπησε στο κεφάλι, επειδή ξέχασα στην τάξη μου το βιβλίο της ιστορίας. Στην περίπτωση αυτή, θυμάμαι και την λεπτομέρεια για το μάθημα που θα έπρεπε να διαβάσω. Θυμάμαι την λέξη Σέσκλο, που της την έλεγα με λυγμούς, καθώς αυτή με χτυπούσε. Μέχρι και το σκυλάκι μας που το είχαμε από το 2000 ως το 2003 που αποφάσισε να του κάνει ευθανασία επειδή είχε επιληψία, το χτυπούσε χωρίς λόγο. Μια φορά, το χτύπησε γιατί εγώ το ανέβασα μαζί μου στο κρεβάτι, την άλλη φορά επειδή της λέρωσε τα πλακάκια της κουζίνας με σταγόνες της περιόδου, και για πολλά άλλα.
Μετά, όταν πήγα στο γυμνάσιο, στην Τρίτη τάξη, είπα το τελευταίο σοβαρό ψέμα της ζωής μου.. Κατηγόρησα έναν συμμαθητή μου πως με απείλησε να σκίσω ένα τετράδιο εκθέσεων που είχα και να πετάξω τις σελίδες στην τουαλέτα… Φυσικά, εγώ πέταξα τις σελίδες στην τουαλέτα για να μην τις βρει η μάνα μου, μια και η καθηγήτρια δεν έγραψε καλά σχόλια σε κάποια έκθεση. Τράβηξα και το καζανάκι, όμως έσπασε ο διάολος το ποδάρι του, και βούλωσε η τουαλέτα. Και έγινε και η αποκάλυψη κάποιων σελίδων, που δεν είχαν σβηστεί. Είχα τετράδια από ένα χοντρό κίτρινο χαρτί, έγραφα στην ειδική γραφομηχανή Brailler, και κάποιος δάσκαλος από τη σχολή τυφλών, αναλάμβανε να μεταφράζει χειρόγραφα στην γραφή των βλεπόντων αυτά που έγραφα, για να μπορούν οι καθηγητές να τα διορθώνουν. Και για να τα μπαλώσω, είπα ότι ο τάδε συμμαθητής μου, που ζήτημα είναι αν μου είπε έστω και μια καλημέρα ποτέ του, με παρακίνησε να κάνω αυτή την πράξη. Μαθεύτηκε στο σχολείο, εγώ παραμύθιαζα τον διευθυντή, που πολύ φυσιολογικά έκανε ανάκριση σε μένα, αλλά και στον μαθητή, και μόνο τώρα, μετά από τρεις δεκαετίες σχεδόν, τολμώ να παραδεχτώ και να εξομολογηθώ αυτό το κατόρθωμα μου. Περιττό βέβαια να ομολογήσω, πως σιγά σιγά, άρχισα να μην το θέλω το σχολείο και τα μαθήματα, και αφοσιωνόμουν σε έναν δικό μου κόσμο, για να αντέχω τις ατέλειωτες ώρες της μέρας.
Όσο για την τελευταία φορά που έφαγα ξύλο, ήταν στα δεκατρία μου, όταν η μάνα μου με πίεζε να ζυγιστώ, γιατί ήμουνα μπόγος, βόδι, κήτος, και ξέρω ‘γω τι άλλο. Τότε, θυμάμαι έντονους πονοκεφάλους από τις δυνατές ξυλιές, και πάλι για εβδομάδες. Και διακοπές, όταν πηγαίναμε, πάλι κάτι έβρισκε για να μου χαλάει την κάθε μου μέρα. Ευτυχώς, πολλοί θυμούνται τις αγριοφωνάρες της προς εμένα, είτε σε σπίτια, είτε σε εστιατόρια, είτε στο αυτοκίνητο, είτε σε μια υποτιθέμενα ήρεμη βόλτα στη θάλασσα, παντού. Δεν την σταματούσε κανένας και τίποτε. Μια φορά που είμασταν στην Κρήτη και ήμουν σχεδόν δέκα χρονών, με πήγε κοντά σε ένα δέντρο και μου έλεγε να σκαρφαλώσω. Φυσικά, από φόβο εγώ έκανα ότι προσπαθώ, και τότε με αποκάλεσε άχρηστη, αφού ούτε σε ένα δέντρο δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω.
Από τη μια, ήθελε να απαλλαγεί από την παρουσία μου, όμως από την άλλη δεν μου επέτρεπε να κάνω βήμα. Όταν εγώ άκουγα από ενδιαφέρον και με προσοχή τα προβλήματα κάποιου, αυτή θύμωνε και μου έλεγε πάντα πως δεν είναι ανάγκη να με φορτώνει ο κάθε μαλάκας με τα δικά του. Όμως, η ίδια με βαρυφόρτωνε και μάλιστα συστηματικά και καθημερινά με τις δικές της ανασφάλειες και φοβίες.
Κατηγορούσε συνέχεια τον πατέρα μου, ότι αυτός έφταιγε που εγώ γεννήθηκα τυφλή, ενώ έμαθα, και εξακρίβωσα πρόσφατα, πως δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Επειδή η νοοτροπία του τι θα πει ο κόσμος καλά κρατεί, δεν θα ήθελα να μπω σε λεπτομέρειες για να μην θίξω κανενός την υπόληψη. Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου, άλλωστε. Και δηλαδή γιατί να φταίω εγώ που δεν υπήρχε τότε ο προγεννητικός έλεγχος για να με ρίξει, και να μην ταλαιπωρείται κανένας από την ύπαρξη μου ευ όρου ζωής στο κάτω κάτω? Επίσης, γιατί να κάνουν παιδιά αρκετά χρόνια μετά το γάμο τους αφού δεν υπήρχε αγάπη? Για να βασανίζονται? Αμαρτίαι γονέων δηλαδή? Σιχαίνομαι αυτή την φράση, και διαφωνώ κάθετα.
Εδώ, αξίζει να αναφέρω πως είχε μια αδερφή που ήταν κωφάλαλη. Η θεία μου αυτή, έμενε στο χωριό στο πατρικό τους σπίτι μαζί με τον παππού μου. Είχε και προβλήματα με τα πόδια της η θεία μου αυτή, τα οποία προέκυψαν μετά από μια εγχείρηση στην καρδιά, που έγινε την δεκαετία του 70, πολύ πριν γεννηθώ εγώ. Από μικρή, με έπαιρνε πάρα πολύ συχνά στο χωριό η μάνα μου. Αρκετά συχνά, έφερνε και την θεία μου στο σπίτι μας. Αψυχολόγητα και τελείως άδικα, πάντα ισχυριζόταν πως εγώ δεν αγαπούσα και δεν αποδεχόμουν την θεία μου. Εγώ η εντελώς τυφλή, δεν αποδεχόμουν μια γυναίκα εντελώς κωφή. Ας έρθει κάποιος νοήμον άνθρωπος στη θέση μου. Από παιδάκι μικρό, με άφηνε πολλές φορές μόνη με τη θεία μου, η οποία έβγαζε κάποιες ακατάληπτες φωνές και κραυγές, προσπαθώντας μάλιστα με όλες τις δυνάμεις της να παίζει μαζί μου για να μην φοβάμαι και για να μην κλαίω. Όσο ήταν άλλοι μπροστά, όλα καλά, αφού μας έκαναν τον διερμηνέα. Όμως, πως να μιλήσω μαζί της τριών, τεσσάρων χρονών, όταν ήθελα κάτι τις ατέλειωτες ώρες που με άφηνε μόνη μου μαζί της γυρνώντας στα μαγαζιά, στις φιλενάδες, και ούτω καθεξής? Πως θα μπορούσε κι εκείνη να με καταλάβει? Κι έτσι σπάραζα από το κλάμα, τον πανικό και την ανασφάλεια. Η καημένη προσπαθούσε πάντα να βρίσκει κάτι για να με καθησυχάζει. Ήταν έξυπνη γυναίκα. Όταν μεγάλωσα, σχεδόν κάθε Κυριακή έπρεπε να πηγαίνουμε στο χωριό, είτε το ήθελα εγώ, είτε όχι. Πολλές φορές ερχόταν και στο σπίτι μας η θεία μου αυτή. Δυστυχώς, ποτέ μου δεν κατάφερα να συνεννοηθώ μαζί της όταν ήμουν μόνη μου. Όμως, είναι πέρα για πέρα ψέμα ότι δεν την αγαπούσα. Ήταν έγκλημα το γεγονός ότι με έβριζε γι’ αυτό το θέμα, όπως επίσης και το γεγονός πως όταν πήγαινα να της εξηγήσω πως ένοιωθα, έπεφτε η αγία ράβδος, και ακουγόντουσαν οι φωνές της και τα κλάματα μου σε όλη τη γειτονιά.
Όταν ήταν ξανά έγκυος και ήμουν τριών χρονών εγώ , έχουν χαραχθεί στη μνήμη μου οι βλαστήμιες και οι κατάρες ενάντια στον πατέρα μου, γιατί να τολμήσει να την γκαστρώσει ξανά. Γιατί η ίδια δεν ήθελε να κάνει άλλο παιδί, μπας και βγει ελαττωματικό όπως το πρώτο. Λίγους μήνες πριν την οριστική διακοπή της σχέσης μου μαζί της, με παρακαλούσε, λέει, να βρω κάποιον να κάνω μωρό, για να το μεγαλώσει αυτή η ίδια, και για να έχουμε κάποιον να μας γηροκομήσει. Και δεν την ενδιέφερε καν ποιος θα ήταν ο πατέρας του παιδιού, ούτε αν εγώ η ίδια ήθελα να κάνω παιδί, ούτε αν εγώ θα είχα την δύναμη, ή την ευθύνη για το μεγάλωμα ενός παιδιού. Και, δηλαδή, που ήξερε πως, αν θα γεννούσα εγώ, αυτή θα ζούσε αιώνια για να αναθρέψει το δικό μου παιδί? Ο παραλογισμός στο μεγαλείο του…
Επειδή η ίδια εργαζόταν σε χαμηλή θέση, και ίσως είχε το σύμπλεγμα κατωτερότητας μιας μάζας ανθρώπων που το παίζουν καλλιεργημένοι, έκλαιγε συνεχώς τη μοίρα της και αναμασούσε το παρελθόν της. Με αυτή τη νοοτροπία, πιστεύω πως εύρισκε αληθινή ικανοποίηση, μειώνοντας με κάθε τρόπο και με κάθε μορφή όλους όσοι τύχαινε να βρεθούν στο δρόμο της, ή στο περιβάλλον της, βάζοντας της εμπόδια. Ακόμα, όποιον πίστευε πως είχε περισσότερες δυνατότητες από την ίδια, τον ταπείνωνε, με λόγια κυρίως. Εμένα κατάφερε να μου εξαντλήσει κάθε ίχνος αυτοεκτίμησης. Παρόλο που υποκρινόταν ότι με αγαπούσε, το αλάνθαστο ένστικτο μου με προειδοποιούσε πάντοτε για το αντίθετο. Ασχέτως αν τελικά, επειδή ήταν η μάνα μου, ένιωθα ότι θα έπρεπε να την σέβομαι και να προσπαθώ να την αγαπώ. Δυστυχώς, από την ίδια, δεν πήρα ούτε ίχνος αγάπης, ούτε κανένα είδος σεβασμού. Όλοι θυμούνται την εμμονή μου όταν γνώριζα ή όταν έβλεπα ζευγάρια που πίστευα πως ήταν ευτυχισμένα, να τους λέω πόσο θα ήθελα να ήμουν κόρη τους. Αμέτρητες ήταν οι φορές που με απειλούσε σαδιστικά και απολαμβάνοντας το, πως θα με έδινε σε ορφανοτροφείο, θα με πέταγε έξω από το σπίτι, ή θα με έστελνε να με… βιάσει ο άχρηστος πατέρας μου… Και μακάρι να με εγκατέλειπε, στην τελική, παρά να με βασάνιζε τόσο. Αλλά αν έφευγε από το σπίτι και με άφηνε ελεύθερη, μετά η ίδια ούτε σπίτι θα είχε να μείνει, ούτε και θα μπορούσε να απολαμβάνει τα οφέλη από την τυφλή κόρη της.
Αναγκάστηκα να σπουδάσω απλά και μόνο για να νιώσω για λίγο την ψευδαίσθηση κάποιας ελευθερίας, και να κάνω κάποια δουλειά που όλοι ήξεραν πως δεν μου άρεσε και που δεν με αντιπροσώπευε. Όμως, προκειμένου να παίρνω καλά λεφτά ώστε να βγάζω την υποχρέωση που είχα απέναντι της που με φρόντιζε τόσα χρόνια, και επειδή λόγω της καθολικής απώλειας της όρασης μου, δεν είχα μέχρι πρόσφατα κανενός είδους ανεξαρτησία, και η τεχνολογία δεν ήταν τόσο προσβάσιμη όσο είναι τώρα στις μέρες μας, ήμουν απόλυτα καθηλωμένη και υποταγμένη κάτω από την τυραννική και πλήρη κυριαρχία της. Ως και η επιλογή των σπουδών μου, δυστυχώς έγινε βάση του φανταστικού κόσμου που έπλασα στο μυαλό μου. Μέχρι και σχέσεις προσπάθησα να κάνω, μπας και μπορέσω κάποτε να της ξεφύγω, αλλά ευτυχώς για καλή μου τύχη, αυτή η δύναμη που υπάρχει πάνω από τους ανθρώπους, με προφύλαξε. Μου κρατούσε την ταυτότητα, το διαβατήριο, καθώς και την κάρτα αναπηρίας με την βία. Δεν μου τα έδινε, παρόλο που τα απαιτούσα με κάθε τρόπο. Τελικά, την κάρτα των αναπήρων δεν μου την έδωσε, αλλά μου έβγαλαν άλλη που είναι νόμιμη, και η παλιά και παράνομη, χάρισμα της. Αυτή η γυναίκα, κατέχει και το αυτοκίνητο που υποτίθεται πως αγοράστηκε αφορολόγητο στο όνομα μου, και για να εξυπηρετεί εμένα, και η αλήθεια είναι πως το συγκεκριμένο δεν μπήκα ποτέ μου στη διαδικασία να της το ζητήσω, και δεν με ενδιαφέρει να το έχω άλλωστε.
Η ίδια έχει και δεύτερο αυτοκίνητο, σπίτια, μπόλικα χωράφια, λεφτά από τη σύνταξη τη μεγάλη που πήρε, καθώς και χρυσαφικά που με κόπους της τα αγόρασε ο πατέρας μου, χρυσές λίρες και χρυσά πεντόλιρα από την Σαουδική Αραβία. Τι θα τα κάνει? Όλοι μας σε έναν τάφο θα καταλήξουμε στο τέλος.
Όταν ο πατέρας μου, χρόνια μετά τον επώδυνο χωρισμό τους, βρήκε άλλη γυναίκα, η μάνα μου ζήλεψε προφανώς και τριπλασίασε την κακία της, με το τηλεφώνημα που έκανε στη γιαγιά μου, τη μητέρα του πατέρα μου, βρίζοντας και ζητώντας εξηγήσεις για το δικαίωμα που είχε, ο βρωμιάρης, ο άχρηστος και ο σεξουαλικά ανίκανος να κάνει σχέση με άλλη γυναίκα. Εμένα, φυσικά, δεν μου επέτρεπε με κανέναν τρόπο ούτε και να διανοηθώ να τον πλησιάσω για κάμποσο καιρό μετά από τη μέρα που τον έδιωξε από το σπίτι. Εκείνο το μεσημέρι που γύρισα από το λύκειο, η γυναίκα αυτή, η μάνα μου, με ανάγκασε να πετάω και εγώ ρούχα και πράγματα που ανήκαν στον πατέρα μου έξω από το σπίτι, αφού προηγήθηκε το καθιερωμένο χοντρό ρεζίλεμα υστερίας στη γειτονιά από το μπαλκόνι του σπιτιού μας. Και ήμουν και εγώ εκεί. Ευτυχώς δηλαδή που πριν πεθάνει ο πατέρας μου, για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα, πρόλαβα να τον γνωρίσω λίγο καλύτερα και να τον εκτιμήσω. Ο ίδιος ποτέ του δεν μου κράτησε κακία για τίποτε, και ήταν πάντοτε αξιοπρεπείς, καλοπροαίρετος, γλυκός, ευγενικός και ηθικός. Κύριος σε όλα του. Ποτέ δεν με απέρριψε, αν και παραδέχομαι ότι μου άξιζε να το κάνει. Και ο ίδιος ποτέ δεν κατηγόρησε κανέναν, και ας πάλευε μια ζωή να βρει το δίκαιο του.
Τότε που πήγα να μείνω επιτέλους στο δικό μου σπίτι, επειδή δεν ήθελα να ζητήσω καμία οικονομική βοήθεια από τον πατέρα μου, η μάνα μου μου απαγόρευσε ρητά να του πω ότι αγοράσαμε το σπίτι, και να μην τολμήσω ποτέ να τον βάλω μέσα. Και όταν της είπα ότι όποιον θέλω θα βάζω μέσα, αφού είναι σπίτι μου, με το γνωστό ειρωνικό, νευρικό και επιβλητικό ύφος της, με καθήλωσε λέγοντας μου… «Κοιμήσου και μαζί του τότε»…
Από μικρό κοριτσάκι, έψαχνα διεξόδους και φανταστικούς κόσμους για να μπορώ να ξεφεύγω από την τοξική αυτή γυναίκα. Το αποτέλεσμα, ήταν όταν της είχα αποκαλύψει ότι είχα κάποιου είδους σεξουαλικής παρενόχλησης από έναν γείτονα, όλα να τα αποδώσει στην υπερβολική φαντασία μου που κάλπαζε, και στο ότι επειδή ήμουν τυφλή, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να ικανοποιηθώ ποτέ σεξουαλικά… Και τότε ήμουν μόνο 16-17 χρονών και αθώα ακόμη. Αν ήμουν τότε μια σαραντάρα γεροντοκόρη, άντε να ήμουν και φαντασιόπληκτη, και ψεύτρα, και τα λοιπά, και τα λοιπά.
Από τη μέρα που πήγα να μείνω στο σπίτι μου, δεν με άφηνε λεπτό μόνη μου, δήθεν για παρέα. Και όταν την παρακαλούσα και της έλεγα διακριτικά ότι δεν είναι ανάγκη να έρχεται κάθε μέρα, αυτή έβαζε τις φωνές και έλεγε ότι την μισώ και δεν την θέλω καθόλου. Πραγματικά, μερικές φορές αναρωτιέμαι αν κατά βάθος ήξερε ότι κάποτε θα τα συνειδητοποιούσα όλα αυτά που μου έκανε, και θα ήθελα να απαλλαγώ από την παρουσία της. Αν μια μέρα δεν ερχόταν στο σπιτάκι μου, εγώ θα βρωμούσα και θα ψοφούσα μόνη μου. Έτσι μου επέβαλε να πιστεύω. Για όσους θυμώνουν μαζί μου και με κατηγορούν ακόμα, τονίζω πως δεν μπορούσα σε καμιά περίπτωση, με κανέναν τρόπο και με καμία δύναμη να της βάλω όρια. Να αποστασιοποιηθώ.
Μέχρι το σωτήριο απόγευμα που με έβρισε για τελευταία φορά κατάμουτρα και χυδαία, και δεν την ξαναείδα. Και ειλικρινά, για όσο ζήσω, αν φυσικά προλάβω να ζήσω πριν με θάψει, όπως έθαψε άλλους, ελπίζω να μην την ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου. Δεν αντέχω άλλο να υποτάσσομαι στους παραλογισμούς της και να παραλύω από τον συνεχόμενο τρόμο, έστω και στο άκουσμα της στριγκιάς φωνής της. Είχα κάποιες τηλεφωνικές ενοχλήσεις και κάποια τυπικά μηνύματα, στα οποία της εξέφρασα την επιθυμία, να μην ασχοληθεί ποτέ ξανά μαζί μου. Όμως, μια και δεν έχω τα ματάκια μου, της αρέσει που και που να παίζει τους ρόλους της και να δείχνει στους άλλους, ειδικά σε όσους δεν την ξέρουν ακόμη καλά, ότι ενδιαφέρεται ή ότι αγχώνεται για μένα. Κάνει τους άλλους να πιστεύουν ότι εγώ την έχω απόλυτη ανάγκη. Με κατηγορεί πισώπλατα, όπως έκανε και μπροστά μου κάποτε, πως εγώ είμαι το θύμα των άλλων και πως τυγχάνω εκμετάλλευσης. Και στην πραγματικότητα να συμβαίνει αυτό, είμαι ενήλικη και δεν θα δώσω λόγω σε κανέναν πέρα από τον εαυτό μου. Άσε που αν η ίδια ήταν σωστή απέναντι μου και με στήριζε χωρίς να με πνίγει, εγώ θα την λάτρευα έτσι όπως όλα τα παιδιά, φυσιολογικά λατρεύουν τους γονείς τους. Όμως, πως να αγαπήσω μια τέτοια γυναίκα που με βαρυφόρτωσε με ενοχές και με τύψεις από την ώρα που είχε την ατυχία να με γεννήσει? Χίλιες φορές να ζήσω στη μοναξιά μου για όσα χρόνια μου είναι γραφτό ακόμα να είμαι ζωντανή, παρά να ξαναπέσω στα χέρια αυτής της γυναίκας. Κάποτε της άρεσε να επαναλαμβάνει τη φράση «Τα άδικα ουκ ευλογούνται.» Έτσι είναι. Κάποτε όλα βγαίνουν στο φως. Και για όσους με πιέζουν να την συγχωρήσω για όσα έκανε, δεν είμαι εγώ η αρμόδια. Συγχώρεση δεν σημαίνει και θυματοποίηση. Μέχρι τώρα τα κατάφερνα να την αποκρούω και να την αποφεύγω παλεύοντας σκληρά με νύχια και με δόντια. Δεν την προκαλώ ποτέ μου εγώ. Τώρα όμως έχω κουραστεί, και έτσι αποφάσισα να καταθέσω το μαρτύριο μου. Φτάνει πια. Αρκετά. Μόνο εγώ ξέρω τον πανικό που μου προκαλούν τα τηλεφωνήματα και τα μηνύματα της. Είχα την ατυχία να την ξανακούσω να ουρλιάζει ένα μεσημέρι σε κάποιους καθώς εγώ ήμουν στο αυτοκίνητο. Δεν μου απηύθυνε το λόγο για καλή μου τύχη. Η κατάσταση της χειροτέρεψε. Πια φυσιολογική μάνα έχει να δει τα παιδιά της καιρό και δεν τα αγκαλιάζει? Αντί να μιλήσει με ηρεμία και λογική μετά από όλα όσα έγιναν και να παραδεχτεί και εκείνη πως έκανε λάθη, αυτή έβριζε τον πατέρα μου και μετά θάνατον, ξεστομίζοντας βλαστήμιες, βλακείες και ψέματα, δυστυχώς επιβεβαιώνοντας με πανηγυρικά. Εγώ ανέβασα 145 παλμούς. Μου χτύπησε καμπανάκι το έξυπνο ρολόι μου. Προσθέτω επίσης ότι την γυναίκα αυτή, την κατέταξα πλέον και την καταχώρησα στην πιο μαύρη λίστα που θα μπορούσε να υπάρχει. Τέλος, Θα ήθελα να δηλώσω την πλήρη περιφρόνηση μου για το άτομο της.
Επειδή υπάρχουν κάποιοι που το παίζουν ειδήμονες και προσπαθούν να με πείσουν ότι πρέπει να την αποδεχτώ με τα όποια λάθη της, τους λέω κατηγορηματικά πως δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να δεχτώ πιέσεις. Αρκετά ελαστική υπήρξα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, και αρκετά υπέφερα. Δυστυχώς, αναγκάζομαι για μια τελευταία φορά να της δώσω αξία, γράφοντας, με την ελπίδα να την ξορκίσω επιτέλους και από τους εφιάλτες μου, αφού δεν είμαι σε θέση να την ταρακουνήσω, ούτε να δώσω της ίδιας να καταλάβει το κακό που μου έχει προξενήσει. Θα ήθελα να το επαναλάβω σε όλους τους συμβουλάτορες και γραπτώς, μια και τα γραπτά μένουν, να κοιτάζει ο καθένας τη δουλειά του. Εγώ ποτέ μου δεν ενόχλησα κανέναν, τουλάχιστον ηθελημένα. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι κρύβεται πίσω από κάθε κλειστή πόρτα. Δεν έχω άλλες αντοχές. Η υπομονή μου δεν διαθέτει πλέον παραθυράκια.
Και ένα μήνυμα για την ίδια: Μακριά από μένα! Καλά γεράματα.
*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Η σκληρή αλήθεια για τα “αόρατα παιδιά” | LiFO
Ο Άρης Δημοκίδης παρουσιάζει μια συγκλονιστική ιστορία παιδιού που βίωσε την ψυχική ασθένεια του πατέρα του, μαζί με τις χρήσιμες συμβουλές ειδικών σχετικά με το πώς αντιμετωπίζονται τέτοιες καταστάσεις.

Συγκλονιστικό το κείμενο σου. Λυπάμαι για όσα φριχτά πέρασες. Προσπάθησε να κρατήσεις αυτή την γυναίκα μακριά σου. Δεν πρόκειται ποτέ να σου προσφέρει κάτι καλό. Προφανώς αντιμετωπίζει θέματα ψυχικής υγείας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να την ανέχεσαι. Ελπίζω η ζωή σου να είναι πιο όμορφη από δω και πέρα!
Η μητέρα μου διαγνωστικε με εμμονικη σχιζοφρένεια σε νιώθω απόλυτα πολλά κοινά .. δυστυχώς.. αναγκαστικά να ακολουθήσω την νόμιμη οδό όταν ξεκίνησε να απειλεί την νεογέννητη κόρη μου.. ο επικεφαλής της ομάδας που διέγνωσε την κατάσταση μου είπε απλά και ρητά να εξαφανιστω για την προστασία τόσο εμένα όσο και του παιδιού μου.. ήταν σίγουρος ότι θα σταματήσει την αγωγή μόλις έβγαινε.
Σε εκλιπαρώ να πράξεις το ίδιο..