σε ,

Όταν το Πολυτεχνείο καιγόταν κι εγώ… περίμενα το λεωφορείο!

Σωτήριον έτος 1991. Πρώτος μου μήνας στην Αθήνα…

5396543342aef2daa2a4ba29ace323e1

Σωτήριον έτος 1991. Οκτώβριος. Εγώ στα 17, πρώτο έτος στη Νομική. Πρώτος μήνας στην Αθήνα, πιο άσχετος και από κινέζο τουρίστα. Πέμπτη ήτανε, το θυμάμαι καλά, πόσες του μηνός δεν πολυθυμάμαι. Είχαμε πολλές ώρες μάθημα στη Νομική, και ως πρωτοετής ψάρακας ήθελα να τα παρακολουθήσω όλα μα όλα. Εννιά το πρωί μπήκα στο κτήριο, οχτώ το βράδυ βγήκα.

Κάτι ψιθυριζόταν ότι γίνονταν επεισόδια παρακάτω, εκεί που ήταν το Πολυτεχνείο, αλλά εγώ ιδέα δεν είχα που ήταν εκείνο το παρακάτω. Σ’ αυτή την πόλη όλα ήταν τεράστια, οι δρόμοι ατέλειωτοι και οι διαδρομές που ήξερα συγκεκριμένες. Τουτέστιν, μία-δύο.

Θεονήστικος όλη μέρα, αφού μού ήταν αδιανόητο να θυσιάσω την επιστήμη για ένα κρουασάν ζαμπόν τυρί στο Γρηγόρη απέναντι, και με τα μάτια μου να κάνουν πουλάκια αφού κρατούσα μανιωδώς σημειώσεις όλη μέρα, φεύγω κατά τις οχτώ το βράδυ από τη σχολή, και πηγαίνω από την Ακαδημίας στην πλατεία Κάνιγγος, όπου και η αφετηρία του λεωφορείου της Κηφισιάς. Πω πω, σκεφτόμουνα, τί ουρά θα έχει εκεί στην αφετηρία, πάλι  σαρδελοποιημένος θα πάω σπίτι.

Φτάνω στην Κάνιγγος, χαμπάρι ακόμα δεν έχω πάρει, ερημιά. Η αφετηρία άδεια. Και από ανθρώπους και από λεωφορεία. Ευφυέστατος καθώς είμαι εξαπανέκαθεν, καταλήγω στο συμπέρασμα. “Τυχερός είσαι απόψε… δεν έχει κόσμο”. Δεν έχω καν αντιληφθεί ότι στο τέρμα του δρόμου μία πτέρυγα του Πολυτεχνείου έχει παραδοθεί στις φλόγες και στην Πατησίων γίνεται ο κακός χαμός. Αλλά είμαι ευτυχής στην άγνοιά μου διότι καμία Πατησίων δεν ξέρω, μόνο μία 28ης Οκτωβρίου.

Θριαμβευτικά στήνομαι μπροστά μπροστά, πρώτη φορά στην σύντομη παραμονή μου στην Αθήνα μου τύχαινε πρώτον να μην περιμένει κανείς, και δεύτερον να μην έρχεται και κανείς. Μην σας πω να μην κυκλοφορεί και κανείς.

Μετά από κανένα πεντάλεπτο έρχεται ένας αστυνομικός και με ρωτάει με άγριο ύφος:

“Τί κάνεις εδώ παιδάκι μου;”

Η απάντησή μου θα πρέπει να του έχει μείνει αξέχαστη: “Περιμένω το λεωφορείο;”

“Μα δεν βλέπεις εκεί κάτω καίγεται το Πολυτεχνείο, και γίνεται χαμός!” Μου το είπε ο χριστιανός όσο πιο ήρεμα μπορούσε.

Εγώ ψιλοπανικοβάλλομαι. “Και πώς θα γυρίσω;”

“Πού θες να πας;”

“Στο Μαρούσι.” Εκεί έμενε η θεία μου που με φιλοξένησε τα χρόνια των σπουδών.

“Πήγαινε στην Ομόνοια να πάρεις το τραίνο”.

“Ξέρετε από πού πάνε στην Ομόνοια;”

Ο άνθρωπος, προφανώς απορημένος με το ζωντόβολο που είχε μπροστά του,  μου έδειξε από πού να περάσω, συμβουλεύοντάς με να μην περάσω την Πατησίων γιατί εκεί πέφτει ξύλο και πολλές μολότοφ.

“Ποια είναι η Πατησίων;” ήταν η ερώτησή μου που πρέπει να τον αποτέλειωσε. Τον ευχαρίστησα και ακολούθησα κατά γράμμα τις οδηγίες. Ούτε φωτιές είδα εκείνο το βράδυ, ούτε οδοφράγματα, ούτε ξύλο. Μπήκα στο τραίνο και βουρ για το Μαρούσι. Στο σπίτι, η θεία έβλεπε στην τηλεόραση ότι το Πολυτεχνείο καιγόταν και ανησυχούσε, η μάνα μου είχε σπάσει τα τηλέφωνα από το νησί, εγώ ήμουν δίπλα και δεν είχα πάρει είδηση τίποτα.

Δεν θυμήθηκα αυτή τη σκηνή για να σας δείξω πόσο είμαι στην κοσμάρα μου. Απλά γιατί συνειδητοποίησα ότι έχουν περάσει 27 χρόνια. Και κάθε χρόνο, αυτές τις μέρες, μιλάμε για επεισόδια και καταστροφές. Και τίποτα δεν αλλάζει. Κάθε χρόνο, αυτός ο χώρος μνήμης αμαυρώνεται και μουτζουρώνεται, όπως αμαυρώνεται και μουτζουρώνεται κάθε μέρα η ζωή των ανθρώπων στην αβίωτη μεγαλούπολη. Εκείνοι που έκαψαν τότε το Πολυτεχνείο (πολλές εκδοχές για το ποιοι ήταν έχουν ακουστεί) θα είναι τώρα στην ηλικία μου και λίγο μεγαλύτεροι… Αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Κανείς δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη για τίποτα. Με δεξιές, σοσιαλιστικές, αριστερές κυβερνήσεις.

Ελπίζω να ζήσω και να δω μια φορά να τιμάμε τους νεκρούς του Πολυτεχνείου όπως τους πρέπει. Ήσυχα.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
1 Comment
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια
Stathis_Oberon
Stathis_Oberon
7 χρόνια πριν

Σε μια αναλογη περιπτωση αλλα στα 80’ς, τελειωνα απο την σχολη μου στην Κανιγγος στις 11 και επρεπε να παρω το λεωφορειο της Πεντελης απο το Μουσειο.
Μονο που εμενα παρ’ οτι προσπαθουσα να τους εξηγησω, με βουτηξανε, με πλακωσανε και ξημερωσα στο ΑΤ Εξαρχειων, ενω ειχα και τα βιβλια μου μαζι