σε ,

Ουρανοξύστες στην Ελλάδα;

Εάν η Αθήνα ή η Θεσσαλονίκη έμοιαζαν με τη Βενετία, η ανέγερση ψηλών κτηρίων θα ήταν απαγορευτική. Τώρα όμως;

Από τον Χρήστο Ερμή Λαζάρου

Τους τελευταίους μήνες ο κορονοϊός έχει μονοπωλήσει δικαίως την προσοχή των δημοσιογραφικών μέσων εντός και εκτός της χώρας. Με το τέλος της καραντίνας και την σταδιακή κλιμάκωση προς την επιστροφή στην κανονικότητα, είναι σκόπιμο να ενταχθούν και άλλες θεματικές ενότητες στην επικαιρότητα. Με αφορμή την πρωτοβουλία της πολυεθνικής κατασκευαστικής εταιρείας Alumil να διοργανώσει σε συνεργασία με τις δημοτικές αρχές έναν αρχιτεκτονικό διαγωνισμό ανάπλασης του νοτιοδυτικού κομματιού της Θεσσαλονίκης σε ένα υψηλού συντελεστή δόμησης central business & technology district στα πρότυπα δυτικών και ασιατικών μεγαλουπόλεων, αλλά και της πρωτοβουλίας του ελληνικού κράτους να αναπτύξει κατασκευαστικά το Ελληνικό, σκέφτηκα να γράψω ένα κείμενο σαν συνέχεια προηγούμενου αντίστοιχου άρθρου σε αυτή τη δημοσιογραφική ιστοσελίδα.

Πιο συγκεκριμένα, πριν από περίπου 8 μήνες άρχισα να γράφω στα Μικροπράγματα της Lifo.gr, μεταξύ άλλων, άρθρα όπου υποστήριζα ότι θα ήταν σκόπιμο να επιτραπεί η κατασκευή ψηλών κτιρίων (ουρανοξυστών) στις μητροπολιτικές περιοχές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Σχεδόν πάντα μετά την εκάστοτε δημοσίευση εντόπιζα ορισμένα θετικά αλλά κυρίως αρνητικά, οργισμένα σχόλια από ανθρώπους που διαφωνούσαν με το περιεχόμενο των κειμένων. Το παρόν άρθρο είναι μια απάντηση σε όσα ειπώθηκαν τότε.

Οι άνθρωποι που αντιτάχθηκαν τότε είχαν ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα στο οποίο βάσιζαν τη στάση τους. Η Θεσσαλονίκη όπως και η Αθήνα είναι ελληνικές, μεσογειακές πόλεις με μεγάλη ιστορία και παράδοση. Το προφίλ και ο χαρακτήρας τους δεν συνάδει με ψηλά, επιβλητικά κτήρια , σύμβολα του καπιταλιστικού κέρδους και της βίαιης αστικοποίησης της αμερικανικής κοινωνίας. Με λίγα λόγια το Βυζάντιο και ο νεοκλασικισμός δεν μπορούν να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι με το Ντουμπάι. Δεκτό και λογικό επιχείρημα.

Η απάντηση μου είναι η εξής. Το μεγαλύτερο κομμάτι αυτών των πόλεων αποτελεί πλέον ένα συνονθύλευμα κακιάς και βρώμικης Μοντέρνας αρχιτεκτονικής, ενίοτε με στοιχεία μεταμοντερνισμού. Το γνωστό σε όλους μας τσιμεντένιο χάος των πολυκατοικιών. Εάν η Αθήνα ή η Θεσσαλονίκη έμοιαζαν με τη Βενετία, μια καθαρά μεσαιωνική, αναγεννησιακή πόλη, τότε και εγώ θα εναντιωνόμουν στην ανέγερση κτιρίων που θα αλλοίωναν αυτή τη ταυτότητα. Κτηρίων όπως οι ουρανοξύστες. Θέλω να πιστεύω ότι δεν υπάρχει λογικός άνθρωπος που να υποστηρίζει ότι οι πόλεις μας έχουν διατηρήσει τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα.

Ένα άλλο σκεπτικό των ατόμων που εναντιώθηκαν στα άρθρα ήταν πως τα ψηλά κτήρια είναι ξένα προς την ήπια φυσιογνωμία της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Άλλο ένα δυνατό επιχείρημα. Χαμηλά κτίσματα με ανθρώπινη κλίμακα συνθέτουν το λεξιλόγιο του ελληνικού κτιστού χώρου από τα παλιά χρόνια ακόμα.

Εδώ οφείλω να παραδεχτώ ότι συμφωνώ απόλυτα. Ο ουρανοξύστης είναι εξωγήινος προς το προφίλ της Ελλάδας όπως την έχουμε συνηθίσει – αγαπήσει. Για να είμαι ειλικρινής οι ουρανοξύστες δεν θα ήταν η πρώτη μου επιλογή αν μου είχε ανατεθεί να ανασχεδιάσω την Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα. Εάν υποθέσουμε ότι υπήρχαν αρκετά χρήματα και πολιτικό κεφάλαιο για μια εκτεταμένη ανάπλαση τότε θα διάλεγα πιο μετρημένες αλλά εξίσου καινοτόμες πρακτικές και λύσεις. Θα κινόμουν στα λογικά πλαίσια των προτάσεων που είχαν κατατεθεί από διάφορους διάσημους αρχιτέκτονες για τη Θεσσαλονίκη όταν αυτή ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1997. Για όποιον ενδιαφέρεται σχετικά με εκείνη την περίοδο υπάρχουν πολλά άρθρα στο διαδίκτυο και βιβλία από την πανεπιστημιακή και την κατασκευαστική κοινότητα.

Το να σχεδιάσω ψηλά κτήρια για τη πόλη θα ήταν η δεύτερη, πιο ρεαλιστική επιλογή. Το να πιστεύουμε ότι μια μέρα θα αναπλαστεί ολόκληρη η πόλη μοιάζει προς το παρόν σαν ουτοπικό σενάριο. Αντί για αυτό, ένα σύμπλεγμα ουρανοξυστών στο νότιο κομμάτι των πόλεων αυτών θα ήταν μια ευχάριστη και δυναμικότατη προσθήκη στην εικόνα του παραλιακού μετώπου τους και θα έκανε τους πολίτες να εστιάσουν το βλέμμα και το νου τους προς τη θάλασσα, μακριά από το τσιμεντένιο χάος.

Εν κατακλείδι θα ήθελα να επισημάνω πως είναι ανώφελο να δαιμονοποιούμε την εισαγωγή νέων αισθητικών μορφών στην ελληνική πόλη για χάρη της προστασίας της ιστορίας μας. Η αλλαγή θα πρέπει να γίνεται δεκτή στις κοινωνίες. Θα κλείσω με μια άκρως κλισέ φράση από τη Βιολογία.

“Ότι δεν εξελίσσεται, αφανίζεται.”

Υ.Γ : Να σημειωθεί πως δεν υποστηρίζω τις συγκεκριμένες προτάσεις που έχουν τεθεί ως τώρα για καζίνο στο Ελληνικό.

*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μια άλλη γνώμη για τις προτάσεις στο Ελληνικό

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

2
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Μέλος
ΩΓ Μαγώγ

Αρκετή ασχήμια ταλαιπωρεί Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ειδικά η πρώτη έχει απαράδεκτη συγκέντρωση πληθυσμού. Ο ελληνισμός πάντα εκφραζόταν με βάση το μέτρο. Ας μη προσθέσουμε στην αισθητική μας κατάντια και την ύβρη των ουρανοξυστών, ας μη καταντήσουμε Ν. Υόρκη. Οι όποιες παρεμβάσεις πρέπει να δτραφούν προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Τελείως απογοητευτικό το άρθρο.

jasonpap
Μέλος
jasonpap

Θα ήθελα να παραθέσω την άποψή μου σε μερικά αποσπάσματα του παραπάνω κειμένου. «Το μεγαλύτερο κομμάτι αυτών των πόλεων αποτελεί πλέον ένα συνονθύλευμα κακιάς και βρώμικης Μοντέρνας αρχιτεκτονικής, ενίοτε με στοιχεία μεταμοντερνισμού. Το γνωστό σε όλους μας τσιμεντένιο χάος των πολυκατοικιών. Εάν η Αθήνα ή η Θεσσαλονίκη έμοιαζαν με τη Βενετία, μια καθαρά μεσαιωνική, αναγεννησιακή πόλη, τότε και εγώ θα εναντιωνόμουν στην ανέγερση κτιρίων που θα αλλοίωναν αυτή τη ταυτότητα.» Η αρχιτεκτονική ταυτότητα της Αθήνας όντως ορίζεται από αυτά τα κινήματα, όμως τα χαρακτηριστικά της παραδείγματα είναι μοναδικά ως προς την πόλη. Στην Αθήνα μπορείς να δεις νεοκλασικά, πολυκατοικίες και… Διαβάστε περισσότερα »