σε , ,

Πώς απομακρύνθηκα από μια φίλη λόγω του bullying (και το μετανιώνω κάθε μέρα από τότε)

Από την Λ.Λ.

Πολλοί σήμερα αναπολούν με νοσταλγία τα σχολικά χρόνια. Χρόνια ανέμελα χωρίς πολλά άγχη και με μπόλικη βολική… αμνησία.

Η αγάπη μου για το σχολείο κάθε άλλο παρά μεγάλη ήταν. Κάθε χρονιά που περνούσε μέχρι την κορύφωση της Γ’Λυκείου ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην απελευθέρωσή μου! Την στιγμή που επιτέλους εγώ θα έπαιρνα αποφάσεις για την δική μου ζωή, κι ας μην ήξερα τι ήθελα (ούτε σήμερα ξέρω), την στιγμή που θα γινόμουν ενήλικη και θα μπορούσα επιτέλους ανάμεσα σε διάφορα άλλα να ψηφίζω (καθώς διαβεβαίωναν στο σχολείο ότι η πραγματική ενηλικίωση γίνεται την στιγμή που γίνεσαι ενεργός πολίτης και βοηθάς να καθορίζεις την μοίρα του τόπου σου σωστά και παραγωγικά) – στην πράξη, επειδή έτυχε σε μια τετραετία να ψηφίσω εννέα φορές (!!!) καταρρίφθηκε η αντίληψη αυτή, στην συνέχεια σε μένα και σε όλους μας δηλαδή, άπειρες φορές από την συνειδητοποίηση του ποιοι κυβερνάνε κατά καιρούς και η ταφόπλακα έπεσε με τα μνημόνια και το «ΝΟΧΙ» – τρανή απόδειξη της αδυναμίας της ψήφου μας – οπότε έχω περιοριστεί στην έκφραση «Καλά κρασιά» και πολεμώ να κρατάω κατά το δυνατόν το στόμα μου ερμητικά κλειστό όσο αντέχω!!

Αν και φρόντιζα επιμελώς να το κρύβω, σίγουρα δεν σηκωνόμουν με χαρά, κάθε πρωινό κόλλαγε στο λαρύγγι, δεν περίμενα πως και τι να δω τους «φίλους» συμμαθητές μου και για αρκετό καιρό θεωρούσα το σχολείο ένα αναγκαστικό περιβάλλον γεμάτο πραγματικά παράταιρα άτομα που οι περισσότεροι δεν θα ανταλλάζαμε ούτε ένα χαιρετισμό στο απέναντι πεζοδρόμιο αν τύχαινε να διασταυρωθούμε στον δρόμο. Είχα φτάσει στο σημείο να παρακαλέσω την μάνα μου (γιατί ο πατέρας μου ήταν αυστηρός και δεν σήκωνε κουβέντα) να μου αλλάξει σχολείο γιατί πραγματικά απεχθανόμουν το 90% των ατόμων που έβλεπα κάθε μέρα. Η άρνηση ήταν άρνηση δυστυχώς. Έπρεπε να βρω άλλους τρόπους να αντέξω μέχρι να φύγω από αυτό το υποχρεωτικό σχολείο.

Για αρκετούς το σχολείο είχε λίγο από όλα: τον κολλητό και την κολλητή, τον πιο όμορφο και την πιο όμορφη (συνήθως και οι πιο δημοφιλείς), τον μεγαλύτερο (όπου έχαιρε τον απόλυτο σεβασμό μας) τον μικρότερο που αδιαφορούσαμε γιατί ήταν μικρότερος, την παρέα που θα ήθελες να αποτελείς μέρος της γιατί τα παιδιά ήταν και καλά «σύγχρονοι και προοδευτικοί», οι σκανδαλιάρηδες του σχολείου, οι αλήτες του σχολείου και κάπου μέσα σε όλα αυτά «το αντικείμενο του ρομαντικού πόθου» αφού δεν ξέραμε ούτε τι ήταν το φιλί τότε…πάντα υπήρχε ο ένας και μοναδικός φανταστικός έρωτας, το απόλυτο αντικείμενο θαυμασμού – μέσα σε μια σιωπή που κολυμπούσε αποκλειστικά στο μυαλό μας και στην φαντασία μας αφού ποτέ δεν εκδηλώναμε τίποτα και φυσικά τις περισσότερες φορές ιδέα δεν είχαν για τον κρυφό θαυμασμό «τα εκάστοτε αντικείμενα του πόθου μας»!

Νιώθω μεγάλη ντροπή και είναι μια τεράστια αποτυχία που κουβαλάω μέσα μου, χρόνια, γιατί ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΑ.

Οι αρχές του ’80 ήταν χαρακτηριστικές για όσους μπορέσαμε και ζήσαμε την εποχή αυτή. Μια εποχή που θεωρητικά είχε βγει από τις στάχτες μιας χούντας αλλά δυστυχώς, αν και δεν το παραδέχονται αρκετοί, δεν μπορούσες να εκφράσεις καμία πολιτική ιδέα ανοιχτά, ακόμη «καρφώνανε» τι εφημερίδα αγοράζει ο καθένας στην τοπική αστυνομία, και γενικότερα η αστυνομία ως αστυνομία ενέπνεε έναν σεβασμό και έναν απροσδιόριστο φόβο – που λόγω εφηβείας δεν νομίζω ότι καταλαβαίναμε και πολλά ως προς το γιατί αλλά το κλίμα υπήρχε και σίγουρα το ένιωθες…

Εκείνη την εποχή φοιτούσα σε ένα σχετικά αυστηρό δημόσιο Γυμνάσιο, σε μια περιοχή που θεωρούνταν «ακριβή» των Βορείων Προαστίων, ωστόσο παρόλο τον υποτιθέμενο πλούτο δεν έπαυε να θυμίζει χωριό, τόσο μεταφορικά ως προς την νοοτροπία και παραφροσύνη αρκετών κατοίκων, όσο και κυριολεκτικά καθώς υπήρχαν και μέχρι πρόσφατα και κοτέτσια και πρόβατα που κατέβαιναν για βοσκή και κατσίκες πέρα από τα συνήθη ζώα συντροφιάς! Κάθε μέρα είχαμε να περπατήσουμε μια ευγενή απόσταση 25 λεπτών για να πάμε σχολείο. Υπήρχαν και παιδιά που πήγαιναν με τις μηχανές και υπήρχαν και παιδιά που τους πήγαιναν οι γονείς (λεωφορείο είχαν σταματήσει να βάζουν επειδή πετάγαμε κουμπιά αντί για χρήματα και είχαμε φτάσει τόσους οδηγούς σε απόγνωση που είχαν βαρεθεί να τερματίζουν στο … αστυνομικό τμήμα καθώς η συνήθης μεταφορά θα μπορούσε το λιγότερο να χαρακτηριστεί μεταφορά αφηνιασμένων άγριων ζώων του ζωολογικού κήπου!). Έτσι λοιπόν κάθε πρωί υποχρεωτικά υπήρχε η ιεροτελεστία του 25λεπτου για να φτάσουμε στο καταναγκαστικό σχολείο. Φυσικά ποτέ δεν πήγαινα μαζί με την αδελφή μου γιατί ήταν «μικρή» άρα και αδιάφορη και καθότι ήμουν η «μεγάλη» συνοδοί ήταν η κολλητή και κάνα δυο φίλοι ακόμη γείτονες όλοι γύρω από εκεί που έμενα.

Η ανάμνηση από τα περισσότερα μαθήματα μου ήταν αδιάφορη, όπως και από τους καθηγητές. Δεν θυμάμαι να είχα «αγαπημένο καθηγητή», «αγαπημένο μάθημα», να ήμουν «δημοφιλής» μάλλον μέτρια μαθήτρια και κατά το δυνατόν αδιάφορη και απαρατήρητη. Κατάφερνα να έχω βαθμούς τέτοιους ώστε να μην τα ακούσω από τον αυστηρό μου αγαπημένο πατέρα, και χρησιμοποίησα όλες έμμεσες δυνατότητες επίσημων απουσιών (πρώτη σαν την Βασίλω για παραδοσιακούς χορούς, παρελάσεις, χορωδία, γιορτές και ότι άλλο μπορούσε να κανονιστεί ώστε να χάνω ώρες μαθημάτων χωρίς απουσίες – μέχρι και τέχνη κατάφερα να κάνω προκειμένου να γλιτώσω έστω και μια ώρα μαθημάτων – 2 κολάζ που μπήκαν και σε έκθεση παρακαλώ – τα οποία ούτε και ξέρω τι απέγιναν!).

Στο σχολείο τώρα έκανα στα διαλείμματα παρέα με άτομα που ήταν συνήθως «εκτός» της γενικής αγέλης. Θεωρούσα ότι ήταν πιο φυσιολογικοί και πιο προσιτοί για οποιαδήποτε κουβέντα και την καλύτερη παρέα σε αυτό το ασφυκτικό για μένα περιβάλλον. Ο κόσμος μου είχε αλλάξει από την στιγμή που είχα ανακαλύψει «άλλους» από άλλες περιοχές, καθώς οι γονείς μου επέτρεπαν αθλητική δραστηριότητα σε όμιλο τρεις φορές την εβδομάδα σε άλλη περιοχή. Όσο ανακάλυπτα «άλλους» τόσο πιο πολύ ήθελα να «φύγω».Επιτέλους! Ήταν σαν κι εμένα! Σε χαιρετούσαν όχι για την μάρκα των ρούχων που φόραγες – αλλά γιατί χαιρόντουσαν που σε έβλεπαν!

«Δεν έχω φάει από χθες το μεσημέρι, με βάλανε τιμωρία και καθόμουν πάνω στο χαλί όλο το βράδυ»

Ωστόσο, υπάρχει ένα περιστατικό που δεν θα ξεχάσω ποτέ και μια φίλη που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Την Ε. Χ. Εκείνη ήταν συμμαθήτρια της μικρής αδελφής μου, στο ίδιο τμήμα δηλαδή. Πάντα ήταν όμορφη φροντισμένη, αλλά πολύ χλωμή και πάντα είχε μια θλίψη στα μάτια της. Χαιρετιόμασταν γιατί γνωρίζονταν οι γονείς μας ως γείτονες, και ήταν πάντα χαμογελαστή και καλοσυνάτη μαζί μου. Ο πατέρας της ήταν αστυνομικός και η μητέρα της μια νοικοκυρά κακοντυμένη και με το συμπάθιο κακάσχημη όμως, καθότι ήμουν εντελώς αδιάφορη τότε για το ντύσιμο δεν έδινα σημασία καμιά. Έφηβη ήμουν! Οι φούστες και οι γόβες και τα χτενίσματα δεν με ενδιέφεραν καν! Μόνο τα βιβλία! Ε! Είχαμε και τις ποδιές! Αυτό το κοινό είχαμε και όχι μόνο με την Ε., και σιγά σιγά κάναμε παρεούλα όλο και περισσότερο και μια μέρα πήρα το θάρρος και την ρώτησα: «Ε., γιατί είσαι τόσο χλωμή; Γιατί είσαι στεναχωρημένη; Συμβαίνει κάτι;».

Η απάντησή της ήταν για τα σημερινά δεδομένα αποστομωτική: «Δεν έχω φάει από χθες το μεσημέρι, με βάλανε τιμωρία και καθόμουν πάνω στο χαλί όλο το βράδυ». «Στο χαλί;!» απάντησα έκπληκτη! «Ναι γονατιστή γιατί ήμουν τιμωρία όλο το βράδυ». Τώρα να πω ότι μου έκανε εντύπωση; Η φράση «κλείδωσε» στο μυαλό μου σαν κάτι να μην μου πήγαινε καλά αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι. Πραγματικά ανήμπορη να καταλάβω μέσα στην αθωότητα και στην ηλιθιότητά μου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τις είχα φάει κι εγώ για σκανδαλιές και αντί να προτείνω στο κορίτσι το εύλογο: «θες να σου πάρω κάτι να φας;» χτύπησε το κουδούνι για λήξη διαλείμματος έτσι άλλαξε βιαστικά η κουβέντα – αλλά σίγουρα ενισχύθηκε μεταξύ μας μια κατανόηση μικρή, σε αυτόν τον ανυπόφορο για μένα χώρο του σχολείου.

Οι μέρες περνούσαν και το επόμενο περιστατικό συνέβη μερικές εβδομάδες αργότερα όταν ο «όμορφος δημοφιλής της τάξης» και σιχαμένο πειραχτήρι της κακιάς ώρας μαζί με τους φίλους του, μας επιτέθηκαν φραστικά από το πουθενά σε ένα διάλειμμα, φωνάζοντας δυνατά να ακούσει όοολο το σχολείο «Χολέρα Χολέρα» και διάφορα άλλα «κοσμητικά» γελώντας δυνατά και χλευαστικά και…αποφασίζουν εκείνη τη στιγμή να φτύσουν την φίλη μου όλοι μαζί και άμα κι εγώ ήμουν δίπλα της, μοιράστηκα με το καλό κάποια σάλια και ροχάλες. Έντρομες και κατάπληκτες και οι δύο, εγώ να θέλω να ανοίξει η γη κανονικά να με καταπιεί, από την ξαφνική επίθεση, «γιατί τόλμησα να κάνω παρέα μαζί της», και μέσα στον πανικό όπως μας είχαν ζυγώσει φωνάζοντας, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν (άφαντοι οι καθηγητές όπως πάντα σε κάθε τέτοιο περιστατικό), και εκείνη σιωπηλά με κατανόηση και θλίψη κατάλαβε ότι με «έπαιρνε στο λαιμό της». Μας έσωσε το κουδούνι της λήξης του διαλείμματος από χειρότερα γιατί οι προθέσεις ήταν όντως άγριες, είχα τρομάξει τόσο που σίγουρα ήταν πάνω από 4-5 αλλά τους θυμάμαι 100! Ρόμπα και οι δύο σε όλο το σχολείο!

Δυστυχώς μετά από αυτό σιγά σιγά απομακρυνθήκαμε η μία από την άλλη. Με τεράστια ντροπή το λέω, ότι με συγχώρεσε σιωπηλά με το βλέμμα της όλο κατανόηση και πόνο. Ακόμη το θυμάμαι εκείνο το βλέμμα. Οι χαιρετισμοί μας μετά από αυτό έγιναν πιο αραιοί, πιο ψυχροί. Λίγο καιρό αργότερα, η μάνα μου ήρθε και με συμβούλευσε να σταματήσω να κάνω παρέα μαζί της, μετά από μια συνηθισμένη συνάντηση με την γειτόνισσα και μάνα της, και κατά απαίτησή της καθώς ο πατέρας της λέει ήταν «πολύ αυστηρός και δεν με θεωρούσαν κατάλληλη για φίλη της Ε.». Μερικούς μήνες μετά έφυγε από την περιοχή και άλλαξε σχολείο.

Συνειδητοποίησα ότι τα δόντια της μάνας δεν είχαν φύγει «τυχαία» αλλά από μπουνιά και πασιφανώς δεν είχε τα χρήματα να τα φτιάξει.

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι σε αυτήν την ηλικία τότε τουλάχιστον, ήμασταν οι περισσότεροι αθώοι σαν πρόβατα, απονήρευτοι με τον κόσμο και την κακία των γύρω μας και καλά προστατευμένοι οι περισσότεροι (ελπίζω), από τους γονείς μας. Η τηλεόραση δεν αποτελούσε την κύρια ασχολία μας, δύο τρία κανάλια το πολύ, δεν υπήρχαν τα κινητά, δεν υπήρχαν υπολογιστές. Υπήρχαν τα μηχανάκια, το τι μάρκα ακριβή φόραγε ο καθένας, το τι ταξίδια πήγαινε στο εξωτερικό. Οι βόλτες, τα ποδήλατα, ο αθλητισμός και γενικά άλλα ενδιαφέροντα. Εννοείται ότι μέτραγαν τα όποια σχόλια όλων – ειδικά όσων ήταν δημοφιλής – μας πλήγωσαν αφάνταστα και χωρίς λόγο! Έτσι έχασα την αυτοπεποίθησή μου η οποία αντικαταστάθηκε σιγά σιγά με μια ασφυκτική αδιαφορία για τους γύρω μου και για οτιδήποτε πια αφορούσε το σχολείο και ότι είχε να κάνει με αυτό.

Δυστυχώς η μεγαλύτερη πλάνη μου περί «ασφάλειας» και «φυσιολογικού» κράτησε αρκετά χρόνια. Ήταν μια άσχετη μέρα που το μυαλό μου κλικάρισε και έλαβα την θεία (καθυστερημένη) φώτιση:

Η κοπέλα και η αδελφή της ήταν θύματα συστηματικής κακοποίησης από τους γονείς τους. Συνειδητοποίησα ότι τα δόντια της μάνας δεν είχαν φύγει «τυχαία» αλλά από μπουνιά και πασιφανώς δεν είχε τα χρήματα να τα φτιάξει. Η δύναμη του όπλου στο σπίτι κράταγε την σιωπή και τα μυστικά μέσα στους τοίχους που έμεναν. Η φίλη μου δεν υπέφερε από ασιτία επειδή δεν είχαν τα χρήματα για φαγητό αλλά από κακοποίηση. Πολύ αργότερα έμαθα από την κολλητή μου ότι η κακοποίηση δεν είχε περιοριστεί στις «τιμωρίες». Πρώτη που υπέφερε ήταν η μεγαλύτερη αδελφή της, αλλά παρόλο που μίλαγα και σε εκείνη στην χορωδία, ποτέ δεν με άφησε να καταλάβω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η κολλητή μου, εξήγησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε ότι ο λόγος που έφυγαν ήταν ότι είχε αρχίσει κόσμος να παίρνει χαμπάρι τι γινόταν και όπου φύγει φύγει…με κάποια «μετάθεση» σε άλλη περιοχή για να συνεχιστεί μεν η κακοποίηση αλλά σε νέο περιβάλλον άγνωστο που δεν θα έδινε το δικαίωμα να ανακατευτούν με κανένα τρόπο αφού έτσι τις απομόνωσε από τυχόν γνωστούς και συμμαθητές και δασκάλους.

Δεν υπάρχει ούτε μια μέρα από την στιγμή της «θείας φώτισης» που δεν έχω την έχω σκεφτεί αν επέζησε, πως θα είναι σήμερα, αν σταμάτησε αυτή η κατάσταση, τι απέγινε, αν κατάφερε να ξεφύγει. Τίποτα. Όσο κι αν έχω ψάξει κατά καιρούς έμμεσα από παλιούς συμμαθητές, γνωστούς, τίποτα δεν έχω βρει. Ούτε ένα ίχνος της. Μεγαλώνοντας χάθηκα στα δικά μου άγχη και προβλήματα, στις δικές μου ατυχίες, στην παραλίγο δική μου κακοποίηση και εκφοβισμό από τον μοναδικό μου γάμο, που όμως ήταν διαφορετική γιατί πια είχα μεγαλώσει και είχα τέτοια σχέση με τους δικούς μου και τους φίλους μου (και με μια γλώσσα παντόφλα πια – δειλία καμιά) που ΜΙΛΗΣΑ ΚΑΙ ΓΛΙΤΩΣΑ.

Είναι πολύ αργά να ζητήσω «συγνώμη» τόσα χρόνια μετά, από έναν άνθρωπο που παρ’όλη την κόλαση που βίωνε καθημερινά, είχε αγάπη μέσα του και καλοσύνη ώστε να με χαιρετάει με χαμόγελο και χαρά, που ήμουν ανίκανη να της σταθώ με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και αυτό της «φίλης» και την πρόδωσα όπως όλοι.

Δέχτηκα τη σιωπή όπως τελικά όλοι μας δεχόμαστε σιωπηλά αυτά τα τέρατα που χρησιμοποιούν βία και εκφοβισμό. Δικαιολόγησα για χρόνια φτηνά τις ενοχές μου γνωρίζοντας ότι τότε δεν υπήρχε κανένας νόμος, καμία κοινωνική μέριμνα και ήμουν πολύ μικρή (13-14) να καταλάβω οτιδήποτε από αυτές τις καταστάσεις, να ενημερωθώ κατάλληλα και να αφυπνίσω έστω τους γονείς μου μήπως μπορούσε κάποιος να κάνει κάτι.

Νιώθω μεγάλη ντροπή και είναι μια τεράστια αποτυχία που κουβαλάω μέσα μου, χρόνια, γιατί ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΑ. ΔΕΝ ΣΤΑΘΗΚΑ όπως είχα υποχρέωση σε κάποιον πιο αδύναμο από μένα. Από την δειλία μου, φυλακίστηκα, σιωπηλά και ένιωθα χρόνια μια τεράστια ντροπή από έναν εκφοβισμό που δεν ειχε καμία θέση μέσα μου, δεν είχε καμία θέση στην ζωή της φίλης μου. Η εμπειρία αυτή, ή μάλλον η προδοσία αυτή, στάθηκε η αιτία που ποτέ δεν πήγα σε σχολική επανασύνδεση και η αιτία όπου τελευταία φορά που πήγα στο σχολείο να παραλάβω το απολυτήριό μου, φεύγοντας, έριξα κανονικά μια μαύρη πέτρα πίσω μου με την υπόσχεση να μην ξαναπατήσω εκεί πέρα ποτέ. Και την κρατάω μέχρι και σήμερα…

Η δύναμη της σύγχρονης επικοινωνίας έπαψε να κρύβει σε μεγάλο βαθμό την παιδική κακοποίηση. Η ενδοοικογενειακή βία απέκτησε επιτέλους στοιχειώδη νομική προστασία. Δημιουργήθηκαν κέντρα προστασίας θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης γυναικών, και άλλοι τόσοι οργανισμοί από άλλους που κάνουν πράξεις. Ο σχολικός εκφοβισμός, ο εργασιακός εκφοβισμός, ο εκφοβισμός στις σχέσεις, στον γάμο, αναγνωρίζεται πια για αυτό που είναι: εκφοβισμός. Έχουμε την δύναμη να κάνουμε κάτι ουσιαστικό, μια πράξη, ΚΑΤΙ, για να βοηθήσουμε μια ζωή. Ως άνθρωποι να προστατεύσουμε τον πιο αδύναμο από μας γιατί είναι βασική μας ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ. Το μόνο που μας χρειάζεται είναι το θάρρος να ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ. Μια καλή κουβέντα, να βοηθήσουμε κάποιον άλλον να πάρει το θάρρος και να ΜΙΛΗΣΕΙ. Κανένας μη νιώσει ότι ένιωσα, δειλή, φυλακισμένη, σιωπηλή, ντροπιασμένη από μια βία που δε έχει θέση στην ζωή. Ας γίνουμε μαζί, πιο δυνατοί από την βία.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

18 points
Upvote Downvote

Total votes: 28

Upvotes: 23

Upvotes percentage: 82.142857%

Downvotes: 5

Downvotes percentage: 17.857143%

Αφήστε μια απάντηση