Κάθε Σάββατο απόγευμα η μαμά της έκανε την μπουγάδα και μονολογούσε κρυφογελώντας «μα, που χάνονται οι κάλτσες;». Η μικρή είχε απλωμένα τα παιχνίδια της στο πάτωμα του σαλονιού και ο μπαμπάς της μαγείρευε μακαρονάδα στην κουζίνα. Κάθε φορά που ακουγόταν από την τηλεόραση το φοβιστικό σήμα από το Amber Alert η Ελενίτσα παρατούσε τα παιχνίδια της και γούρλωνε τα μάτια της να ακούσει, να διαβάσει όσα προλάβει και να καταλάβει. «Μπαμπά, πώς χάνονται οι άνθρωποι;».
Η μαμά της προλάβαινε και απαντούσε «Όπως χάνει ο μπαμπάς σου τα κλειδιά, τους λογαριασμούς, τη λίστα με τα ψώνια, απλά πολύ απλά!». Εκείνος γελούσε και της έλεγε φτιαχτές ιστορίες «Αυτός ο παππούς που λες, σηκώθηκε μια μέρα έβαλε όπως-όπως το σακάκι του και τα παπούτσια του και άνοιξε την πόρτα, βαρέθηκε τις φακές, τις σούπες και τα φάρμακα. Βέβαια οι δικοί του στενοχωρήθηκαν πολύ και από τότε που τον ψάχνουν φτιάχνουν κάθε μέρα το πιο λαχταριστό φαγητό μπας και γυρίσει…».
«Τέτοια της λες και θα τα γράφει στις εκθέσεις στο σχολείο». Η αλήθεια είναι πως ένα πρωί οι δάσκαλοι είχαν κάνει σούσουρο και γελούσαν κρατώντας το τετράδιο εκθέσεων της μικρής. Είχε γράψει μια έκθεση με τίτλο «Χάθηκε ο Πρωθυπουργός». Ο διευθυντής όταν την είδε της είπε «Εσύ θα μας εξαφανίσεις όλους».
***
«Να χαίρεσαι την τρελή αλλά ωραία γκόμενα που παντρεύτηκες, γιατί Μάνο τη γυναίκα σου πρέπει να τη βλέπεις πάντα ως γκόμενα για να κρατήσει ο γάμος». «Τα λες αυτά εσύ που ξέρεις από γάμους, δηλαδή, ε;». «Έλα ρε Μάνο, αμάν». «Η αλήθεια είναι πως τη χαίρομαι και δεν την χορταίνω 15 χρόνια τώρα». Έτσι είναι ο Μάνος, το πιο απλό και σύνθετο παιδί μαζί. Ένας υπέροχος πατέρας και ένας άντρας που δε μιλάει πολύ, φτάνουν δυο λέξεις για να λιώσει ο κόσμος γύρω του.
Έλεγαν ένα τυπικό «γεια» που κι αυτό το αντικαθιστούσαν πολλές φορές με ένα γρήγορο καταφατικό νεύμα του κεφαλιού. Προσπερνούσαν ο ένας τον άλλο κάθε βράδυ στο δασάκι που πήγαιναν για τρέξιμο. Στη στάση στο παγκάκι για stretching είχαν πει μια φορά τα ονόματά τους και τις δουλειές τους. Είχε έρθει από την Αθήνα για ένα project στο Διαβαλκανικό και εκείνη ήταν αρχιτέκτονας. Τίποτα παραπάνω, έτρεχαν κι οι δύο για να ξεφύγουν από το άγχος της μέρας. Ένα βράδυ, εκείνος χάιδευε μια γάτα, της έφερε φαΐ, της έβαλε νερό, δεν έτρεξε καθόλου. Τότε εκείνη σταμάτησε για να τον πειράξει «Τόσα χάδια και δεν την έχεις βγάλει ακόμα για ποτό;» «Λέω να τη βγάλω». «Τυχερή». «Είσαι».
***
Η Αλεξάνδρα είχε ξέπλεκα σγουρά μαλλιά και πήγαινε για ψώνια στο μικρό μπακάλικο του κυρ-Γιώργη με τη λίστα που της άφηνε η μαμά της. Έμπαινε στο υπόγειο μαγαζί με ένα σάλτο και πάντα τάραζε την ησυχία του κυρ-Γιώργου που σηκωνόταν από τη θέση του και της έλεγε «Βρε, ζιζάνιο θα με στείλεις μια ώρα αρχύτερα». Διάλεγε μόνη της αυτά που έγραφε η λίστα και μετά ρωτούσε «Πόσο κάνουν;» Εκείνος της έδινε την απόδειξη, της έδειχνε ένα-ένα τα ποσά «πας σχολείο τώρα, να τα υπολογίζεις και μόνη σου» της έβαζε τα ρέστα στη χούφτα, της έκλεινε τρυφερά το χεράκι και της έκανε μονίμως τις ίδιες ερωτήσεις. «Γ’ δημοτικού, τώρα, ε; είσαι καλή μαθήτρια, πώς τη λένε τη δασκάλα σου;» Εκείνη απαντούσε μεμιάς. «Και τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» «Ηθοποιός», απαντούσε αυτή με πόζα, τινάζοντας το μαλλί. «Θεατρίνα, βρε ζωντόβολο;» Τότε, της χάιδευε το κεφάλι και της έδειχνε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της Κατίνας Παξινού στον τοίχο του μπακάλικου.
***
Το να ταξιδεύεις με τρένο της θύμιζε την έννοια του «pendolari» που χρησιμοποιούν συχνά οι Ιταλοί, της αδιάκοπης μετακίνησης. Άσε, που παρατηρείς και τόσο διαφορετικούς ανθρώπους μεταξύ τους. Ο ένας συνεχώς κολλημένος στο κινητό να ανταλλάσσει μηνύματα, ο άλλος στο laptop, άλλος με ακουστικά, εκείνη με καμπαρντίνα ξεφύλλιζε ένα βιβλίο. Φαινόταν ότι το έχει ξαναδιαβάσει, καθώς από τη μια σελίδα σαν να θυμόταν κάτι και πεταγόταν στη μέση, μετά στο τέλος και πάλι πίσω. Στη στάση για Λάρισα, κοίταξε έξω, το βιβλίο γλίστρησε στα πόδια του απέναντι και φάνηκε η αφιέρωση στην πρώτη σελίδα «Οι πιο μεγάλοι έρωτες ξεκινούν από τους πιο λάθους ανθρώπους». Το βιβλίο ήταν ο «Νοέμβριος» του Σκαμπαρδώνη.

