Από τον Χρήστο Ερμή Λαζάρου
Η Θεσσαλονίκη σήμερα είναι μια πόλη που προσπαθεί να διατηρήσει και να προωθήσει ένα χαρακτήρα μεσογειακού παραθαλάσσιου αστικού κέντρου που ενώνει αρμονικά παρελθόν και μέλλον. Ακόμα οι μεγάλοι τοπικοί παράγοντες κάνουν προσπάθεια να εγκαθιδρύσουν μια πολύπλευρη, πολυπολιτισμική ταυτότητα που συνδυάζει ευρωπαϊκή και ανατολίτικη φιλοσοφία, θρησκεία, αρχιτεκτονική και ήθος. Αυτού του είδους η ταυτότητα έχει κερδίσει έδαφος τα τελευταία χρόνια και πολλές πόλεις του κόσμου παλεύουν και ανταγωνίζονται η μία την άλλη για το ποια θα θεωρείται χωνευτήρι πολιτισμών. Τέτοια παραδείγματα είναι τα Σκόπια, η Κωνσταντινούπολη, η Φιλιππούπολη, το Μπακού, το Γιερεβάν, τα Τίρανα, το Βελιγράδι. Γενικότερα τα μεγάλα αστικά κέντρα της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η Θεσσαλονίκη ωστόσο μάλλον διαθέτει την ισχυρότερη κληρονομιά όσον αφορά την πολυπολιτισμικότητα αφού μέχρι και το 2ο παγκόσμιο πόλεμο διέθετε πλήθος εθνικοτήτων και θρησκειών ενώ μάλιστα υπήρχαν τρεις αργίες μέσα στην εβδομάδα. Η Παρασκευή για μουσουλμάνους, το Σάββατο για τους Εβραίους και η Κυριακή για τους Χριστιανούς, παντός δόγματος.
Παρότι η πόλη διαθέτει αυτό το σημαντικό ιστορικό πλεονέκτημα, τα νούμερα του τουρισμού δε φαίνονται να καλπάζουν στα ύψη. Αντίθετα οι περισσότερες από τις πόλεις που προαναφέρθηκαν έχουν πολύ μεγαλύτερο και συχνότερο αριθμό επισκεπτών. Αυτό συμβαίνει διότι η Θεσσαλονίκη έχει θάψει την ιστορία της.
Η Θεσσαλονίκη εδώ και πολλές δεκαετίες έχει απωλέσει την ταυτότητα της. Αν και κάποτε ήταν γεμάτη από κτήρια που αντικατόπτριζαν την ομορφιά των ανθρώπων, των πολιτισμών και των αυτοκρατοριών που πέρασαν από εδώ, σήμερα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια φουρτουνιασμένη θάλασσα τσιμέντου. Ο ένοχος της υπόθεσης είναι το κύτταρο κάθε ελληνικής πόλης. Η πολυκατοικία. Τα κτήρια αυτά εξαπλώνονται σαν μικρόβια γύρω από το Θερμαϊκό κόλπο και μολύνουν την αισθητική της πόλης. Πολύ συχνά ακούμε παλιούς κατοίκους να αναπολούν την ομορφιά της οδού Εξοχών ( σημερινή Βασ. Όλγας) και να λένε ιστορίες για το πώς κατεδαφίστηκαν τα παλιά αρχοντικά για να γίνουν, τι άλλο, πολυκατοικίες. Αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα της διαδικασίας μέσω της οποίας η πόλη διέγραψε την ταυτότητά της.
Ωστόσο σε αυτό το άρθρο δε θα επιμείνουμε τόσο στο ότι κατεδαφίστηκαν τα παλιά κτήρια. Αυτό προφανώς ήταν μεγάλο λάθος που μας στοίχισε ακριβά. Εκεί που θα εστιάσουμε είναι στο τι έγινε μετά την κατεδάφιση, απαλλοτρίωση, ισοπέδωση. Τότε ήταν η εποχή της αντιπαροχής. Με το σύστημα αυτό μέσα σε λίγα χρόνια όλοι σχεδόν οι Έλληνες απέκτησαν στέγη και έναν αξιοπρεπή τρόπο ζωής. Από τα αλώνια στα σαλόνια. Η Ελλάδα ανοικοδομήθηκε και αστικοποιήθηκε. Γενικά υπήρξαν πολλά οφέλη για τη χώρα.
Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν τέθηκε ως κριτήριο η αισθητική, η ομορφιά. Έτσι φτάσαμε στις γνωστές πολυκατοικίες. Τι θα είχε γίνει όμως αν τότε το κράτος έθετε κάποιους κανόνες αρχιτεκτονικού ύφους;
Η απάντηση είναι απλή. Κατά πάσα πιθανότητα θα ακολουθούσαμε το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών και θα δημιουργούσαμε μια νομοθεσία σύμφωνα με την οποία 1ον) θα επιτρεπόταν να κατασκευαστούν κτήρια παραδοσιακά, δηλαδή νεοκλασικά, νεοβυζαντινά, εκλεκτικιστικά και οθωμανικά, 2ον) θα άνοιγε ο δρόμος για νέους τύπους μοντέρνων κτηρίων που θα είχαν καινοτόμο και πρωτοποριακό σχεδιασμό, απορρίπτοντας αβλεπτεί τα σημερινά απρόσωπα κουτιά.
Ως αποτέλεσμα η Θεσσαλονίκη, αλλά και όλα τα υπόλοιπα ελληνικά αστικά κέντρα, θα διέθεταν μια εντελώς διαφορετική εικόνα η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτήν μεγάλων και διάσημων Ευρωπαϊκών πόλεων όπως η Βαρκελώνη, η Ρώμη, το Βερολίνο και η Λισαβόνα. Θα έμοιαζε κάπως έτσι:
Πώς πιστεύετε ότι αυτή η εικόνα θα επηρέαζε την ψυχολογία και την οικονομία της Θεσσαλονίκης; Τι θα γινόταν αν υπήρχε μια τόσο μικρή νομική αλλαγή; Πώς θα ήταν σήμερα η κατάσταση αν κάποιος μπορούσε να προβλέψει την σημερινή υποβάθμιση;

