Γράφει ο Δημήτρης Μακρίδης
Οδηγώντας στην Εθνική οδό από Πάτρα για Πύργο το αμάξι κάθε τρεις και λίγο σταματάει. Από τις διασταυρώσεις βγαίνουν συνεχώς άλλα οχήματα μα και φορτωμένα τρακτέρ και αγροτικά. Και ενώ θέλεις να αναπτύξεις ταχύτητα, η δικιά τους σε αναγκάζει συνεχώς να σταματάς. Έτσι, από την ταχύτητα της λησμονιάς οδηγείσαι στη βραδύτητα της μνήμης. Αναγκάζεσαι να προσέξεις τις μπλε ταμπέλες που αναφέρονται σε χωριά, κωμοπόλεις και οικισμούς. Παρατηρείς και τους οδηγούς που μπαίνουν στην εικόνα. Είναι σαν να σου λένε «είμαστε και εμείς εδώ». Μπορεί να μην είμαστε τόσο ενδιαφέροντες ώστε να πιάνουμε δύο εκπομπές σε κάποιο τηλεοπτικό κανάλι, αλλά υπάρχουμε. Έχουμε και εμείς ιστορίες για βαθιές φιλίες , ασίγαστα μίση μα και τρελές, καψούρικες αγάπες. Γιατί πολύ ωραίο το ρεφραίν «μα σε ψάχνω απεγνωσμένα στην Αθήνα μου» στο τραγούδι του Κωνσταντίνου Αργυρού, αλλά σε τι υστερεί από το «Βασανάκι μου χεις γίνει» και το «Έρχομαι από του Πέττα μόνο για χατίρι σου» του Γιώργου Βελισσάρη που χορεύουν οι ντόπιοι στα πανηγύρια της περιοχή;
Από τα μέρη που καταφθάνει ο ερωτευμένος του τραγουδιού μας έρχονται και οι ιστορίες των «Γενόσημων υλικών» που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εύμαρος. Συγκεκριμένα από τη διπλανή κοινότητα του Ριόλου, τόπο καταγωγής του συγγραφέα του βιβλίου, Νεοκλή Δημόπουλου. Ριόλος λοιπόν, ένα χωριό στο μεταίχμιο Ηλείας και Αχαΐας. Ένας τόπος με αγροτική καθημερινότητα χωρίς διεξόδους και διαφυγές. Η τυπική ελληνική ύπαιθρος με απασχόληση στα χωράφια, πολύ χαρτί και ποτό ως αντίδοτο στην ανία, άγρια πειράγματα και συνεχείς παρεξηγήσεις λόγω της συνεχούς επαφής και καθημερινής φθοράς των κατοίκων. Και μία μουγκή αίσθηση εγκλωβισμού και ματαίωσης.

«Εδώ δεν είναι τόπος ν’ απλώσουμε τις μικρές μας ζωές ν’ ανθίσουν, να δει προκοπή το ριζικό μας» θα αναλογιστεί ο συγγραφέας στο αφήγημα Παλιόριολος. Μα από αυτά τα μικρά και αδιάφορα θα καταφέρει να γράψει τα διηγήματά του. Να αποτυπώσει λογοτεχνικά παλιές ιστορίες που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Ιστορίες που κρύβουν παλιές πληγές και άλλες που σκορπούν τωρινά τρανταχτά γέλια. Ιστορίες που πλέον δεν ακούγονται στα καφενεία γιατί και εκεί όπως και στην πόλη κανείς δεν μπορεί να συγκεντρωθεί όταν η τεχνολογία του αποσπά διαρκώς την προσοχή.
Ο Δημόπουλος κερδίζει την προσοχή μας γιατί αποτυπώνει ατόφια τη μνήμη του. Δεν περιγράφει το μέρος με τον τρυφερό και παραμορφωτικό φακό ενός μεγάλου. Ούτε κάνει τον γραμματιζούμενο πρωτευουσιάνο που κατεβαίνει να μάθει τα νέα των συγχωριανών σε γιορτές και αργίες, τότε που άνθρωποι και καταστάσεις ελαφραίνουν. Νιώθεις πως είναι το 15χρονο μαθητούδι που ετοιμάζεται να φύγει για τη μεγάλη πόλη σε μερικές μέρες.
Γι’ αυτό ρουφάει κάθε εικόνα σαν να ’ναι η τελευταία φορά που θα την αντικρίσει. Και την αποτυπώνει ολοκληρωμένα σε λέξεις παρά τη συνεχιζόμενη παιδική συστολή του. Λέξεις που τρυγάει μέσα σε αλώνια και λαγκάδια, φωνές πάνω σε πατητήρια στο φως του Σεπτέμβρη. Σκόρπιες κουβέντες από τσίγκινα τραπέζια μπακαλοταβέρνας και αδιάφορες θυμοσοφίες καφενείων. Σε όλα αυτά είναι παρών. Ακούει μεθυσμένα λόγια που φέρνει το νοθευμένο αλκοόλ σε επαρχιακά σκυλάδικα. Στέκεται σιωπηλός μία καθημερινή, βαθιά πληκτική μέρα όπου βρέχει συνεχώς. Πέφτει κατάχαμα κουρασμένος μέσα στους Λινούς και στις αγροικίες όπως ξεκαλοκαίριαζαν για αιώνες οι ντόπιοι στο θερινό μάζεμα της σταφίδας.
Μα και μπορεί να φανταστεί τι συνέβη παλιότερα αφού άκουγε τις ιστορίες με πραγματικό ενδιαφέρον. Να μας μεταφέρει στα χρόνια του πολέμου και του Εμφυλίου, τότε που καλοί φίλοι άνοιγαν πληγές ο ένας στον άλλον μα κυρίως στον ίδιο τους τον εαυτό. Κάνοντας πράγματα που ούτε καν θα σκέφτονταν εν καιρώ ειρήνης. Μένοντας με έναν κόμπο στον λαιμό που δεν μπορούσε να χαλαρώσει με τίποτα. Έτσι καταφέρνει αυτούς τους βουβούς στο πένθος και στη χαρά μεταπολεμικούς Έλληνες, που έβγαζαν μόνο αγριάδα γιατί είχαν περάσει σκληρά, να τους κάνει να μιλήσουν.
Με τα «Γενόσημα υλικά» του ο Νεοκλής Δημόπουλος μας συστήνεται εκτός από λόγιος δικηγόρος και ως άχιμος γραφιάς. Με το πόνημά του βγαίνει για τα καλά στην ανοιχτή θάλασσα της γραφής σαν από καιρό έτοιμος για το μαγευτικό ταξίδι της. Αναμένουμε με ενδιαφέρον κάτι πλήρες για την περιοχή όπου ανδρώθηκε και τους απόντες που μας καθορίζουν.
Σε αυτούς άλλωστε αφιερώνει και το βιβλίο του. Να μιλήσει για μικρούς θανάτους, αδιάφορους για τους κοσμικογράφους και ληξιάρχους μα σημαντικούς για τον ίδιο. Ακόμα και αν η εθνική οδός Πατρών-Πύργου επιτέλους φτιαχτεί, ελπίζουμε η αφήγησή του να μας οδηγεί στη δική του μαγική παράκαμψη. Στα μέρη του δικού του Παλιόριολου, από τον τόπο που έχει την ίδια την ουσία και όχι κάποιο γενόσημο υλικό της. Η μεθόριος των δύο νομών την Πελοποννήσου, όπως την αναφέρει ο ίδιος περιπαικτικά, έχει κάποιον να αφηγηθεί τις ιστορίες της.





