Παρασκευή πρωί περνάω νυσταγμένος και με την αδημονία του Σαββατοκύριακου που πλησιάζει από το φανάρι της Εγνατίας στο ύψος της Αντιγονιδών για να πάω στη δουλειά. Τις σκέψεις μου διακόπτει το αμάξι δίπλα μου με «φορεμένες» δυο ντουντούκες στην οροφή του που παιανίζουν το «Μακέδονια Ξακουστή». Παρατηρώ τον οδηγό και διακρίνω έναν 50άρη με ταλαιπωρημένο από τα μεροκάματα πρόσωπο, παχουλό με μουστάκα και φαλάκρα. Την αγωνία του για να διαδώσει το μήνυμα του ελληνισμού δε συγκρατεί ούτε το κόκκινο φανάρι που το περνάει χωρίς δεύτερη σκέψη για να ξεχυθεί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης προκειμένου να εκπληρώσει τον σκοπό του.
Πριν μία εβδομάδα βρέθηκα στη Σαλαμίνα για παράσταση. Ένας συνεργάτης καλός που έχω εκεί και δεν τον είχα γνωρίσει από κοντά, έχει μόλις γυρίσει από εκδήλωση της «Ελλήνων Συνέλευσις». Οικογενειάρχης αξιαγάπητος και χαμογελαστός, σκοτεινιάζει μόνο όταν αναφέρει «για όλους αυτούς που μας έφεραν σε αυτή τη κατάσταση». Αλήθεια και συνωμοσιολογία μπλέκονται στις κουβέντες του. Μπερδεμένος προσπαθεί να κάνει κάτι για τη πατρίδα του, που θέλει να την αφήσει καλύτερη στα παιδιά του.
Πριν κάνα μήνα συνέλαβαν μια γνωστή μου, που βρέθηκε σε μία από τις τελευταίες πορείες διαμαρτυρίας που έγιναν για τη συμφωνία των Πρεσπών. Αγνή πατριώτισσα, ανεβάζει λίγες μέρες μετά ένα βίντεο που σιγοτραγουδά ένα τραγούδι που λέει ότι θα δώσει και τη ζωή της αν χρειαστεί για τη πατρίδα. Στην αρχή γελώ. Μετά το ξανασκέφτομαι και αποφασίζω ότι δεν έχω δικαίωμα να κρίνω τον αγώνα κανενός.
Προερχόμενος από μια οικογένεια με πατέρα Άραβα και μητέρα που του απαγόρευε να μας μιλά στη μητρική του γλώσσα σε εμένα και τις αδερφές μου όταν ήμασταν μικροί, γιατί πρέπει να «γαλουχηθούμε με την ελληνική παιδεία», μεγάλωσα σε ένα αχταρμά που το σόι μεγάλων και τρανών στρατιωτικών που υποτίθεται ότι προέρχομαι, μπλέχτηκε με αφηγήσεις για παιδικά χρόνια στη παλιά πόλη των Ιεροσολύμων. Το αποτέλεσμα ήταν να κοιτώ καχύποπτα και τους μεν και τους δε, χαράζοντας τη δική μου αυτόνομη πορεία ως αμιγώς μπάσταρδος μιας πατρίδας που δε γνώρισα και άλλης μιας που δε σεβάστηκα ποτέ με τον τρόπο που όπως μου έλεγαν πως της αρμόζει.
Η εσωτερική Θεολογία που κουβαλάει κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι σεβαστή και ιερή. Ο λόγος για τον οποίο ξυπνάει το πρωί. Το όραμα του στίγματος που θέλει να αφήσει στο πλανήτη γη στα λιγοστά χρόνια που ζει ιερότερο. Είναι πολλοί οι άνθρωποι που θεοποίησαν τη πατρίδα που ζουν. Την ιστορία και τα βάσανα της.
Δυστυχώς είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ενώ μοχθούν, αγωνίζονται και φωνάζουν για να προστατέψουν το παρελθόν που σέρνει αυτό το κομμάτι γης που έτυχε να είναι η πατρίδα μας, δεν αφιέρωσαν τον ίδιο χρόνο, μυαλό, δουλειά και κόπο για να χτίσουν ένα καλύτερο σήμερα. Αντ αυτού τους ενδιαφέρει περισσότερο να το κρατήσουν οχυρωμένο υπό την απειλή ενός αόρατου εχθρού που θα έρθει αύριο, μεθαύριο ή μπορεί και ποτέ.
Τέτοιες μέρες εθνικής υπερηφάνειας και αγώνων έχω το βίτσιο να ψάχνω σε δημοσιεύματα ποιοι νόμοι περνάνε κάτω από τη μύτη μας, για να μας γονατίσουν κι άλλο. Τρεις μέρες πριν το μεγάλο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα ανακοινώθηκε νέα «γενναία» ανατίμηση των τιμολογίων της ΔΕΗ και «κόψιμο» της έκπτωσης 15% στους συνεπείς καταναλωτές. Δυο μέρες πριν φίλος καλός βρέθηκε μπροστά στο θέαμα ενός γεράκου που άναψε μαγκάλι για να ζεσταθεί και για άγνωστους λόγους βρέθηκε καμένος. Οι αδύναμοι γονατίζουν μπροστά σε μια πατρίδα που τους ξεχνάει και τους αφήνει έρμαια λαοπλάνων, προσφορών σε τελεμάρκετινγκ και ενεχυροδανειστηρίων την ίδια ώρα που άλλοι συμπολίτες μας ξοδεύουν το λιγοστό χρόνο και ενέργεια που τους απομένει μέσα στη μέρα για να ανησυχούν για το πρώτο συνθετικό ενός ονόματος που ποτέ δεν μας δόθηκε στο 100%.
Έρχονται δύσκολες μέρες και αδυνατώ να πιστέψω ότι θα συνεχίσω να ζω σε μια χώρα που μέχρι να μας πάρουν και τη τελευταία μπουκιά από το στόμα, αντί να στρέφουμε το βλέμμα μας στον δίπλα και στους από πάνω μας για να προστατέψουμε τα δικαιώματα μας, επιμένουμε να το στρέφουμε στα Βαλκάνια και την Ανατολή ψάχνοντας εχθρούς.
Και για να κλείσω, παρακολουθώντας όλο αυτό το κομβόι με τις σημαίες που κίνησε τη Κυριακή 20 Ιανουαρίου από όλη την Ελλάδα, το μυαλό μου σκαλίζει ο στίχος ενός τραγουδιού που λέει «Η χώρα πάει τρίτο κόσμο και εσύ πας εκδρομή».
Καλών αγώνων συνέχεια εκεί που μας πρέπει και μας αξίζει όμως.